Δεν βλέπεις πρώτα τον Κρίστοφερ Νόλαν σε αυτή τη συνέντευξη-φωτογράφηση. Δεν βλέπεις ούτε Ιθάκη, ούτε πλοία, ούτε θεούς, ούτε το μεγάλο κινηματογραφικό βάρος του Ομήρου. Βλέπεις τον Ματ Ντέιμον, τον Τομ Χόλαντ και τον Ρόμπερτ Πάτινσον σαν να έχουν πέσει στη μέση μιας σκηνοθετημένης ερήμου, ανάμεσα σε αρχαίο μύθο, ανδρική μόδα και παλιό χολιγουντιανό θέατρο. Βλέπεις σώματα που παλεύουν, ποζάρουν, ιδρώνουν, σχεδόν κοροϊδεύουν την ίδια τους την ηρωική εικόνα.
Πριν ακόμη κυκλοφορήσει η Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν, το GQ και η σπουδαία φωτογράφος Άλεξ Πρέιγκερ τής έφτιαξαν μια άλλη εκδοχή. Όχι την ταινία. Την πρώτη της φαντασίωση.
Αυτό είναι το πραγματικά ενδιαφέρον στο μεγάλο αφιέρωμα του περιοδικού για το νέο εγχείρημα του Νόλαν. Τα νέα υπάρχουν και είναι εντυπωσιακά: η Οδύσσεια γυρίστηκε σε έξι χώρες, με τον Ματ Ντέιμον στον ρόλο του Οδυσσέα, τον Τομ Χόλαντ ως Τηλέμαχο, τον Ρόμπερτ Πάτινσον ως Αντίνοο και την Αν Χάθαγουεϊ ως Πηνελόπη. Η παραγωγή κράτησε 91 ημέρες, κόστισε περίπου 250 εκατομμύρια δολάρια και γυρίστηκε σε φιλμ IMAX, με πραγματικές τοποθεσίες, πραγματικές θάλασσες, πραγματικά κάστρα και πραγματική ταλαιπωρία.
Αυτά είναι, λίγο-πολύ, τα αναμενόμενα στοιχεία ενός μεγάλου προφίλ για τον Νόλαν: ο σκηνοθέτης που επιμένει στο φιλμ, στην κλίμακα, στο πρακτικό γύρισμα, στο να συμβαίνει κάτι αληθινό μπροστά στην κάμερα. Το έχουμε ξανακούσει. Είναι μέρος του μύθου του.
Αυτό που κάνει το συγκεκριμένο αφιέρωμα να ξεχωρίζει είναι ότι δεν αρκείται στο να περιγράψει αυτή την παραγωγή. Τη μετατρέπει σε εικόνα. Και η εικόνα που έστησε η Άλεξ Πρέιγκερ δεν είναι ούτε αρχαιοπρεπής ούτε ρεαλιστική. Είναι φτιαχτή, σουρεαλιστική, λίγο καμπ, λίγο παλιό Χόλιγουντ, λίγο φωτογράφιση μόδας, λίγο ομηρικό θέατρο που ξέρει ότι είναι θέατρο.
Η Πρέιγκερ δεν είναι τυχαία επιλογή. Έχει χτίσει ένα βλέμμα που αγαπά το κατασκευασμένο, το χολιγουντιανό χρώμα, το στιγμιαίο δράμα, τις εικόνες που μοιάζουν ταυτόχρονα λαμπερές και ύποπτες. Εδώ δεν φωτογραφίζει απλώς τους πρωταγωνιστές που προωθούν μια ταινία. Τους βάζει μέσα σε μια ψεύτικη Οδύσσεια, για να αρχίσουμε να επιθυμούμε την αληθινή.
Εδώ βρίσκεται η ωραία αντίφαση. Ο Νόλαν κυνηγά το πραγματικό. Η Πρέιγκερ κυνηγά το τεχνητό. Εκείνος θέλει πραγματικά βουνά, πραγματικά κύματα, πραγματικό κρύο, πραγματική ανάβαση. Εκείνη στήνει μια έρημο του φαντασιακού με πόρτες στο πουθενά, πεσμένα φύλλα, τεράστια ρολόγια, αρχαϊκές προτομές, σχοινιά, γούνες, υγρά βλέμματα και σώματα που μοιάζουν να έχουν βγει από αρχαίο μύθο και φωτογράφιση μόδας μαζί.
