Η Petra Collins πέρασε χρόνια φωτογραφίζοντας κορίτσια σαν να βρίσκονταν μέσα σε ένα μισοξεχασμένο όνειρο του ίντερνετ: δωμάτια με καπνό, ροζ φως, σχολικές αναμνήσεις που γίνονται εφιάλτες, σώματα που κινούνται ανάμεσα στην αθωότητα, τη σεξουαλικότητα, το camp και το horror. Πριν γίνει reference για μια ολόκληρη γενιά, ήταν ήδη μια δημιουργός που έφτιαχνε κόσμους.
Σήμερα, με αφορμή το νέο της βιβλίο «Star», η Collins μιλά στο i-D για την προσωπική της ιστορία, τη σχέση της με την εικόνα, τη βία που κρύβεται πίσω από τη θηλυκότητα, την αισθητική που γεννήθηκε στο Tumblr και κατέληξε να διατρέχει την pop κουλτούρα. Το κείμενο του i-D την περιγράφει ως μια δημιουργό με «big sister energy»: όχι μόνο απέναντι στη μικρότερη αδελφή της, Anna Collins, που φωτογράφισε το εξώφυλλο, αλλά και απέναντι σε μια γενιά pop stars όπως η Selena Gomez, η Olivia Rodrigo και η Addison Rae, που πέρασαν μέσα από τη δική της οπτική γλώσσα.
Η Collins ξεκίνησε να φωτογραφίζει επειδή, όπως λέει, από παιδί χρειαζόταν έναν τρόπο να εκφράζεται. Ήθελε αρχικά να γίνει μπαλαρίνα, αλλά στα 11 ή 12 άρχισαν να εξαρθρώνονται συνεχώς τα γόνατά της. Αργότερα έμαθε ότι έχει διαταραχή του συνδετικού ιστού. Όταν οι γιατροί της είπαν ότι το σώμα της δεν άντεχε τον χορό, ένιωσε προδομένη από το ίδιο της το σώμα. Έτσι πήρε μια κάμερα, επειδή ήθελε πάντα να κάνει ταινίες.
Αυτή η μετάβαση από τον χορό στη φωτογραφία εξηγεί πολλά για το έργο της. Η ίδια λέει ότι η φωτογραφία, για εκείνη, είναι κίνηση και αίσθηση, πολύ κοντά στον χορό. Δεν ήξερε καλά πώς λειτουργούσε η κάμερα, δεν ήταν καλή με τα τεχνικά, ήταν δυσλεκτική, έβλεπε άσχημα. Αλλά από νωρίς κατάλαβε ότι η εικόνα μπορούσε να γίνει ένας τρόπος να κινηθεί μέσα στον κόσμο.
Η πρώιμη αισθητική της Collins γεννήθηκε απέναντι σε έναν «αρρενωπό» τρόπο διδασκαλίας της φωτογραφίας, όπως τον περιγράφει η ίδια. Στο σχολείο, ο καθηγητής της επέμενε σε βαρετές ασπρόμαυρες εικόνες, ενώ εκείνη κοιτούσε τον Ryan McGinley, τη βρομιά, το χρώμα, την κίνηση, την ατέλεια. Έμαθε, όπως λέει, κάνοντας το αντίθετο από αυτό που της μάθαιναν.
Το καθοριστικό στοιχείο όμως δεν ήταν μόνο το ύφος. Ήταν η σκηνοθεσία. Ο Thom Bettridge του i-D της λέει ότι από την αρχή έμοιαζε να έχει «ενέργεια μεγαλύτερης αδελφής»: έφερνε φίλες, τις έντυνε, τις κατεύθυνε, τις έβαζε μέσα σε κόσμους που έφτιαχνε η ίδια. Η Collins συμφωνεί. Δεν φωτογράφιζε απλώς τη ζωή της. Έπρεπε, όπως λέει, να ξανασκεφτεί το έργο της, γιατί για χρόνια νόμιζε ότι κατέγραφε ό,τι συνέβαινε γύρω της, ενώ στην πραγματικότητα το επινοούσε. Κυνηγούσε μια εφηβεία που δεν υπήρξε ποτέ — και που, όπως πιστεύει, δεν υπήρξε πραγματικά για πολλά κορίτσια.
Εκεί βρίσκεται και το σκοτεινό κέντρο της συνέντευξης. Η Collins μιλά για μια παιδική και εφηβική ηλικία φορτισμένη από σεξουαλικοποίηση, φόβο και pop κουλτούρα. Θυμάται πως αισθανόταν ήδη στα 9, 10, 11, 12 ότι σεξουαλικοποιείται, και περιγράφει την εποχή της ως μια περίοδο όπου η παιδικότητα και η επιθυμία μπλέκονταν με επικίνδυνο τρόπο στις εικόνες. Για εκείνη, το κορίτσι του internet δεν ήταν ποτέ απλώς ένα ροζ, χαριτωμένο σύμβολο. Ήταν κάτι πιο σκοτεινό: ένας τρόπος επιβίωσης, αλλά και ένας τρόπος να πληγώνεις τον εαυτό σου.
Γι’ αυτό μιλά με ανησυχία για την επιστροφή της coquette αισθητικής και της κουλτούρας γύρω από τη Lolita. Για τη Collins, εκείνη η γλώσσα υπήρξε κάποτε ένας τρόπος με τον οποίο πολλά κορίτσια προσπαθούσαν να επεξεργαστούν την εκμετάλλευσή τους, νομίζοντας ότι αν συμμετείχαν στα μοτίβα της θα τα έλεγχαν. Αργότερα, λέει, καταλαβαίνεις ότι απλώς πληγώνεις περισσότερο τον εαυτό σου.
