Η κυβέρνηση Τραμπ προχώρησε σε συμφωνία που βάζει τέλος σε εκκρεμείς και μελλοντικούς φορολογικούς ελέγχους σε βάρος του Αμερικανού προέδρου, της οικογένειάς του και των επιχειρήσεών τους, σε μια πρωτοφανή κίνηση που προκαλεί σφοδρές πολιτικές και νομικές αντιδράσεις στις ΗΠΑ.
Η συμφωνία ανακοινώθηκε από τον υπηρεσιακό γενικό εισαγγελέα Τοντ Μπλανς και συνδέεται με τον διακανονισμό αγωγής που είχε καταθέσει ο Ντόναλντ Τραμπ κατά της αμερικανικής φορολογικής υπηρεσίας IRS για τη διαρροή των φορολογικών του δηλώσεων. Στο πλαίσιο του διακανονισμού, ο Τραμπ απέσυρε την αγωγή του, ενώ το υπουργείο Δικαιοσύνης δημιούργησε παράλληλα ταμείο ύψους σχεδόν 1,8 δισ. δολαρίων για άτομα που υποστηρίζουν ότι στοχοποιήθηκαν από την κυβέρνηση Μπάιντεν.
Νομικοί και στελέχη της αντιπολίτευσης χαρακτηρίζουν τη συμφωνία άνευ προηγουμένου στην αμερικανική πολιτική ιστορία, καθώς ουσιαστικά παρέχει φορολογική προστασία στον ίδιο τον πρόεδρο από την κυβέρνηση που ο ίδιος ελέγχει.
Η μονοσέλιδη οδηγία που δημοσιοποίησε την Τρίτη ο Μπλανς προβλέπει ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα αποκλείεται «για πάντα» από το να προχωρήσει σε νέες ενέργειες ή έρευνες που αφορούν φορολογικές δηλώσεις του Τραμπ οι οποίες έχουν ήδη κατατεθεί. Στην πράξη, η απόφαση βάζει τέλος όχι μόνο σε εκκρεμείς ελέγχους της IRS, αλλά και σε πιθανούς μελλοντικούς ελέγχους για προηγούμενα φορολογικά έτη.
Το εύρος της συμφωνίας έχει προκαλέσει ιδιαίτερη ανησυχία, καθώς δεν περιορίζεται μόνο στον ίδιο τον Τραμπ. Το κείμενο επεκτείνεται και σε μέλη της οικογένειάς του, καθώς και σε «συνδεδεμένα ή συνεργαζόμενα πρόσωπα», χωρίς να διευκρινίζεται ποιοι ακριβώς περιλαμβάνονται σε αυτή την κατηγορία.
Η αγωγή 10 δισ. δολαρίων του Τραμπ στο επίκεντρο της συμφωνίας
Η υπόθεση ξεκίνησε έπειτα από αγωγή ύψους 10 δισ. δολαρίων που κατέθεσαν ο Τραμπ, δύο από τους γιους του και οι επιχειρήσεις τους κατά της IRS για τη διαρροή φορολογικών στοιχείων. Η διαρροή είχε πραγματοποιηθεί από τον Τσαρλς Λίτλτζον, πρώην συνεργάτη της υπηρεσίας, ο οποίος καταδικάστηκε και βρίσκεται σήμερα στη φυλακή.
Ωστόσο, η υπόθεση δημιούργησε εξαρχής σοβαρά νομικά και θεσμικά ερωτήματα, καθώς ο Τραμπ βρισκόταν ουσιαστικά και στις δύο πλευρές της δικαστικής διαμάχης: ως ενάγων απέναντι στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση, αλλά ταυτόχρονα και ως πρόεδρος της κυβέρνησης που ελέγχει το υπουργείο Δικαιοσύνης και τους κυβερνητικούς δικηγόρους.
Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, η κυβέρνηση διέθετε νομικά επιχειρήματα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εναντίον της αγωγής, μεταξύ άλλων ότι ο δράστης της διαρροής ήταν εξωτερικός συνεργάτης και όχι υπάλληλος της IRS, καθώς και ότι η αγωγή ενδεχομένως είχε κατατεθεί εκπρόθεσμα. Παρ’ όλα αυτά, η υπόθεση οδηγήθηκε τελικά σε εξωδικαστικό διακανονισμό.
Σφοδρές αντιδράσεις για την ασυλία του Τραμπ από την εφορία
Η συμφωνία έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στους Δημοκρατικούς και σε ειδικούς του φορολογικού δικαίου, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο για αντίστοιχη παρέμβαση υπέρ εν ενεργεία προέδρου. Πρώην επικεφαλής της IRS που είχαν διοριστεί από Δημοκρατικούς δήλωσαν ότι δεν γνωρίζουν καμία άλλη περίπτωση στην οποία αμερικανική κυβέρνηση παρείχε ουσιαστική ασυλία από φορολογικούς ελέγχους στον ίδιο τον πρόεδρο που τη διοικεί.
