Η Γωγώ Μαστροκώστα και η Ελλάδα που έμαθε να κοιτάζει πρώτα το σώμα

Η Γωγώ Μαστροκώστα και η Ελλάδα που έμαθε να κοιτάζει πρώτα το σώμα Facebook Twitter
φωτογραφία: instagram
0

Η Γωγώ Μαστροκώστα πέθανε χθες στα 56 της, ύστερα από μακρά μάχη με τον καρκίνο. Την είδηση γνωστοποίησε η κόρη της, Βικτώρια Δέλλα. Και μαζί με την είδηση γύρισαν πίσω πολλές εικόνες που δεν αφορούσαν μόνο εκείνη.

Γύρισε πίσω μια ολόκληρη ελληνική τηλεοπτική εποχή, νεκρή πια. Τα glossy περιοδικά των 00s. Οι τίτλοι που μιλούσαν για «εκρηκτικές παρουσίες». Η εποχή όπου οι γυναίκες της τηλεόρασης έπρεπε να είναι ταυτόχρονα ποθητές και προσιτές, εντυπωσιακές αλλά όχι απειλητικές, αρκετά λαμπερές για να τις κοιτάς και αρκετά «λαϊκές» για να μη σε κάνουν να νιώθεις μικρός μπροστά τους.

Η Μαστροκώστα υπήρξε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά πρόσωπα αυτής της στιγμής. Όχι μόνο επειδή ήταν όμορφη. Αυτό είναι το πιο βαρετό και το πιο φτωχό πράγμα που μπορεί να πει κανείς για μια γυναίκα σαν εκείνη. Αλλά επειδή πάνω της έπεσαν όλες οι αντιφάσεις μιας χώρας που ήθελε να απελευθερωθεί και ταυτόχρονα να μείνει βαθιά συντηρητική. Μιας χώρας που μπορούσε να αποθεώνει μια γυναίκα για τη σεξουαλικότητά της και να τη μειώνει γι’ αυτήν μέσα στην ίδια πρόταση.

Υπήρξε στ’ αλήθεια μια εποχή στην Ελλάδα που η Γωγώ Μαστροκώστα έμοιαζε να υπάρχει παντού. Στα πρωινάδικα όπου το σώμα της γινόταν αφορμή για πειράγματα, βλέμματα και ατάκες που τότε περνούσαν για χαριτωμένες, ενώ στην πραγματικότητα έδειχναν πόσο αυτονόητο θεωρούσε η εποχή το δικαίωμα να σχολιάζει μια γυναίκα. Σε γυμναστήρια που μύριζαν coconut body mist, μπουκαλάκια νερού και αποδυτήρια, σε μια Ελλάδα που πίστευε πως μια καλύτερη ζωή μπορούσε να αρχίσει από το σώμα, αρκεί να παρουσιαστεί σωστά στα περιοδικά και στην τηλεόραση.

Η Μαστροκώστα υπήρξε κομμάτι μιας Ελλάδας που μόλις είχε αρχίσει να πλουτίζει λίγο, να καταναλώνει περισσότερο, να βλέπει ιδιωτική τηλεόραση με τις ώρες και να φαντάζεται τον εαυτό της πιο λαμπερό, πιο fit, πιο «ευρωπαϊκό». Μια Ελλάδα που μπέρδευε την πρόοδο με το lifestyle και την ελευθερία με το δικαίωμα να σχολιάζει ασταμάτητα το σώμα μιας γυναίκας.

Ας μην κρυβόμαστε τώρα πίσω από υποκριτικούς καθωσπρεπισμούς. Η Ελλάδα κοιτούσε τη Γωγώ Μαστροκώστα όπως κοιτά μια χώρα μια γυναίκα που τη διεγείρει και την τρομάζει λίγο ταυτόχρονα. Το σώμα της έγινε δημόσια πληροφορία πριν γίνει η ζωή της δημόσια αφήγηση. Οι κοιλιακοί της, τα πόδια της, οι εμφανίσεις της, η «πειθαρχία» της, το βλέμμα της. Ήταν από εκείνες τις γυναίκες που το κοινό ένιωθε ότι «του ανήκουν» λίγο, επειδή τις είχε δει τόσες φορές μέσα από οθόνες, εξώφυλλα και lifestyle τηλεόραση.

