Η Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν δεν έχει βγει ακόμη στις αίθουσες, αλλά έχει ήδη ανοίξει πολλές συζητήσεις. Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες δεν αφορά ούτε την πανοπλία, ούτε το IMAX, ούτε το αν ο Ματ Ντέιμον μοιάζει αρκετά με Οδυσσέα. Αφορά κάτι πιο λεπτό: γιατί σε μια ταινία βασισμένη στο πιο διάσημο ελληνικό έπος δεν φαίνεται να υπάρχει ούτε ένας Έλληνας ηθοποιός στο καστ.
Το θέμα θα μπορούσε εύκολα να γίνει μικρό, επαρχιώτικο ή αμυντικό. Δεν είναι ανάγκη. Το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται στο να μετρήσουμε διαβατήρια ούτε στο να ζητήσουμε από το Χόλιγουντ να αντιμετωπίζει τον Όμηρο σαν εθνική ιδιοκτησία. Ο Όμηρος ανήκει εδώ και αιώνες στην παγκόσμια λογοτεχνία. Το ζήτημα είναι άλλο: όταν το Χόλιγουντ επιστρέφει ξανά και ξανά στους ελληνικούς μύθους, γιατί οι σημερινοί Έλληνες μοιάζουν τόσο συχνά άσχετοι με αυτούς;
Το θέμα επανήλθε μετά τις πρώτες εικόνες της Οδύσσειας και τις αντιδράσεις που προκάλεσε το καστ. Οι ρατσιστικές επιθέσεις που δέχθηκε η Λουπίτα Νιόνγκο για τον ρόλο της Ελένης της Τροίας είναι, προφανώς, το λάθος και πιο σκοτεινό σημείο αυτής της κουβέντας. Το ζήτημα της «αυθεντικότητας» δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως όχημα αποκλεισμού ή φυλετικής καθαρότητας. Το πιο ενδιαφέρον επιχείρημα βρίσκεται αλλού: αν η ταινία έχει επιλέξει ένα καστ που θέλει να «εκπροσωπεί τον κόσμο», γιατί δεν βρέθηκε χώρος ούτε για έναν Έλληνα ή Ελληνίδα σε αυτό το μεγάλο, πολυπολιτισμικό τραπέζι;
Το ερώτημα έχει σημασία ακριβώς επειδή η Οδύσσεια δεν είναι ένα οποιοδήποτε έργο. Είναι ένας από τους μεγάλους μύθους της επιστροφής, της απουσίας, της μνήμης και της ταυτότητας. Για τους περισσότερους θεατές είναι παγκόσμια λογοτεχνία. Για τους Έλληνες, όμως, παραμένει και κάτι πιο οικείο, πιο καθημερινό, πιο βαθιά ενσωματωμένο στη γλώσσα, στην παιδεία, στα ονόματα, στις οικογενειακές αφηγήσεις, στη σχέση με την αρχαιότητα, ακόμη και στις πιο κοινές εκφράσεις.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ταινία για τον Όμηρο πρέπει να γίνει με ελληνικό καστ. Σημαίνει, όμως, ότι η πλήρης απουσία σύγχρονων Ελλήνων από μια τόσο προβεβλημένη ομηρική παραγωγή αγγίζει ένα παλιό παράδοξο. Η αρχαία Ελλάδα αντιμετωπίζεται συχνά ως κοινή δυτική κληρονομιά, σχεδόν αποκομμένη από τους σημερινούς ανθρώπους που ζουν στη γλώσσα, στα τοπία και στη συνέχεια αυτής της ιστορίας. Ο Αχιλλέας, ο Οδυσσέας, η Ελένη, ο Λεωνίδας, ο Αλέξανδρος γίνονται παγκόσμια σύμβολα. Οι σύγχρονοι Έλληνες, όμως, στις μεγάλες χολιγουντιανές εικόνες, καταλήγουν πιο εύκολα Ζορμπάδες, γραφικοί νησιώτες, κωμικά side characters ή φόντο για τουρίστες.
Αυτό το παράδοξο το συνοψίζει εύστοχα και ο Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος, κριτικός κινηματογράφου της LiFO: η παγκόσμια εικόνα των Ελλήνων, λέει, παραμένει συχνά πιο κοντά στον Ζορμπά παρά στον Αχιλλέα. Το χαρακτηρίζει αποκαρδιωτικό και τεμπέλικο στερεότυπο, που επιμένει αντί για πιο σύνθετες εκδοχές του τι μπορεί να σημαίνει ελληνικότητα σήμερα. Θα ήταν, σημειώνει, ωραίο να υπάρχει έστω ένας ή δύο Έλληνες μέσα σε ένα τόσο μεγάλο καστ, αν και κάτι τέτοιο θα αποτελούσε μάλλον έκπληξη.
