Ο άγγελος δεν μοιάζει καθόλου θριαμβευτικός. Είναι μικρός, λεπτός, σχεδόν αδέξιος, με μάτια που κοιτούν σαν να έχουν δει κάτι που δεν μπορούν να αντέξουν και ένα στόμα μισάνοιχτο, όχι από έκσταση αλλά από αιφνιδιασμό. Ο Angelus Novus του Πάουλ Κλέε δεν είναι ο άγγελος της παρηγοριάς. Είναι ο άγγελος που έμαθε να κοιτάζει τα ερείπια.
Το έργο του 1920 έφτασε καθυστερημένα στο Jewish Museum της Νέας Υόρκης, από το Μουσείο του Ισραήλ στην Ιερουσαλήμ, για να ενταχθεί στην έκθεση Paul Klee: Other Possible Worlds, που παρουσιάζεται έως τις 26 Ιουλίου. Σύμφωνα με τους New York Times, η μεταφορά του είχε καθυστερήσει εξαιτίας του πολέμου στη Μέση Ανατολή, μετά τις επιθέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ στο Ιράν. Ένα έργο που έγινε σύμβολο της Ιστορίας ως καταστροφής άργησε να φτάσει στη Νέα Υόρκη εξαιτίας μιας ακόμη καταστροφής.
Η έκθεση είχε ανοίξει χωρίς αυτό. Στη θέση του Angelus Novus υπήρχε αρχικά ένα εγκεκριμένο αντίγραφο, μια σχεδόν φασματική αναπλήρωση ενός έργου που όλοι περίμεναν αλλά κανείς δεν μπορούσε ακόμη να δει από κοντά. Ο πιο διάσημος άγγελος του Κλέε ήταν παρών μέσα από την απουσία του. Και αυτό, για ένα έργο που έχει μάθει να κουβαλά πάνω του τις καθυστερήσεις, τις διακοπές και τα τραύματα του 20ού αιώνα, έμοιαζε σχεδόν ανησυχητικά ταιριαστό.
Ο Angelus Novus δεν είναι απαραίτητα το πιο δεξιοτεχνικό έργο του Κλέε. Δεν είναι καν από εκείνα που σε αρπάζουν πρώτα με την ομορφιά τους. Ένας μικρός άγγελος, σχεδιασμένος με νευρικές, σχεδόν παιδικές γραμμές, θα μπορούσε να μοιάζει με ιδιοτροπία, με εικόνα φτιαγμένη για να διασκεδάσει ένα παιδί. Το πρόσωπό του δεν έχει ουράνια γαλήνη. Έχει κάτι στραβό, κάτι ξαφνιασμένο, κάτι σχεδόν κωμικό. Μόνο που η Ιστορία αποφάσισε να τον κοιτάξει αλλιώς.
Το 1921, ο Βάλτερ Μπένγιαμιν είδε το έργο σε γκαλερί στο Μόναχο και το αγόρασε με δανεικά χρήματα από τον φίλο του, τον φιλόσοφο Ερνστ Μπλοχ. Ήταν τότε ένας νεαρός Γερμανοεβραίος διανοούμενος, ακόμη στην αρχή μιας διαδρομής που θα γινόταν μετά τον θάνατό του μία από τις πιο επιδραστικές του 20ού αιώνα. Κρέμασε τον άγγελο στο διαμέρισμά του και τον θεωρούσε το πιο πολύτιμο απόκτημά του.
Όταν οι ναζί ανέβηκαν στην εξουσία, ο Μπένγιαμιν έφυγε στο Παρίσι και πήρε μαζί του το έργο. Αργότερα το εμπιστεύθηκε στον Ζορζ Μπατάιγ, ο οποίος το έκρυψε στην Bibliothèque Nationale. Ο ίδιος ο Μπένγιαμιν δεν θα το ξανάβλεπε ποτέ. Το 1940, προσπαθώντας να διαφύγει από τη Γαλλία προς την Ισπανία, σταμάτησε στα σύνορα. Τη νύχτα πριν επιστραφεί στη Γαλλία, αυτοκτόνησε παίρνοντας μορφίνη.
