Ο Φατίχ Ακίν δεν είναι από τους σκηνοθέτες που μιλούν για το παρελθόν σαν να έχει τελειώσει. Στη δική του ματιά, η Ιστορία δεν είναι κεφάλαιο κλειστό αλλά κάτι που συνεχίζει να πιέζει το παρόν, να το διαμορφώνει, να το παραμορφώνει.
Και αυτό ακριβώς λέει τώρα, με αφορμή τη νέα του ταινία «La isla de Amrum»: ότι η Γερμανία παραμένει βαθιά παγιδευμένη σε ένα τραύμα που δεν έχει ποτέ πραγματικά ξεπεράσει.
Ο γερμανοτουρκικής καταγωγής σκηνοθέτης μίλησε στην El País με αφορμή την παρουσία της ταινίας στο BCN Film Fest και την ισπανική της κυκλοφορία στις 30 Απριλίου. Η ταινία διαδραματίζεται την άνοιξη του 1945, σε ένα γερμανικό νησί, την ώρα που ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος τελειώνει αλλά ο ναζισμός δεν έχει ακόμη πάψει να κατοικεί μέσα στους ανθρώπους. Ο μικρός ήρωας βλέπει τον κόσμο των ενηλίκων να καταρρέει χωρίς να μπορεί να καταλάβει πλήρως τη βία, τις ενοχές και τις σιωπές που τον οργανώνουν.
Ο Ακίν λέει ότι αρχικά δεν ένιωθε πως αυτή ήταν μια ιστορία που τον αφορούσε άμεσα. Το σενάριο ανήκε στον παλιό του φίλο και συνεργάτη Χαρκ Μπομ, ο οποίος είχε αντλήσει υλικό από τη δική του παιδική ηλικία και από τον πατέρα του. Ο ίδιος ο Ακίν το είχε αρχικά αρνηθεί. Οπως εξηγεί, δεν έβρισκε προσωπική είσοδο στο υλικό. Τελικά τη βρήκε μέσα από τη σχέση με τον δικό του πατέρα, έναν άνθρωπο που αγαπούσε βαθιά, αλλά από τον οποίο τον χώριζε ένα τεράστιο πολιτικό χάσμα.
Ο Ακίν μιλά για τον πατέρα του με αγάπη, αλλά και με την οδυνηρή συνείδηση ότι στήριξε πολιτικές δυνάμεις στην Τουρκία που οδήγησαν φίλους του σκηνοθέτη στη φυλακή. Αυτή η εμπειρία, λέει, τον βοήθησε να μπει στο ηθικό και συναισθηματικό πεδίο της ταινίας: στον τρόπο με τον οποίο ένα παιδί ή ένας νεότερος άνθρωπος μπορεί να αγαπά έναν πατέρα και ταυτόχρονα να βλέπει πάνω του το βάρος μιας πολιτικής και ιστορικής ενοχής.
Από εκεί ο Ακίν περνά στη Γερμανία του σήμερα. Υποστηρίζει ότι η χώρα του εξακολουθεί να συνθλίβεται από το ναζιστικό της παρελθόν και ότι αυτή η αδυναμία να ξεχωρίσει τη μνήμη από την παράλυση καθορίζει ακόμη και τη στάση της απέναντι στο Ισραήλ. Κατά τη γνώμη του, η γερμανική κοινωνία και πολιτική τάξη λειτουργούν μέσα σε μια διαρκή αγωνία να μην «προδώσουν ξανά» τους Εβραίους, αλλά αυτή η αγωνία τις εμποδίζει να δουν καθαρά το παρόν.
Ο ίδιος το διατυπώνει με τον πιο άμεσο τρόπο: δεν του αρκεί, λέει, η λογική που συνεχίζει να στηρίζει το Ισραήλ στο όνομα του γεγονότος ότι υπήρξε θύμα στο παρελθόν. «Τώρα είναι τώρα», λέει περίπου, επιμένοντας ότι ο ίδιος ταυτίζεται πάντα με τα θύματα κάθε πολέμου και ότι το ερώτημα είναι αν πιστεύουμε ή όχι στο διεθνές δίκαιο και στον ΟΗΕ. Για τον Ακίν, η σημερινή γερμανική αδυναμία να απαντήσει καθαρά σε αυτό το ερώτημα είναι σύμπτωμα ενός τραύματος που δεν έχει επεξεργαστεί πραγματικά.
Μέσα σε αυτό το βαρύ πλαίσιο έρχεται και η πιο αιχμηρή φράση της συνέντευξης: ο Ακίν λέει ότι ο Πέδρο Σάντσεθ «έχει cojones», χρησιμοποιώντας επίτηδες την ισπανική λέξη. Δεν το λέει όμως ως φτηνό πολιτικό σχόλιο. Το εντάσσει σε μια γενικότερη απογοήτευση για τη Γερμανία και σε μια ευρύτερη αναζήτηση πολιτικών προσώπων στην Ευρώπη που, κατά τη γνώμη του, δείχνουν μεγαλύτερη καθαρότητα και τόλμη απέναντι στον Τραμπ και στη διεθνή απορρύθμιση.
Ετσι, η «La isla de Amrum» δεν μένει μόνο ένα ιστορικό δράμα για το τέλος του ναζισμού. Γίνεται και ένας ακόμη σταθμός στη διαδρομή ενός σκηνοθέτη που επιστρέφει διαρκώς στις ίδιες μεγάλες λέξεις - ταυτότητα, ενοχή, ανήκειν, απώλεια - για να δείξει πόσο βαθιά εξακολουθούν να οργανώνουν το ευρωπαϊκό παρόν.
με στοιχεία από El Pais