Πριν το punk γίνει ιστορία της μουσικής, ήταν ένα δωμάτιο με κακό φως, ιδρωμένα σώματα, πρόσωπα που δεν ήξεραν ακόμη ότι θα γίνουν εικονίσματα και μια πόλη που κατέρρεε αρκετά ώστε να αφήσει κάτι καινούργιο να βγει μέσα από τα χαλάσματα. Η Stephanie Chernikowski στάθηκε εκεί με μια κάμερα, όχι για να χτίσει μνημεία, αλλά για να κρατήσει ζωντανή μια χειρονομία, ένα βλέμμα, μια λάμψη που μπορούσε να χαθεί μέχρι το επόμενο τραγούδι.
Η φωτογράφος που κατέγραψε τη σκηνή του CBGB και τη Νέα Υόρκη της πρώτης punk και new wave έκρηξης πέθανε την 1η Απριλίου στο Μανχάταν, σε ηλικία 84 ετών. Σύμφωνα με τους New York Times, η αιτία θανάτου ήταν καρκίνος στον λαιμό.
Η Chernikowski γεννήθηκε στο Μπόμοντ του Τέξας το 1941 και έφτασε στη Νέα Υόρκη το 1975, σε μια στιγμή που η πόλη έμοιαζε σχεδόν διαλυμένη. Η οικονομική κρίση, η φθορά, τα άδεια κτίρια και τα φτηνά loft στο downtown Μανχάταν είχαν δημιουργήσει ένα τοπίο σκληρό, επικίνδυνο, αλλά και παράξενα ανοιχτό. Εκεί όπου μια πιο οργανωμένη πόλη θα είχε σβήσει την παραφωνία, η Νέα Υόρκη των 70s την άφηνε να ακουστεί.
Η ίδια βρήκε ένα loft στην Bowery, σε ένα κτίριο που ανήκε στον Andy Warhol, ακριβώς απέναντι από το CBGB. Δεν χρειαζόταν να αναζητήσει τη σκηνή. Η σκηνή ήταν απέναντι από την πόρτα της. Στο club όπου εμφανίζονταν οι Ramones, οι Blondie, οι Talking Heads, οι Television, οι Cramps, ο Richard Hell και η Patti Smith Group, η Chernikowski άρχισε να φωτογραφίζει μια γενιά που δεν είχε ακόμη καταλάβει ότι γινόταν αρχείο.
Αυτό είναι ίσως και το πιο πολύτιμο στις εικόνες της. Δεν κοιτάζουν το punk από την ασφαλή απόσταση της νοσταλγίας. Δεν το τακτοποιούν ως στυλ, attitude ή μουσική περίοδο. Το πιάνουν ακόμη άβολο, ιδρωμένο, υπερβολικό, ενίοτε γελοίο, συχνά εκτυφλωτικό. Ο Joey Ramone με ένα βάζο μαγιονέζας στα χέρια. Οι Cramps πάνω στη σκηνή σαν σώματα που παίζουν με τον τρόμο και την επιθυμία. Ο Richard Hell μπροστά σε έναν τοίχο γεμάτο γκράφιτι. Η Kim Gordon και ο Thurston Moore στο CBGB, πριν και αυτοί περάσουν στην άλλη πλευρά του μύθου.
Η Chernikowski δεν φωτογράφιζε απλώς συναυλίες. Φωτογράφιζε τη στιγμή πριν η περσόνα σταθεροποιηθεί. Πριν το πρόσωπο γίνει λογότυπο. Πριν η πόζα γίνει αναγνωρίσιμη γλώσσα. Η δύναμή της ήταν ότι έβλεπε τους μουσικούς όχι ως μελλοντικά είδωλα, αλλά ως ανθρώπους που βρίσκονταν ακόμη σε κίνηση. Μετέωρους, σκληρούς, ευάλωτους, συχνά αμήχανους μέσα στην ίδια τους την εικόνα.
Η σχέση της με τη φωτογραφία δεν ήταν μόνο θέμα rock instinct. Είχε σπουδάσει λογοτεχνία, είχε διδάξει, είχε περάσει από την ακαδημαϊκή διαδρομή πριν εγκαταλείψει αυτή τη ζωή για την κάμερα. Θαύμαζε φωτογράφους όπως ο Henri Cartier-Bresson, ο Robert Frank και ο Richard Avedon, και αυτό φαίνεται στον τρόπο που οι εικόνες της κρατούν μαζί δύο πράγματα που σπάνια συνυπάρχουν τόσο φυσικά: την ακατέργαστη ενέργεια της σκηνής και μια σχεδόν κλασική αίσθηση μορφής.
Για αυτό και οι φωτογραφίες της δεν ανήκουν μόνο στην ιστορία της μουσικής. Ανήκουν στην ιστορία του βλέμματος πάνω στη νεανική αταξία. Το punk, μέσα από την κάμερά της, δεν εμφανίζεται σαν καρικατούρα εξέγερσης, αλλά σαν κοινωνικό σώμα που δοκιμάζει καινούργιους τρόπους να σταθεί, να φωνάξει, να φανεί, να χαλάσει την εικόνα του πριν προλάβει η αγορά να την πουλήσει πίσω ως στυλ.
Με στοιχεία από: The New York Times, MoMA, Brooklyn Museum.