Μετά τον θάνατό του, το έργο έγινε κάτι πολύ μεγαλύτερο από ένα σχέδιο του Κλέε. Στις Θέσεις για τη φιλοσοφία της Ιστορίας, ένα από τα τελευταία και πιο μυστηριώδη κείμενά του, ο Μπένγιαμιν είδε στον Angelus Novus τον «άγγελο της Ιστορίας»: ένα πλάσμα που κοιτάζει το παρελθόν όχι σαν σειρά γεγονότων, αλλά σαν έναν σωρό από ερείπια που μεγαλώνει μπροστά του. Θα ήθελε να σταθεί, να ξυπνήσει τους νεκρούς, να φτιάξει ό,τι έχει σπάσει. Αλλά μια θύελλα τον σπρώχνει ασταμάτητα προς το μέλλον.
Από τότε, ο άγγελος του Κλέε δεν ανήκει μόνο στην ιστορία της τέχνης. Ανήκει στη γλώσσα με την οποία ο 20ός αιώνας προσπάθησε να σκεφτεί τον εαυτό του μετά τη βία, την εξορία, τον φασισμό, την καταστροφή. Έγινε εικόνα για όσους δεν πιστεύουν ότι η Ιστορία προχωρά πάντα προς το καλύτερο. Μερικές φορές προχωρά επειδή κάτι πίσω της καίγεται.
Η άφιξή του στη Νέα Υόρκη αλλάζει και τη θερμοκρασία της έκθεσης. Το Paul Klee: Other Possible Worlds δεν παρουσιάζει απλώς τον γνώριμο Κλέε των μικρών φανταστικών κόσμων, των γραμμών, των συμβόλων, των παιδικών μορφών και της ιδιόρρυθμης ποίησης. Το Jewish Museum τον ξανακοιτά μέσα από τα τελευταία, ταραγμένα χρόνια του, όταν ο καλλιτέχνης βρέθηκε αντιμέτωπος με την αρρώστια, την εξορία και τη ναζιστική καταδίωξη.
Ο Κλέε δεν ήταν Εβραίος, όμως το 1933 χαρακτηρίστηκε ψευδώς Εβραίος και «εκφυλισμένος» από τους ναζί. Απομακρύνθηκε από τη θέση του στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Ντίσελντορφ, ενώ έργα του αποσύρθηκαν από γερμανικά μουσεία. Έφυγε μαζί με τη σύζυγό του, Λίλι, για τη Βέρνη, κοντά στον τόπο όπου είχε γεννηθεί, αλλά η Ελβετία δεν του έδωσε αμέσως την ασφάλεια μιας πλήρους επιστροφής. Ήταν σχεδόν σπίτι και ταυτόχρονα εξορία.
Αυτή η όψιμη περίοδος είναι που θέλει να φωτίσει η έκθεση. Ο Κλέε που συχνά περιγράφεται ως γοητευτικός, παιγνιώδης, σχεδόν αθώος, εμφανίζεται εδώ πιο αιχμηρός, πιο πολιτικός, πιο σκοτεινός. Τα έργα του δεν χάνουν τη λεπτότητα ή την παράξενη χάρη τους. Αλλά κάτω από τις γραμμές και τα σχήματα υπάρχει φόβος, ειρωνεία, καταρρέουσα Ευρώπη.
Ο ίδιος ο Κλέε δεν ήταν ο καλλιτέχνης της μεγάλης χειρονομίας. Δεν είχε την επιθετική θεατρικότητα του Πικάσο ούτε την αισθησιακή άνεση του Ματίς. Δούλευε συχνά σε μικρή κλίμακα, σαν να έφτιαχνε κόσμους που δεν ήθελαν να φωνάξουν για να υπάρξουν. Ζωγράφιζε ζογκλέρ, ποδηλάτες, μισοφέγγαρα, βέλη, γράμματα που περνούν από τον ουρανό, μορφές που μοιάζουν να έρχονται από παιδικά τετράδια και από εφιάλτες μαζί.
Αυτή ακριβώς η μικρή κλίμακα είναι που κάνει τα ύστερα έργα του τόσο ανησυχητικά. Η απειλή δεν φτάνει ως μνημείο. Φτάνει σαν μουτζούρα, σαν γραμμή, σαν σώμα που δεν μπορεί να σηκωθεί. Στα σχέδια της δεκαετίας του 1930, άνθρωποι σέρνονται, πρόσωπα κοιτούν με δυσπιστία, αρχιτεκτονικές μορφές αποκτούν ζωή. Ο κόσμος του Κλέε δεν γίνεται ρεαλιστικός. Γίνεται πιο αληθινός επειδή παραμένει παράξενος.