Το Rookie Mag υπήρξε καθοριστικό για αυτή τη γλώσσα. Η Collins συνεργάστηκε με την Tavi Gevinson όταν το site έδινε σχήμα σε μια νέα κοινότητα κοριτσιών, πριν ακόμη η αισθητική αυτή γίνει παντού. Εκείνη μιλά για το Tumblr ως ένα σχεδόν επαναστατικό εργαλείο: ένα μέρος όπου μπορούσαν να κυκλοφορήσουν εικόνες και να δημιουργηθεί κοινότητα. Το i-D σημειώνει ότι αυτό που τότε έμοιαζε niche και indie «γέννησε ολόκληρο το girl internet».
Το πρόβλημα, βέβαια, είναι τι συμβαίνει όταν η αισθητική σου γίνεται κοινόχρηστη. Η Collins υπήρξε για πολλούς το reference. Το έργο της μπήκε σε moodboards, κυκλοφόρησε σε screenshots, έγινε κομμάτι της οπτικής γλώσσας της pop κουλτούρας. Το i-D αναφέρει και τη μακρόχρονη φήμη ότι το «Euphoria» μοιάζει να έχει αντλήσει απευθείας από το σώμα της δουλειάς της. Η ίδια δεν μοιάζει να θέλει να μείνει σε αυτό. Προτιμά να κοιτάζει μπροστά, προς την πρώτη της ταινία.
Το νέο βιβλίο της, «Star», είναι μια σκοτεινή ιστορία για τη φήμη. Όταν τη ρωτούν αν σκέφτεται πολύ τη φήμη, απαντά απολύτως. Γι’ αυτό, λέει, το βιβλίο είναι horror story. Η φήμη, ειδικά σήμερα, είναι για εκείνη «το πιο τρομακτικό πράγμα». Όλοι τη θέλουν, αλλά κανείς δεν καταλαβαίνει πόσο αφύσικο είναι να σε βλέπουν τόσοι πολλοί άνθρωποι. Κανείς δεν καταλαβαίνει, λέει, το βάθος της φρίκης και της απόγνωσης που μπορούν να βιώνουν οι διάσημοι.
Η Collins μιλά επίσης για το αίσθημα ότι η ίδια της η γλώσσα δεν της ανήκει πια. Κάποια στιγμή, λέει, χρειάστηκε να κάνει σκληρή στροφή, επειδή αυτό που έφτιαχνε μέσα από το σώμα και το μυαλό της έγινε δημοφιλές και έπαψε να της ανήκει. Το ερώτημα τότε έγινε: τι εξακολουθεί να είναι δικό της;
Η απάντηση φαίνεται να είναι το σινεμά. Η Collins λέει ότι κάνει ταινία, αλλά δεν αποκαλύπτει λεπτομέρειες. Περιγράφει το φιλμ ως την «τελική» μορφή της έκφρασής της και παραδέχεται ότι αισθάνεται πλέον περιορισμένη από τη φωτογραφία. Έχει φτάσει, όπως λέει, στα όρια του μέσου και είναι έτοιμη εδώ και χρόνια να περάσει στον κινηματογράφο.
Στο μεταξύ, συνεχίζει να κινείται ανάμεσα στη μόδα, τη μουσική, την τέχνη και την pop εικόνα. Μιλά για τη Rosalía, της οποίας το πρώτο βίντεο που γύρισε περιγράφει ως μια «sister-led» εμπειρία, με αδελφές και γυναίκες να δουλεύουν μέσα από ένστικτο και εμπιστοσύνη. Μιλά και για την Olivia Rodrigo, με την οποία γύρισε βίντεο στις Βερσαλλίες, επιλέγοντας Betacam αισθητική για να αποφύγει την ανακύκλωση των ίδιων αναφορών. Για την Collins, το μεγάλο πρόβλημα της εικόνας σήμερα είναι ότι όλοι βρίσκονται πάνω σε έναν τροχό με τις ίδιες πέντε αναφορές.
Η πιο αιχμηρή της φράση αφορά ακριβώς αυτό: οι άνθρωποι, λέει, δεν καταλαβαίνουν τη διαφορά ανάμεσα στην αναφορά και την αντιγραφή. Λείπει η περιέργεια, η γνώση, το πάθος. «Όλα έχουν γίνει αντισέξι και χωρίς πάθος», λέει, περιγράφοντας την εποχή ως «Ozempic του μυαλού».
Ίσως γι’ αυτό η Petra Collins παραμένει ενδιαφέρουσα: επειδή δεν είναι απλώς η δημιουργός μιας αναγνωρίσιμης αισθητικής. Είναι κάποια που τώρα πρέπει να ζήσει με το γεγονός ότι αυτή η αισθητική αντιγράφηκε, εμπορευματοποιήθηκε, έγινε pop DNA και γύρισε πίσω σε εκείνη ως κάτι ξένο. Το «Star» μοιάζει να γράφεται ακριβώς σε αυτή τη στιγμή: όταν το girlhood έγινε εικόνα, η εικόνα έγινε αγορά, η αγορά έγινε horror story — και η Collins ετοιμάζεται να περάσει από τη φωτογραφία στο σινεμά για να δει τι της ανήκει ακόμη.
με στοιχεία από i-D