Ο Keith Haring επιστρέφει αυτές τις μέρες στο επίκεντρο με δύο νέες εκθέσεις σε Νέα Υόρκη και Λονδίνο, την ώρα που η εικόνα του κυκλοφορεί παντού, από τα μουσεία μέχρι τις μεγάλες εμπορικές αλυσίδες.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο γιατί το έργο του αντέχει τόσο πολύ, αλλά τι μένει απ’ αυτό όταν η queer, πολιτική και βαθιά δεμένη με την κρίση του AIDS έντασή του μεταφράζεται όλο και πιο συχνά σε μια εύκολα καταναλώσιμη εικόνα.
Το timing δεν είναι τυχαίο. Η Brant Foundation άνοιξε στις 11 Μαρτίου την έκθεση “Keith Haring”, επιστρέφοντας στα χρόνια 1980-1983, δηλαδή στην περίοδο που η γλώσσα του σχηματιζόταν μέσα από το κέντρο της Νέας Υόρκης, το μετρό και τη γρήγορη μετάβασή του από τον δρόμο στη διεθνή αναγνώριση. Την ίδια στιγμή, το Moco Museum στο Λονδίνο παρουσιάζει από τις 18 Μαρτίου το “Voice of the Street: Keith Haring’s Subway Drawings”, ξαναφέρνοντας στο κέντρο της συζήτησης τα σχέδια που έκανε με κιμωλία πάνω σε μαυρισμένες διαφημιστικές επιφάνειες στους σταθμούς του μετρό της Νέας Υόρκης.
Αυτό που κάνει την περίπτωση Haring τόσο ενδιαφέρουσα σήμερα είναι ότι η αναγνωρισιμότητά του δεν προέρχεται μόνο από τα μουσεία. Προέρχεται και από την ακραία κυκλοφορία της εικόνας του. Οι φιγούρες του έχουν γίνει μία από τις πιο αναγνωρίσιμες οπτικές γλώσσες της ύστερης ποπ κουλτούρας του 20ού αιώνα: τόσο άμεσες και τόσο “καθαρές”, ώστε να περνούν εξίσου εύκολα από την αίθουσα μιας έκθεσης σε ένα φούτερ, σε ένα παιχνίδι ή σε μια εμπορική συνεργασία.
Αυτό, βέβαια, δεν είναι εντελώς ξένο προς τον ίδιο τον Haring. Η ιδέα ότι η τέχνη πρέπει να είναι προσβάσιμη και να σπάει το όριο ανάμεσα στο “υψηλό” και το “λαϊκό” ήταν κεντρική στον τρόπο που δούλευε και αυτοπαρουσιαζόταν.
Ακριβώς εκεί, όμως, αρχίζει και η σημερινή ένταση γύρω από το όνομά του. Γιατί ο Haring δεν ήταν απλώς ένας δημιουργός αναγνωρίσιμων συμβόλων. Η δουλειά του ήταν δεμένη με τη δημόσια πόλη, με την queer κουλτούρα της Νέας Υόρκης και, όλο και πιο έντονα στα τελευταία χρόνια της ζωής του, με την κρίση του AIDS και τον ακτιβισμό γύρω από αυτή. Όταν η εικόνα του μένει παντού αλλά οι ιστορικές και σωματικές συνθήκες που τη γέννησαν ξεθωριάζουν, τότε η επιτυχία του κινδυνεύει να μοιάζει και με εξομάλυνση.
Το ενδιαφέρον, λοιπόν, δεν βρίσκεται μόνο στο αν ο Keith Haring “πουλήθηκε” ή όχι. Αυτό θα ήταν υπερβολικά εύκολο ως συμπέρασμα. Ο ίδιος είχε κινηθεί συνειδητά ανάμεσα στη δημόσια τέχνη, το εμπόρευμα, την ποπ εικόνα και τον ακτιβισμό, πολύ πριν αυτό γίνει αυτονόητο για έναν καλλιτέχνη. Το πιο ενδιαφέρον ερώτημα είναι άλλο: τι συμβαίνει όταν ένας δημιουργός που ήθελε να βγάλει την τέχνη από τις γκαλερί καταλήγει να κερδίζει παντού, αλλά όχι πάντα ολόκληρος;
Ίσως εκεί βρίσκεται και η πιο ακριβής περιγραφή της σημερινής του θέσης. Ο Haring είναι πιο ορατός από ποτέ, αλλά αυτή η ορατότητα δεν εγγυάται ότι η μνήμη του έργου του παραμένει ακέραιη. Μερικές φορές, η καθολική αποδοχή δεν σβήνει έναν καλλιτέχνη. Απλώς τον κάνει πιο εύκολο να καταναλωθεί.