Αν το κείμενο του Ζακ Μπάρον αφηγείται την παραγωγή ως άθλο, η φωτογράφιση αφηγείται την ταινία ως επιθυμία. Δεν μας δείχνει πώς θα μοιάζει η Οδύσσεια του Νόλαν. Μας δείχνει πώς μπορούμε να αρχίσουμε να την ονειρευόμαστε.
Και αυτό είναι πιο ενδιαφέρον από μια συνηθισμένη συνέντευξη με τρεις σταρ. Γιατί η ταινία δεν έχει ακόμη δημόσιο σώμα. Δεν υπάρχει ακόμη η εμπειρία της αίθουσας, δεν υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα, δεν υπάρχει κοινή μνήμη. Υπάρχουν αποσπάσματα, πληροφορίες, φήμες, τίτλοι, αντιδράσεις, φωτογραφίες. Σε αυτό το ενδιάμεσο σημείο, το GQ δεν συνοδεύει απλώς την ταινία. Συμμετέχει στη γέννηση του μύθου της.
Η πιο κινηματογραφική ιστορία του αφιερώματος βρίσκεται στη Φαβινιάνα, στη δυτική Σικελία. Εκεί, σε ένα νησί που κάποτε λεγόταν Αίγουσα, δηλαδή «νησί των κατσικιών», και συνδέεται με τη διαδρομή του Οδυσσέα πριν από τη συνάντηση με τον Κύκλωπα, ο Νόλαν βρήκε το Castello di Santa Caterina.
Ένα πραγματικό κάστρο που μπορούσε να γίνει η Ιθάκη του. Μόνο που το κάστρο δεν ήταν φιλικό σε μια τέτοια παραγωγή. Το μονοπάτι ήταν στενό, η ανάβαση κρατούσε περίπου 45 λεπτά και ο δρόμος που επρόκειτο να φτιαχτεί για το συνεργείο δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.
Τελικά, η Ιθάκη έπρεπε να κατακτηθεί με τα πόδια.
Όσοι μπορούσαν ανέβαιναν μόνοι τους. Οι υπόλοιποι και ο εξοπλισμός ανέβαιναν με ελικόπτερα. Για δύο εβδομάδες, συνεργείο και ηθοποιοί ξεκινούσαν από κάτω και ανέβαιναν περίπου 900 πόδια σε υψόμετρο για να φτάσουν στο γύρισμα. Ο Πάτινσον και ο Χόλαντ το έκαναν συχνά με κοστούμια και σανδάλια. Ο Ντέιμον, που έχει γυρίσει δεκάδες ταινίες, λέει ότι κάθε τοποθεσία αυτής της ταινίας θα ήταν η δυσκολότερη τοποθεσία οποιασδήποτε άλλης παραγωγής του.
Αυτό, από μόνο του, είναι έπος. Αλλά το GQ δεν το αφήνει μόνο στο επίπεδο της παραγωγικής δυσκολίας. Το ντύνει με μύθο. Παίρνει το «κουράστηκαν όλοι» και το μετατρέπει σε «τρεις άντρες μπαίνουν σε μια τελετουργία».
Ο Ντέιμον είναι ο ώριμος σταρ. Ο Οδυσσέας. Ο άνθρωπος που κουβαλά την ανάμνηση μιας άλλης εποχής του σινεμά. Στο κείμενο λέει ότι, όσο γύριζε την ταινία, ένιωθε μια σχεδόν νοσταλγική συγκίνηση, σαν να ζούσε ξανά τον τρόπο που γυρίζονταν οι μεγάλες ταινίες όταν ξεκινούσε: σε φιλμ, σε πραγματικές τοποθεσίες, με συνεργεία που μετακινούνταν σαν εκστρατευτικά σώματα, με σκηνοθέτες που ζητούσαν το σχεδόν αδύνατο. Στις φωτογραφίες, αυτό μεταφράζεται σε βάρος. Προτομές, γούνες, καθρέφτες, γκρίζο φως. Δεν είναι απλώς ο πρωταγωνιστής. Είναι ο άντρας που κοιτάζει την ίδια την καριέρα του σαν να βρίσκεται μπροστά σε μια τελευταία μεγάλη αποστολή.
