Η Nancy Honey ήθελε από την αρχή να φωτογραφίσει όχι απλώς πώς μοιάζει μια γυναίκα, αλλά πώς νιώθει να είσαι γυναίκα.
Η Αμερικανίδα φωτογράφος, που ζει στο Λονδίνο και σήμερα είναι 78 ετών, κοιτάζει πίσω σε μια διαδρομή δεκαετιών με αφορμή μια αναδρομική έκθεση στο νέο χώρο του Claire de Rouen στο Shoreditch. Η έκθεση, επιμελημένη από τον Dominic Bell, συγκεντρώνει έργα από διαφορετικές σειρές της, όλες γύρω από το γυναικείο βλέμμα, την ενηλικίωση, την αμηχανία του σώματος, την τρυφερότητα και εκείνη τη χαρά που συχνά θεωρείται ελαφριά μόνο επειδή δεν φωνάζει.
Το έργο της Honey δεν πλησιάζει τη θηλυκότητα ως καταγγελία, ούτε ως σκοτεινό μανιφέστο. Δεν την ενδιαφέρει να εξηγήσει διδακτικά τι σημαίνει να είσαι γυναίκα. Την ενδιαφέρει να το δείξει μέσα από διαθέσεις, ηλικίες, πρόσωπα, ρούχα, βλέμματα και παύσεις. Μέσα από κορίτσια που παίζουν, βαριούνται, γελούν, σκέφτονται, δοκιμάζουν ρούχα, κοιτάζουν το σώμα τους σαν να το βλέπουν για πρώτη φορά.
Σειρές όπως το Entering the Masquerade του 1992 και το A Daughter’s View του 1991 καταγράφουν τη μετάβαση από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση με πλούσια χρώματα, σχεδόν νοσταλγικό φως και μια τρυφερότητα που δεν εξιδανικεύει. Στις φωτογραφίες της υπάρχει παιχνίδι, αλλά υπάρχει και αμηχανία. Υπάρχει γέλιο, αλλά και κούραση. Υπάρχουν κορίτσια που μοιάζουν ελεύθερα και άλλα που μοιάζουν ήδη να καταλαβαίνουν ότι το σώμα τους θα γίνει πεδίο παρατήρησης, κρίσης, επιθυμίας και αγοράς.
Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον στην Honey: η ελαφρότητα των εικόνων της δεν είναι αφέλεια. Είναι επιλογή.
Κατά καιρούς, κάποιοι την κατηγόρησαν ότι πλησιάζει τη θηλυκότητα με υπερβολικά μαλακό τρόπο, ότι το έργο της δεν έχει αρκετό βάρος. Η ίδια θυμάται μια γυναίκα, σε παλιότερη παρουσίαση διαφανειών, να τη ρωτά αν οι φωτογραφίες της είναι υπερβολικά «marshmallowy», υπερβολικά γλυκές, υπερβολικά αφράτες.
Όμως η Honey επιμένει ότι η ζεστασιά, το χιούμορ και η χαρά δεν σημαίνουν απουσία σοβαρότητας. Αντίθετα, μέσα από αυτή την ήπια επιφάνεια, το έργο της αγγίζει κάτι κεντρικό: το πώς το γυναικείο σώμα γίνεται εικόνα προς πώληση σε μια πατριαρχική και καπιταλιστική κοινωνία.
Η ίδια θέτει ένα απλό αλλά δύσκολο ερώτημα: γιατί η εικόνα μιας όμορφης νεαρής γυναίκας, μιας έφηβης ή μιας γυναίκας στις αρχές των 20 της, βρίσκεται σχεδόν πάντα εκεί για να πουλήσει κάτι; Και τι κάνει μια γυναίκα με αυτό; Αυτολογοκρίνεται ή απαντά με ένα «what the hell» και συνεχίζει;
Οι φωτογραφίες της μοιάζουν να διαλέγουν τη δεύτερη εκδοχή.