Στο Crawling Man, μια μορφή σχεδόν σκαλισμένη μέσα από γραμμές μοιάζει να έχει πέσει στα τέσσερα, σαν άνθρωπος που η Ιστορία δεν τον άφησε να σταθεί όρθιος. Στο Revolution of the Viaduct, οι καμάρες ενός μνημείου μοιάζουν να βαδίζουν σαν σώματα σε παράταξη, σαν ένα κτίσμα που έπαψε να είναι αρχιτεκτονική και έγινε απειλή. Στο Protected Children, παιδιά κάτω από ομπρέλες δεν προστατεύονται στ’ αλήθεια από τίποτα. Ο τίτλος μοιάζει να λέει το αντίθετο από αυτό που βλέπουμε.
Ακόμη και οι άγγελοί του δεν είναι καθαρά ουράνιοι. Είναι υποψήφιοι, ελαττωματικοί, λυπημένοι, σχεδόν απορριφθέντες. Στο Angel Applicant του 1939, μια μορφή κοιτά κάτω από ένα μισοφέγγαρο σαν να ξέρει ότι δεν θα γίνει δεκτή στον ουρανό. Οι άγγελοι του Κλέε δεν κατεβαίνουν για να σώσουν τον κόσμο. Συχνά μοιάζουν κι εκείνοι εκτεθειμένοι στον ίδιο κόσμο.
Ο Angelus Novus, λοιπόν, δεν προσγειώνεται στη Νέα Υόρκη σαν πολύτιμο μουσειακό απόκτημα που συμπληρώνει απλώς μια έκθεση. Έρχεται σαν μικρό αντικείμενο που έχει περάσει από χέρια, σύνορα, πολέμους, βιβλιοθήκες, κείμενα και θρύλους. Ένα έργο που δεν έσωσε ούτε τον Κλέε ούτε τον Μπένγιαμιν, αλλά συνέχισε να επιβιώνει σαν βλέμμα.
Και ίσως γι’ αυτό η καθυστέρησή του να μοιάζει τόσο βαριά. Ο άγγελος που ο Μπένγιαμιν είδε να σπρώχνεται βίαια προς το μέλλον δεν ταξίδεψε στην ώρα του γιατί το μέλλον εξακολουθεί να παράγει ερείπια. Η Ιστορία δεν τελείωσε. Απλώς άλλαξε αεροδρόμιο, μουσείο, πολεμικό δελτίο, διαδρομή μεταφοράς.
Υπάρχει και κάτι σχεδόν σωματικό σε αυτή την καθυστερημένη άφιξη. Το έργο είναι εύθραυστο, ευαίσθητο, αδύναμο μπροστά στο φως, όπως πολλά έργα σε χαρτί που πρέπει να εμφανίζονται για λίγο και μετά να προστατεύονται ξανά. Ο Angelus Novus δεν μπορεί να σταθεί για πάντα μπροστά στο κοινό. Δεν είναι μόνο σύμβολο που αντέχει τα πάντα. Είναι και ένα μικρό, ευάλωτο αντικείμενο που χρειάζεται σκοτάδι για να συνεχίσει να υπάρχει.
Αυτή η αντίφαση το κάνει ακόμη πιο δυνατό. Ένα από τα πιο βαριά σύμβολα του 20ού αιώνα είναι στην πραγματικότητα ένα εύθραυστο φύλλο χαρτιού. Μια εικόνα που χρησιμοποιήθηκε για να μιλήσει για την καταστροφή της Ιστορίας πρέπει να μετακινηθεί με προσοχή, να ασφαλιστεί, να προστατευτεί από πόλεμο, μεταφορές, φως, χρόνο. Ο άγγελος της Ιστορίας δεν είναι άτρωτος. Είναι κι αυτός επιζών.
Στο τέλος, αυτό που κάνει τον Angelus Novus τόσο επίμονα συγκινητικό δεν είναι ότι μας προσφέρει λύτρωση. Δεν είναι τέτοιος άγγελος. Είναι ένας άγγελος αδύναμος, στραβοκοιταγμένος, σχεδόν γελοίος αν τον δεις χωρίς την ιστορία του. Αλλά ίσως ακριβώς γι’ αυτό αντέχει. Δεν υπόσχεται ότι θα διορθώσει τα ερείπια. Μένει εκεί και τα κοιτάζει.
Και το βλέμμα του, έναν αιώνα μετά, εξακολουθεί να φτάνει πρώτο.
Με στοιχεία από New York Times, Jewish Museum και The Art Newspaper.