Κι όμως, υπάρχει κάτι άδικο όταν μιλάμε για τέτοιες γυναίκες μόνο σαν θύματα του βλέμματος των άλλων. Γιατί η Μαστροκώστα δεν ήταν μια άβουλη ή παθητική φιγούρα. Ήξερε τη δύναμη της εικόνας της. Τη δούλεψε, την κατοίκησε, τη μετέτρεψε σε δημόσια παρουσία. Ανήκε σε μια γενιά γυναικών που κατάλαβαν νωρίς ότι στην ελληνική τηλεόραση το σώμα μπορούσε να γίνει επάγγελμα, κοινωνική άνοδος, προστασία και παγίδα μαζί.

Και ίσως αυτό κάνει την ιστορία της πολύ πιο ενδιαφέρουσα από μια εύκολη στερεοτυπική αναγνωσή της ή από αυτό το κλισεδιάρικο, αγιογραφικό «πάλεψε γενναία». Η Γωγώ Μαστροκώστα έμοιαζε να καταλαβαίνει το παιχνίδι καλύτερα από πολλούς γύρω της. Μόνο που το παιχνίδι ήταν φτιαγμένο έτσι ώστε οι κανόνες να αλλάζουν πάντα εις βάρος των γυναικών όταν περνά ο χρόνος.

Η ελληνική τηλεόραση των 90s και των 00s αγαπούσε τις γυναίκες όσο έμεναν εικόνες. Η ωριμότητα, η αρρώστια, η κούραση, η πραγματική ζωή δημιουργούσαν αμηχανία σε ένα σύστημα που είχε εκπαιδευτεί να καταναλώνει πρόσωπα και όχι να τα συνοδεύει μέσα στον χρόνο.

Και ας μη βιαστούμε να πούμε ότι όλα αυτά ανήκουν σε μια παλιά, αθώα, χυδαία τηλεόραση που αφήσαμε πίσω. Το συμβόλαιο απλώς άλλαξε πλατφόρμα.Από το πρωινάδικο πήγε στο Instagram. Από το εξώφυλλο στο story. Από το πάνελ στο comment section. Από το «κορμάρα» στο «body goals». Η γλώσσα έγινε πιο προσεκτική, πιο wellness, πιο empowering. Αλλά η απαίτηση παρέμεινε σχεδόν ίδια: η γυναίκα στα media να είναι ορατή, επιθυμητή, ελεγχόμενη, διαθέσιμη, και όταν κουραστεί από αυτό, να το κάνει κι αυτό με αξιοπρέπεια. Η πρόοδος άλλαξε το λεξιλόγιο. Όχι πάντα τον μηχανισμό.

Κι όμως, η Μαστροκώστα κατάφερε κάτι σπάνιο: να μετακινηθεί σταδιακά από τη θέση του «φαντασιακού σώματος» στη θέση ενός ανθρώπου που το κοινό κοιτούσε αλλιώς. Όταν μίλησε δημόσια για τον καρκίνο, ειδικά για τη στιγμή που διαγνώστηκε λίγο μετά τη γέννηση της κόρης της, ράγισε κάτι μέσα στην παλιά εικόνα της. Όχι επειδή ξαφνικά έγινε «αξιοσέβαστη». Αυτή είναι ίσως η πιο ύπουλη υποκρισία που έχουμε απέναντι στις γυναίκες της δημόσιας ζωής: πρώτα τις καταναλώνουμε σαν εικόνες και μετά αποφασίζουμε ότι αποκτούν «βάθος» μόνο όταν υποφέρουν.

Αλλά γιατί, για πρώτη φορά, πολλοί άνθρωποι είδαν κάτι που υπήρχε πάντα εκεί. Μια γυναίκα με φόβο, μητρότητα, εξάντληση, τρυφερότητα, ανάγκη να επιβιώσει. Έναν άνθρωπο σαν κι αυτούς. Όχι ένα εξώφυλλο.