Το ενδιαφέρον με τον Ντέιμον είναι ότι μιλά για την Οδύσσεια σχεδόν σαν να μιλά για μια μορφή σινεμά που χάνεται. Όχι επειδή κανείς άλλος δεν μπορεί πια να γυρίσει μεγάλη ταινία, αλλά επειδή τέτοιες παραγωγές —με φιλμ, αληθινές τοποθεσίες, τεράστια φυσική κλίμακα και τόσο επίμονη άρνηση της ευκολίας— μοιάζουν όλο και πιο σπάνιες. Ο ίδιος λέει ότι ένιωθε σαν να συμμετέχει σε κάτι που ίσως δεν θα ξαναζήσει. Μια παραγωγή που, ενώ συνέβαινε, είχε ήδη κάτι από ανάμνηση.
Αυτό δίνει στη δική του Οδύσσεια μια επιπλέον μελαγχολία. Ο Οδυσσέας δεν είναι μόνο ο ήρωας που επιστρέφει. Είναι και ο σταρ που καταλαβαίνει ότι ένα είδος κινηματογραφικής περιπέτειας μπορεί να φτάνει στο τέλος του. Ο Ντέιμον δεν χρειάζεται να το παίξει αυτό στη φωτογράφιση. Το κουβαλάει ως ιστορία πάνω του.
Ο Χόλαντ είναι το πέρασμα. Ο γιος, ο Τηλέμαχος, αλλά και ο ηθοποιός που προσπαθεί να βγει από το αιώνιο νεανικό σώμα του Spider-Man. Στο GQ μιλά για την ανάγκη του να κάνει ένα διάλειμμα, να μεγαλώσει στην προσωπική του ζωή, να πάψει να δουλεύει μηχανικά. Έχει σταματήσει το αλκοόλ, έχει χτίσει σπίτι στο Λονδίνο, προσπαθεί να καταλάβει πού θέλει να υπάρχει μέσα στο Χόλιγουντ. Η Οδύσσεια έρχεται την ίδια στιγμή με το Spider-Man: Brand New Day, και έτσι το καλοκαίρι του γίνεται σχεδόν συμβολικό: ο γιος του Οδυσσέα από τη μία, ο Πίτερ Πάρκερ από την άλλη. Το παλιό πρόσωπο και το επόμενο.
Γι’ αυτό η εικόνα του στο χώμα λειτουργεί τόσο καλά. Δεν είναι «ο Τομ Χόλαντ ως σταρ». Είναι ο Τομ Χόλαντ ως σώμα ανάμεσα σε δύο εποχές: το παιδί της υπερπαραγωγής και ο άντρας που πρέπει να βρει άλλη θέση μέσα του. Η πανοπλία είναι πεσμένη, όχι φορεμένη. Τα λουλούδια μοιάζουν σχεδόν τρυφερά. Η φωτογραφία δεν δείχνει ηρωισμό. Δείχνει μετάβαση.
Και σε αυτό υπάρχει κάτι πολύ σημερινό. Ο Χόλαντ ανήκει στη γενιά των ηθοποιών που μεγάλωσαν μπροστά στο κοινό μέσα σε μεγάλες κινηματογραφικές σειρές, στα social media, στη συνεχή ορατότητα, σε μια σχέση με το κοινό που τους αντιμετωπίζει σχεδόν σαν οικεία πρόσωπα. Η Οδύσσεια, για εκείνον, δεν είναι απλώς ένας ρόλος σε μια ταινία του Νόλαν. Είναι ένας τρόπος να περάσει από την εικόνα του προστατευμένου νεαρού ήρωα σε κάτι πιο βαρύ, πιο ανοιχτό, πιο αβέβαιο.