Στο κέντρο τους υπάρχει συχνά ένα ενδιάμεσο στάδιο: το πρόσωπο ενός κοριτσιού που αρχίζει να αλλάζει, η παιδική απαλότητα που δίνει τη θέση της σε πιο ενήλικες γραμμές, τα ρούχα, το μακιγιάζ και τα παπούτσια σαν πρόβα για έναν ρόλο που έρχεται αλλά δεν έχει ακόμη σταθεροποιηθεί. Η ενηλικίωση στις εικόνες της Honey δεν είναι απότομη τομή. Είναι τρεμόπαιγμα. Μια στιγμή παιχνίδι, μια στιγμή σοβαρότητα. Μια στιγμή αθωότητα, μια στιγμή επίγνωση.
Σε μια από τις φωτογραφίες του Entering the Masquerade, ένα κορίτσι μέσα σε τάξη σηκώνει την μπλούζα του και κοιτάζει το σώμα του με ξένισμα. Δεν υπάρχει τίποτα θεαματικό στη σκηνή. Κι όμως, μέσα σε αυτή την απλή χειρονομία βρίσκεται κάτι από το σοκ της εφηβείας: το σώμα αλλάζει πριν προλάβει ο εαυτός να το κατοικήσει πλήρως.
Η Honey έχει πει ότι την ενδιαφέρει βαθιά το πόσο γρήγορα αλλάζουν τα γυναικεία πρόσωπα. Βλέπεις, λέει, ένα παιδικό ή εφηβικό πρόσωπο και έναν-δύο χρόνους μετά είναι ήδη άλλο. Αυτή η μεταμόρφωση, τόσο καθημερινή και τόσο ανεξήγητη, διαπερνά τις φωτογραφίες της.
Το σημαντικό είναι ότι δεν την παρουσιάζει ως απώλεια. Δεν θρηνεί την παιδική ηλικία, ούτε εξιδανικεύει την ενηλικίωση. Κοιτάζει το πέρασμα. Τη στιγμή όπου ένα κορίτσι αρχίζει να δοκιμάζει τα σημάδια της γυναίκας που θα γίνει, χωρίς ακόμη να ξέρει αν τα θέλει, αν τα φοβάται ή αν απλώς τα δοκιμάζει.
Γι’ αυτό και η χαρά στο έργο της δεν είναι διακόσμηση. Είναι σχεδόν μέθοδος.
Η Honey επιμένει πως, παρότι έχει μέσα της πολλή joie de vivre, μιλά για σοβαρά πράγματα. «Η χαρά είναι σοβαρή», λέει. Και αυτή η φράση θα μπορούσε να είναι ένας μικρός κώδικας για το σύνολο του έργου της.
Σε μια εποχή όπου το γυναικείο σώμα συχνά φωτογραφίζεται είτε ως πεδίο τραύματος είτε ως εμπόρευμα, η Honey επέλεξε κάτι πιο δύσκολο: να φωτογραφίσει τη θηλυκότητα χωρίς να της αφαιρέσει τη χαρά. Να δείξει το βάρος της χωρίς να σκοτεινιάσει τεχνητά την εικόνα. Να κρατήσει χώρο για το γέλιο, την αμηχανία, τη βαρεμάρα, το παιχνίδι, το βλέμμα ενός κοριτσιού που δεν έχει ακόμη αποφασίσει ποια θα γίνει.
Οι φωτογραφίες της δεν φωνάζουν. Δεν διεκδικούν σοβαρότητα με σκληρότητα. Αντίθετα, μοιάζουν να λένε ότι και η απαλότητα μπορεί να είναι πολιτική. Ότι το χρώμα, η ζεστασιά, η νοσταλγία και το παιχνίδι δεν είναι απαραίτητα φυγή από την πραγματικότητα. Μπορεί να είναι τρόποι να πλησιάσεις κάτι που αλλιώς θα έμενε κλειδωμένο στην αμηχανία του.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο επίμονο στοιχείο στο έργο της Nancy Honey: η ιδέα ότι το να μεγαλώνεις ως κορίτσι δεν είναι μία ιστορία. Είναι πολλές μικρές, αντιφατικές στιγμές μαζί. Η στιγμή που παίζεις. Η στιγμή που βαριέσαι. Η στιγμή που κοιτάς το σώμα σου σαν να μην είναι ακόμη δικό σου. Η στιγμή που καταλαβαίνεις ότι κάποιος σε κοιτάζει. Η στιγμή που, παρ’ όλα αυτά, γελάς.
με στοιχεία από το Dazed