Και ίσως αυτό είναι το πιο παράξενο πράγμα με τις γυναίκες της ελληνικής pop κουλτούρας εκείνης της περιόδου. Τις θυμόμαστε μέσα από παγωμένες στον χρόνο εικόνες: φωτογραφίσεις, τηλεοπτικά πλάνα, εξώφυλλα, paparazzi, επαναλήψεις εκπομπών, viral αποσπάσματα μιας άλλης εποχής. Ενώ στην πραγματικότητα ήταν άνθρωποι που γερνούσαν κανονικά, αρρώσταιναν κανονικά, αγαπούσαν κανονικά, φοβούνταν κανονικά.

Σαν να μην επέτρεπε ποτέ η ελληνική μηχανή της δημοσιότητας στις γυναίκες της να κατοικήσουν πραγματικά στον χρόνο.

Η Γωγώ Μαστροκώστα κουβαλούσε και κάτι άλλο, πιο ελληνικό και πιο δύσκολο να εξηγηθεί. Μια μορφή λαϊκής θηλυκότητας που η Ελλάδα αγαπά βαθιά αλλά ταυτόχρονα ντρέπεται λίγο γι’ αυτήν. Δεν είχε την ψυχρή απόσταση ενός μοντέλου διεθνούς μόδας ούτε την κουλτουριάρικη προστασία μιας πιο εναλλακτικής περσόνας. Ήταν κοντά στο mainstream βλέμμα. Και γι’ αυτό πάνω της γράφτηκαν πιο άγρια οι αντιφάσεις του.

Η χώρα μπορούσε να την ποθεί σαν φαντασίωση και ταυτόχρονα να τη χλευάζει σαν υπερβολική. Να την αντιμετωπίζει σαν «κορμάρα» και μετά να απαιτεί από τον ίδιο άνθρωπο σοβαρότητα και αξιοπρέπεια όταν η ζωή έγινε δύσκολη. Να τη βάζει μέσα στο πιο επιθετικό lifestyle σύστημα και μετά να συγκινείται όταν αυτό το σώμα έδειξε την ευαλωτότητά του.

Μερικές φορές σκέφτομαι ότι οι γυναίκες εκείνης της τηλεοπτικής γενιάς πλήρωσαν ένα πολύ παράξενο τίμημα: έπρεπε να γίνουν σύμβολα πριν προλάβουν να υπάρξουν ως άνθρωποι.

Κι όταν αργότερα ο χρόνος, η μητρότητα, η αρρώστια ή απλώς η ζωή τις επέστρεφαν στη γήινη υπόστασή τους, το κοινό ξαφνικά ανακάλυπτε πως πίσω από την εικόνα υπήρχε ψυχή. Σαν να ήταν αποκάλυψη. Σαν να χρειαζόταν ο πόνος για να τους αναγνωριστεί η ανθρωπινότητα.

Αυτό είναι το πιο δύσκολο κομμάτι. Όχι η παλιά χυδαιότητα. Η καινούργια μας συγκίνηση. Το πόσο εύκολα συγκινούμαστε όταν μια γυναίκα που κοιτάξαμε πρώτα ως σώμα εμφανίζεται μπροστά μας ως ευάλωτος άνθρωπος. Και πόσο δύσκολα παραδεχόμαστε ότι αυτή η ευαλωτότητα υπήρχε πάντα, ακόμη κι όταν δεν μας βόλευε να τη δούμε.

Γιατί το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ μόνο η Γωγώ Μαστροκώστα. Ούτε μόνο τα 90s. Ούτε μόνο τα πρωινάδικα, τα εξώφυλλα και τα αστεία μιας τηλεόρασης που σήμερα μοιάζει ξεπερασμένη αλλά συνεχίζει να επιβιώνει σε πιο ύπουλες μορφές. Το πρόβλημα ήταν και παραμένει το συμβόλαιο που προσφέρεται στις γυναίκες των media: γίνε εικόνα για να σε δούμε, γίνε σώμα για να σε θέλουμε, γίνε ανθεκτική για να σε θαυμάσουμε, γίνε τραύμα για να σε πάρουμε στα σοβαρά.