Ο Πάτινσον, πάλι, είναι το πιο παράξενο σώμα της φωτογράφισης. Παίζει τον Αντίνοο, έναν από τους μνηστήρες της Πηνελόπης, αλλά το GQ τον στήνει σαν κάτι πιο αινιγματικό: πρώην είδωλο του Twilight, περιπλανώμενο του ανεξάρτητου σινεμά, Batman, νέο πατέρα, άντρα που μοιάζει να μην εμπιστεύεται ποτέ πλήρως την ίδια του την εικόνα. Μπροστά στο τεράστιο ρολόι, δεν μοιάζει με αρχαίο χαρακτήρα. Μοιάζει σαν φιγούρα που δεν ανήκει ποτέ πλήρως στην εποχή της.
Και ίσως γι’ αυτό ο Πάτινσον είναι το πιο «νολανικό» πρόσωπο της φωτογράφισης. Ο Νόλαν έχει περάσει όλη την καριέρα του γυρίζοντας ταινίες για ανθρώπους που παλεύουν με τον χρόνο: στο Memento ο χρόνος σπάει, στο Inception απλώνεται, στο Interstellar χωρίζει πατέρες από παιδιά, στο Dunkirk αλλάζει ταχύτητα, στο Tenet γυρίζει ανάποδα, στο Oppenheimer γίνεται ιστορική βόμβα που συνεχίζει να εκρήγνυται μετά την έκρηξή της. Η Οδύσσεια, με τον νόστο, την αναμονή, την απουσία και την επιστροφή, είναι πιο κοντά στον Νόλαν απ’ όσο φαίνεται.
Ο ίδιος λέει στο GQ ότι ξαναδιαβάζοντας τον Όμηρο κατάλαβε κάτι απλό αλλά κρίσιμο: το ποίημα έχει μεγάλες κορυφώσεις, αλλά δεν έχει πάντα τις προετοιμασίες που χρειάζεται το σινεμά. Το αρχαίο κοινό ήξερε ήδη τα συμφραζόμενα. Ο σημερινός θεατής πρέπει να οδηγηθεί εκεί. Η δουλειά του, λοιπόν, δεν ήταν να «εκμοντερνίσει» απλώς τον Όμηρο. Ήταν να ξανακουρδίσει έναν μύθο ώστε να δουλέψει ως υπερπαραγωγή.
Αυτό ακριβώς κάνει και το GQ στο επίπεδο της εικόνας. Ξανακουρδίζει τον μύθο πριν από την ταινία. Παίρνει κάτι που θα μπορούσε εύκολα να παρουσιαστεί ως βαρύ, κλασικό, αρρενωπό, σχεδόν μουσειακό, και του δίνει περιοδικό σώμα. Το κάνει επιθυμητό. Το κάνει παράξενο. Το κάνει έτοιμο να κυκλοφορήσει στις οθόνες μας. Το κάνει εικόνα πριν από την εικόνα.
Η φωτογράφιση δεν φοβάται την υπερβολή. Ο Ντέιμον με γούνα πάνω σε αρχαϊκό κάθισμα κάτω από ένα άδειο μπλε φόντο. Ο Πάτινσον σαν δερμάτινο φάντασμα που τρέχει μπροστά από ρολόι. Ο Χόλαντ με κόκκινο φανελάκι, βρεγμένο δέρμα και βλέμμα στραμμένο προς τα μέσα. Οι τρεις τους να παλεύουν στην έρημο, όχι σαν χαρακτήρες του Ομήρου, αλλά σαν σταρ που ξέρουν ότι η αρρενωπότητα σήμερα πρέπει να ποζάρει, να ιδρώνει, να ειρωνεύεται τον εαυτό της και να δείχνει ωραία ενώ κάνει όλα αυτά.
Αυτό είναι το πιο σύγχρονο στοιχείο. Το GQ δεν πουλάει την Οδύσσεια ως αρχαίο έπος. Την πουλάει ως αντικείμενο επιθυμίας. Ως εικόνα που ανήκει ταυτόχρονα στον Όμηρο, στον Νόλαν, στην ανδρική μόδα, στο παλιό Χόλιγουντ και στη γρήγορη ψηφιακή κατανάλωση. Δεν είναι μικρό πράγμα. Σήμερα μια μεγάλη υπερπαραγωγή δεν αρχίζει όταν βγει το πρώτο τρέιλερ. Αρχίζει όταν ένα περιοδικό, ένα εξώφυλλο, μια φωτογράφιση, μια σειρά από εικόνες μάς δίνουν τον τρόπο με τον οποίο θα τη φανταστούμε.