Αυτό ακριβώς είναι το ενδιαφέρον σημείο της συζήτησης. Δεν είναι ότι οι Έλληνες «δικαιούνται» αποκλειστικά τους μύθους τους. Είναι ότι το Χόλιγουντ μοιάζει συχνά να θέλει την αρχαία ελληνικότητα χωρίς τους σημερινούς Έλληνες. Θέλει τον Όμηρο ως υλικό για παγκόσμια υπερπαραγωγή, αλλά δυσκολεύεται να φανταστεί έναν σύγχρονο Έλληνα ηθοποιό μέσα σε αυτό το υψηλό μυθολογικό σύμπαν.
Και όμως, το υλικό υπάρχει. Υπάρχει η ελληνική διασπορά του Χόλιγουντ, από τον Μπίλι Ζέιν και τον Θίο Τζέιμς μέχρι την Τζένιφερ Άνιστον, τον Χανκ Αζάρια και τον Ντέιβ Μπατίστα, πρόσωπα που ήδη κυκλοφορούν στα ελληνικά social media ως φαντασιακές εναλλακτικές επιλογές. Υπάρχει και η σύγχρονη ελληνική κινηματογραφική σκηνή, με δημιουργούς και ηθοποιούς που έχουν αποκτήσει διεθνή διαδρομή εδώ και χρόνια. Από τον Γιώργο Λάνθιμο και την Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη μέχρι την Αγγελική Παπούλια και άλλους ηθοποιούς που έχουν περάσει σε διεθνή φεστιβάλ και παραγωγές, η Ελλάδα δεν είναι πια κινηματογραφικά αόρατη.
Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι η έλλειψη ταλέντου. Είναι η θέση του σύγχρονου ελληνικού σώματος μέσα στο παγκόσμιο φαντασιακό της αρχαιότητας. Όταν μια ταινία για την Ιαπωνία, την Ινδία ή την Πολυνησία θα δεχόταν σήμερα αυστηρότερη συζήτηση για το ποιοι εκπροσωπούν τον πολιτισμό της, οι ελληνικοί μύθοι μοιάζουν να αντιμετωπίζονται διαφορετικά: σαν να ανήκουν τόσο ολοκληρωτικά στη Δύση ώστε οι Έλληνες να γίνονται περιττοί.
Εδώ βρίσκεται και η πιο λεπτή ειρωνεία. Η Οδύσσεια είναι ο μεγάλος μύθος του νόστου, της επιστροφής στο σπίτι μετά από χρόνια περιπλάνησης. Και η συζήτηση που ανοίγει τώρα μοιάζει, με έναν παράξενο τρόπο, με αίτημα συμμετοχής σε αυτόν τον νόστο. Οι Έλληνες δεν ζητούν δικαιώματα αποκλειστικής χρήσης του Όμηρου. Ζητούν να μη λείπουν εντελώς από το ταξίδι όταν ο μύθος τους μετατρέπεται στο μεγαλύτερο blockbuster της χρονιάς.
Αυτό δεν ακυρώνει την προσμονή για την ταινία του Νόλαν. Το αντίθετο. Η Οδύσσεια παραμένει ένα από τα πιο αναμενόμενα κινηματογραφικά γεγονότα της χρονιάς και, αν κάτι δείχνει η ένταση αυτής της συζήτησης, είναι ακριβώς πόσο ζωντανός παραμένει ο ομηρικός μύθος. Οι Έλληνες θα δουν την ταινία. Θα τη συζητήσουν, θα τη συγκρίνουν, θα τη λατρέψουν ή θα τη βρουν υπερβολική. Αλλά πριν από όλα αυτά, πολλοί αναρωτιούνται κάτι απλό: όταν το Χόλιγουντ ξαναγράφει την Οδύσσεια για όλο τον κόσμο, υπάρχει χώρος για έστω ένα ελληνικό βλέμμα μέσα στην εικόνα;
Ίσως αυτή να είναι τελικά η πιο ενδιαφέρουσα διάσταση του θέματος. Όχι η απαίτηση για «εθνική αυθεντικότητα», αλλά η υπενθύμιση ότι οι μύθοι, όσο παγκόσμιοι κι αν γίνονται, δεν γεννιούνται στο κενό. Έχουν γλώσσα, τόπο, μνήμη, ανθρώπους που ακόμη τους κουβαλούν με τρόπους καθημερινούς και όχι μόνο ακαδημαϊκούς. Ο Όμηρος ανήκει σε όλους. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οι Έλληνες πρέπει να εξαφανίζονται κάθε φορά που το Χόλιγουντ αποφασίζει να τον ξανακάνει θέαμα.
Με στοιχεία από Guardian.