Η «Κατσαριδο-Λαϊκή Παράταξη» ξεκίνησε ως σατιρικό διαδικτυακό αστείο στην Ινδία. Μέσα σε λίγες ημέρες, όμως, εξελίχθηκε σε viral πολιτικό φαινόμενο με εκατομμύρια ακολούθους και σύμβολο την κατσαρίδα, ένα έντομο που, όπως λένε οι δημιουργοί της, «επιβιώνει σε κάθε συνθήκη».
Το λεγόμενο Cockroach Janta Party (CJP) δημιουργήθηκε μετά από δηλώσεις του προέδρου του Ανώτατου Δικαστηρίου της Ινδίας, Σούρια Καντ, ο οποίος παρομοίασε ορισμένους ανέργους νέους και ακτιβιστές με «κατσαρίδες». Κατά τη διάρκεια ακροαματικής διαδικασίας την περασμένη εβδομάδα, ο Καντ μίλησε για «παράσιτα» που επιτίθενται στους θεσμούς και υποστήριξε ότι υπάρχουν νέοι «σαν κατσαρίδες» που, επειδή δεν βρίσκουν δουλειά ή επαγγελματική διέξοδο, στρέφονται στον ακτιβισμό, τη δημοσιογραφία ή τις καμπάνιες στα social media.
Οι δηλώσεις προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις στο διαδίκτυο, ιδιαίτερα ανάμεσα σε νέους που ήδη εκφράζουν οργή για την ανεργία, την αύξηση του κόστους ζωής και τις επαναλαμβανόμενες διαρροές θεμάτων σε κρατικούς διαγωνισμούς προσλήψεων. Λίγο αργότερα δημιουργήθηκε το CJP, το οποίο άρχισε να δημοσιεύει memes, σατιρικά προεκλογικά συνθήματα και βίντεο που χλευάζουν τη διαφθορά, την πολιτική δυσλειτουργία και την κυβέρνηση του Ναρέντρα Μόντι.
Η εξάπλωση του κινήματος ήταν εντυπωσιακά γρήγορη. Οι λογαριασμοί του κόμματος δημιουργήθηκαν το περασμένο Σάββατο και μέσα σε λίγες ημέρες το Instagram του CJP ξεπέρασε τα 15 εκατομμύρια followers, σχεδόν διπλάσιους από εκείνους του κυβερνώντος BJP του Μόντι στην ίδια πλατφόρμα.
«Οι νέοι ήταν πραγματικά εξοργισμένοι. Δεν είχαν καμία διέξοδο»
Ο δημιουργός του κινήματος, Αμπχιτζίτ Ντίπκε, πολιτικός σύμβουλος και φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης, δήλωσε ότι η επιτυχία του CJP δεν ήταν προσχεδιασμένη. Όπως είπε, το κόμμα λειτούργησε ως διέξοδος για τη συσσωρευμένη απογοήτευση πολλών νέων Ινδών.
«Οι νέοι ήταν πραγματικά εξοργισμένοι. Δεν είχαν καμία διέξοδο», δήλωσε στον Guardian.
Το CJP υιοθέτησε πλήρως τη λογική της αυτοσαρκαστικής πολιτικής σάτιρας. Στα «κριτήρια εγγραφής» του κόμματος περιλαμβάνονται χαρακτηριστικά όπως το να είναι κάποιος άνεργος, τεμπέλης, συνεχώς online και «επαγγελματίας στο rant». Παράλληλα, το σατιρικό μανιφέστο του σχολιάζει ευαίσθητα ζητήματα της ινδικής πολιτικής σκηνής, από τις καταγγελίες της αντιπολίτευσης για χειραγώγηση εκλογών μέχρι τη σχέση κυβέρνησης και φιλοκυβερνητικών media.
Το φαινόμενο αντανακλά ευρύτερη την δυσαρέσκεια των νέων απέναντι στην κυβέρνηση Μόντι και στις οικονομικές πιέσεις που αντιμετωπίζουν. Οι νέοι αποτελούν περισσότερο από το ένα τέταρτο του πληθυσμού της Ινδίας, ωστόσο πολλοί δυσκολεύονται να βρουν σταθερή εργασία, ενώ η ανεργία παραμένει υψηλή. Παράλληλα, η κυβέρνηση δέχεται αυξανόμενη κριτική για την άνοδο της θρησκευτικής πόλωσης και των κοινωνικών ανισοτήτων.
Αν και αρκετοί υποστηρικτές του Μόντι απορρίπτουν το CJP ως μια προσωρινή διαδικτυακή μόδα ή ως έμμεσο εργαλείο της αντιπολίτευσης, το κίνημα έχει ήδη αρχίσει να αποκτά παρουσία και εκτός social media. Σε ορισμένες διαδηλώσεις, νεαροί ακτιβιστές εμφανίστηκαν ντυμένοι ως κατσαρίδες, ενώ την Πέμπτη ο Ντίπκε κατήγγειλε ότι ο λογαριασμός του CJP στην πλατφόρμα X μπλοκαρίστηκε προσωρινά στην Ινδία. Λίγα λεπτά αργότερα ανακοίνωσε τη δημιουργία νέου λογαριασμού με το μήνυμα: «Η κατσαρίδα επέστρεψε».
Με πληροφορίες από Guardian