Αυτό ακριβώς συμβαίνει εδώ. Η Οδύσσεια του Νόλαν δεν έχει ακόμη δημόσιο σώμα. Η Πρέιγκερ τής δίνει ένα προσωρινό. Φτιαχτό, εντυπωσιακό, λίγο γελοίο με τον σωστό τρόπο, αρκετά ωραίο ώστε να κυκλοφορήσει, αρκετά παράξενο ώστε να μείνει στο μάτι.
Το ενδιαφέρον δεν είναι να ρωτήσουμε αν αυτές οι φωτογραφίες «μοιάζουν» με την ταινία. Μάλλον δεν μοιάζουν. Το ενδιαφέρον είναι ότι πιάνουν κάτι από την αντίφαση της ίδιας της ταινίας πριν τη δούμε: η Οδύσσεια του Νόλαν θέλει να είναι αληθινή ως σωματική εμπειρία και μυθική ως εικόνα. Θέλει να χτιστεί με κόπο, αλλά να φανεί σαν όνειρο. Θέλει το βάρος του πραγματικού και την υπερβολή του μύθου.
Και κάπως έτσι, το αφιέρωμα του GQ γίνεται πιο ενδιαφέρον από ένα απλό ρεπορτάζ για δύσκολα γυρίσματα. Μας δείχνει πώς φτιάχνεται σήμερα η προσμονή. Πώς μια ταινία γίνεται αντικείμενο πριν γίνει εμπειρία. Πώς οι σταρ δεν μιλούν απλώς για τους ρόλους τους, αλλά τοποθετούνται σε ένα εικονογραφικό σύμπαν που μας λέει τι να περιμένουμε: όχι πλοκή, αλλά αίσθηση. Όχι πληροφορία, αλλά επιθυμία.
Αν κάτι ενώνει τον Νόλαν με την Πρέιγκερ εδώ, είναι ότι και οι δύο καταλαβαίνουν τη σημασία της πίστης. Ο Νόλαν θέλει οι ηθοποιοί και το κοινό να πιστέψουν επειδή κάτι πραγματικό συνέβη μπροστά στην κάμερα. Η Πρέιγκερ θέλει να πιστέψουμε επειδή το τεχνητό είναι αρκετά δυνατό, αρκετά ενορχηστρωμένο, αρκετά παράξενο ώστε να ανοίξει μια φαντασίωση. Ο ένας χτίζει τον μύθο από την ύλη. Η άλλη από την πόζα.
Και το Χόλιγουντ, στην καλύτερη στιγμή του, πάντα χρειαζόταν και τα δύο. Χρειάζεται το βουνό που ανέβηκε όντως το συνεργείο, αλλά και τη φωτογραφία που κάνει αυτή την ανάβαση να μοιάζει με τελετή. Χρειάζεται το αληθινό νερό, αλλά και το στιλιζαρισμένο βλέμμα. Χρειάζεται τον ηθοποιό που κρυώνει, αλλά και τον σταρ που φωτίζεται σαν άγαλμα.
Ο Νόλαν έφτιαξε την Οδύσσειά του με κάστρα, πλοία, θάλασσες, φιλμ, IMAX, πραγματικές τοποθεσίες και εξαντλητικά γυρίσματα. Το GQ και η Άλεξ Πρέιγκερ έφτιαξαν την πρώτη της παραισθητική αντανάκλαση.
Και πριν ακόμη δούμε την ταινία, αυτή η αντανάκλαση μάς λέει κάτι χρήσιμο: τα μεγάλα κινηματογραφικά γεγονότα δεν γεννιούνται μόνο στο πλατό. Γεννιούνται και σε εκείνο το περίεργο σημείο όπου η πληροφορία γίνεται εικόνα, η εικόνα γίνεται πόθος και ο πόθος αρχίζει να μοιάζει με μύθο.
Με στοιχεία από GQ.