Νέα επιστημονικά δεδομένα ενισχύουν το ενδιαφέρον για τη χρήση ψυχεδελικών ουσιών ως εργαλείου διακοπής καπνίσματος, αν και οι ειδικοί επισημαίνουν ότι απαιτείται περαιτέρω έρευνα για να επιβεβαιωθεί η αποτελεσματικότητα και η ασφάλειά τους.
Όπως αναφέρει το BBC, η νικοτίνη συγκαταλέγεται στις πιο εθιστικές ουσίες, με επίπεδα εξάρτησης συγκρίσιμα με αυτά της κοκαΐνης και της ηρωίνης. Παρά το γεγονός ότι περίπου το 70% των καπνιστών δηλώνει ότι επιθυμεί να διακόψει το κάπνισμα, λιγότεροι από ένας στους δέκα τα καταφέρνουν κάθε χρόνο.
Σε αυτό το πλαίσιο, αυξάνονται οι ενδείξεις ότι ορισμένες ψυχεδελικές ουσίες μπορεί να βοηθήσουν ορισμένους καπνιστές να διακόψουν τη συνήθεια. Σε έρευνα του 2017, 781 άτομα ανέφεραν ότι η εμπειρία με ουσίες όπως το LSD ή τα λεγόμενα «μαγικά μανιτάρια» συνέβαλε είτε στη μείωση είτε στη διακοπή του καπνίσματος.
Οι ερευνητές αποδίδουν την επίδραση αυτή κυρίως σε αλλαγές στον τρόπο που οι συμμετέχοντες αντιλαμβάνονται τις προτεραιότητες και τις αξίες τους. Πολλοί ανέφεραν ότι μετά την εμπειρία θεώρησαν πως το κάπνισμα δεν είχε πλέον θέση στη ζωή τους.
Ο Matthew Johnson, καθηγητής ψυχιατρικής και συμπεριφορικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins, σημειώνει ότι η ένταση της εμπειρίας φαίνεται να υπερβαίνει το ψυχολογικό εμπόδιο της διακοπής του καπνίσματος.
Τα ευρήματα αυτά έχουν αρχίσει να επιβεβαιώνονται και σε ελεγχόμενες συνθήκες. Σε μελέτη που δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο του 2026, η συνδυαστική προσέγγιση ψυχοθεραπείας και μίας δόσης ψιλοκυβίνης – της κύριας ψυχοδραστικής ουσίας στα μανιτάρια – αποδείχθηκε πιο αποτελεσματική σε σχέση με τη θεραπεία που συνοδεύεται από χρήση επιθεμάτων νικοτίνης.
Έξι μήνες μετά τη θεραπεία, οι συμμετέχοντες που έλαβαν ψιλοκυβίνη είχαν έξι φορές περισσότερες πιθανότητες να έχουν διακόψει το κάπνισμα σε σύγκριση με την ομάδα που χρησιμοποίησε επιθέματα νικοτίνης.
Παρά τα ενθαρρυντικά αποτελέσματα, οι ειδικοί τονίζουν ότι δεν είναι ακόμη σαφές πώς ακριβώς λειτουργεί η ψιλοκυβίνη ούτε αν τα αποτελέσματα μπορούν να επαναληφθούν σε μεγαλύτερους και πιο διαφορετικούς πληθυσμούς.
Η έρευνα εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πεδίο μελέτης της χρήσης ψυχεδελικών ουσιών για την αντιμετώπιση εξαρτήσεων. Ήδη από τη δεκαετία του 1950, το LSD είχε δοκιμαστεί ως μέσο θεραπείας για τον αλκοολισμό, ενώ πιο πρόσφατες μελέτες εξετάζουν και άλλες ουσίες, όπως το MDMA και η ιμπογκαΐνη.
Η Megan Piper, καθηγήτρια κλινικής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Ουισκόνσιν, υπογραμμίζει ότι δεν έχει εγκριθεί νέο φαρμακευτικό μέσο διακοπής καπνίσματος στις Ηνωμένες Πολιτείες εδώ και περίπου 20 χρόνια, γεγονός που ενισχύει το ενδιαφέρον για νέες προσεγγίσεις.
Παράλληλα, ερευνητές επισημαίνουν ότι η εξάρτηση από το κάπνισμα είναι σύνθετο φαινόμενο και ότι η αποτελεσματική αντιμετώπισή της πιθανόν απαιτεί συνδυασμό διαφορετικών μεθόδων, από ψυχοθεραπεία έως αλλαγές στον τρόπο ζωής.
Οι επιστήμονες συνεχίζουν να μελετούν τον τρόπο με τον οποίο οι ψυχεδελικές ουσίες επηρεάζουν τον εγκέφαλο. Μία υπόθεση είναι ότι αυξάνουν την «πλαστικότητα» του εγκεφάλου, διευκολύνοντας την υιοθέτηση νέων συνηθειών και την εγκατάλειψη παλαιών, όπως το κάπνισμα.
Μεγαλύτερες κλινικές δοκιμές βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη, με στόχο να διαπιστωθεί αν τα αρχικά ευρήματα μπορούν να επιβεβαιωθούν και να οδηγήσουν σε νέες θεραπευτικές επιλογές για τους καπνιστές.
Με πληροφορίες από BBC