Η Γωγώ Μαστροκώστα πέθανε και μαζί της μοιάζει να απομακρύνεται κι άλλο εκείνη η Ελλάδα των glossy περιοδικών, της υπερβολικής τηλεοπτικής λάμψης, της ιδιωτικής τηλεόρασης που ακόμη πίστευε ότι μπορούσε να κατασκευάζει εθνικές φαντασιώσεις σε εβδομαδιαία βάση. Αλλά κάτω από τη νοσταλγία υπάρχει και κάτι πιο αμήχανο: η συνειδητοποίηση του τρόπου που κοιτάξαμε αυτές τις γυναίκες. Όχι μόνο εκείνη.

Όλες τους.

TV & Media
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ο Τομ Χανκς δεν μπορεί να αφήσει πίσω του τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Πολιτισμός / Ο Τομ Χανκς δεν μπορεί να αφήσει πίσω του τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Με αφορμή τη νέα σειρά World War II With Tom Hanks, ο ηθοποιός και παραγωγός εξηγεί γιατί επιστρέφει ξανά και ξανά στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: όχι από νοσταλγία, αλλά επειδή βλέπει στα διλήμματά του κάτι τρομακτικά σημερινό.
THE LIFO TEAM
Ο Στίβεν Κόλμπερτ ξαναβγήκε στο πιο απρόσμενο τηλεοπτικό σταθμό της Αμερικής, 23 ώρες μετά το τέλος του Late Show μαζί με τον Eminem

TV & Media / Ο Στίβεν Κόλμπερτ ξαναβγήκε στο πιο απρόσμενο τηλεοπτικό σταθμό της Αμερικής, 23 ώρες μετά το τέλος του Late Show μαζί με τον Eminem

Μία μέρα μετά το τέλος του Late Show, ο Στίβεν Κόλμπερτ έκανε την πιο απρόσμενη τηλεοπτική επιστροφή: σε ένα τοπικό κανάλι στο Μίσιγκαν, με Eminem, Jack White και Jeff Daniels, και ένα φινάλε όπου το σκηνικό έγινε στάχτη.
THE LIFO TEAM
Ο Stephen Colbert έσβησε τα φώτα του Late Show με τον Paul McCartney

TV & Media / Ο Στίβεν Κόλμπερτ έριξε αυλαία στο Late Show με τον Πολ ΜακΚάρτνεϊ

Το ιστορικό late-night franchise του CBS αποχαιρέτησε το κοινό του ύστερα από 33 χρόνια, με ένα φινάλε γεμάτο Πολ ΜακΚάρτνεϊ, Έλβις Κοστέλο, Τζον Μπατίστ, διάσημα cameos, μια μάυρη τρύπα που κατάπιε το Ed Sullivan Theater και σχεδόν καμία ευθεία αναφορά στον Ντόναλντ Τραμπ.
THE LIFO TEAM
Ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, η Όμπρεϊ Πλάζα και ο Μπεν Στίλερ αποχαιρέτησαν τον Στίβεν Κόλμπερτ λίγο πριν το τέλος του Late Show

TV & Media / Ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, η Όμπρεϊ Πλάζα και ο Μπεν Στίλερ αποχαιρέτησαν τον Στίβεν Κόλμπερτ λίγο πριν το τέλος του Late Show

Ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, η Όμπρεϊ Πλάζα, ο Μπεν Στίλερ, η Μάρθα Στιούαρτ και άλλοι διάσημοι φίλοι του The Late Show εμφανίστηκαν στο προτελευταίο επεισόδιο της εκπομπής, όπου ο Στίβεν Κόλμπερτ απάντησε επιτέλους στις ερωτήσεις που έκανε τόσα χρόνια στους καλεσμένους του.
THE LIFO TEAM