Ο Ρον Γουάιντεν, επικεφαλής των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Οικονομικών της Γερουσίας, χαρακτήρισε τη συμφωνία «κατάφωρη παραβίαση» της νομοθεσίας που απαγορεύει πολιτικές παρεμβάσεις στους φορολογικούς ελέγχους της IRS. Όπως δήλωσε, πρόκειται για μια «απολύτως διεφθαρμένη πράξη», προσθέτοντας ότι «η οικογένεια Τραμπ δεν βρίσκεται υπεράνω του νόμου».
Ανάλογη ήταν και η αντίδραση της Δημοκρατικής γερουσιαστή Πάτι Μάρεϊ, αντιπροέδρου της Επιτροπής Πιστώσεων της Γερουσίας, η οποία δήλωσε κατά τη διάρκεια ακρόασης στο Κογκρέσο ότι «αυτό που συζητάμε δεν είναι τίποτε λιγότερο από έναν εν ενεργεία πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών που λεηλατεί το δημόσιο ταμείο για προσωπικό όφελος». Σε δεύτερη παρέμβασή της έκανε λόγο για «διαφθορά που δεν υπήρξε ποτέ πιο απροκάλυπτη ή πιο εκτεταμένη».
Σφοδρή κριτική άσκησαν και νομικοί αναλυτές. Ο Μπράντον ΝτεΜπότ από το Tax Law Center του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης χαρακτήρισε τη συμφωνία «εκπληκτική κατάχρηση του φορολογικού και νομικού συστήματος», αμφισβητώντας κατά πόσο το υπουργείο Δικαιοσύνης έχει καν την εξουσία να προσφέρει τόσο ευρείες προστασίες απέναντι σε φορολογικές διεκδικήσεις.
Ο Νορμ Άιζεν, επικεφαλής της οργάνωσης Democracy Defenders Fund, χαρακτήρισε το ταμείο αποζημιώσεων των 1,8 δισ. δολαρίων «το πιο εξωφρενικό παράδειγμα διαφθοράς οποιασδήποτε αμερικανικής προεδρίας στην ιστορία των ΗΠΑ».
Ο Τοντ Μπλανς υπερασπίζεται τη δημιουργία του ταμείου των 1,8 δισ. δολαρίων
Ο ίδιος ο Τοντ Μπλανς υπερασπίστηκε δημόσια τη δημιουργία του ταμείου των 1,8 δισ. δολαρίων κατά τη διάρκεια ακρόασης στη Γερουσία, υποστηρίζοντας ότι υπάρχουν προηγούμενα αντίστοιχων μηχανισμών αποζημίωσης στις ΗΠΑ. Επικαλέστηκε συγκεκριμένα πρόγραμμα της κυβέρνησης Ομπάμα που είχε δημιουργηθεί για τον διακανονισμό υποθέσεων διακρίσεων εις βάρος ιθαγενών αγροτών από το υπουργείο Γεωργίας.
Ωστόσο, ο Μπλανς παραδέχθηκε ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις. Όπως εξήγησε, το νέο ταμείο θα διοικείται από πέντε επιτρόπους, εκ των οποίων οι τέσσερις θα ορίζονται από τον γενικό εισαγγελέα. Παράλληλα, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να λάβουν αποζημιώσεις ακόμη και δωρητές της προεκλογικής εκστρατείας του Τραμπ ή άτομα που συμμετείχαν στην εισβολή στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου 2021.
Κατά την ακρόαση, ο Μπλανς δήλωσε ότι τα κριτήρια για τη χορήγηση αποζημιώσεων θα είναι ευρέως διατυπωμένα και δεν θα περιορίζονται σε συγκεκριμένο πολιτικό χώρο.
Παράλληλα, παραμένει ασαφές κατά πόσο η συμφωνία μπορεί να αντέξει σε ενδεχόμενες δικαστικές προσφυγές. Νομικοί ειδικοί επισημαίνουν ότι, αν και η αμερικανική κυβέρνηση διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια για εξωδικαστικούς διακανονισμούς, δεν έχει δοκιμαστεί ποτέ στην πράξη μια τόσο εκτεταμένη παρέμβαση σε φορολογικούς ελέγχους που αφορούν εν ενεργεία πρόεδρο.
Το ζήτημα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι ο Τραμπ απέσυρε ήδη την αγωγή του κατά της IRS, γεγονός που δυσκολεύει την άμεση δικαστική αμφισβήτηση της συμφωνίας. Νομικοί αναλυτές σημειώνουν επίσης ότι δεν είναι ξεκάθαρο ποιος θα μπορούσε να προσφύγει στα δικαστήρια, καθώς θα έπρεπε να αποδείξει ότι υφίσταται προσωπική και άμεση βλάβη από τη συμφωνία.
Με πληροφορίες από Reuters, New York Times