Πέθανε ο σπουδαίος συνθέτης Κυριάκος Σφέτσας, σε ηλικία 80 ετών.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Κυριάκος Σφέτσας έφυγε από τη ζωή χθες τα μεσάνυχτα και ο τελευταίος αποχαιρετισμός θα γίνει την Παρασκευή στη Ριτσώνα.
Σε ανάρτησή του ο Νίκος Γιούσεφ από τα Υπόγεια Ρεύματα έγραψε: «Ο Κυριάκος Σφέτσας δεν είναι πια μαζί μας. Χτες, μετά τα μεσάνυχτα, έφυγε για κόσμους που δεν γνωρίζουμε, για να συναντήσει την Γώγου, τον Χρήστου, τον Χατζηνίκο, την Χάλαρη, τον Τερεζάκη και τόσους άλλους φίλους του που έχουν φύγει παλαιότερα. Αποχαιρετούμε έναν από τους μεγαλύτερους συνθέτες της χώρας μας. Η τελετή θα γίνει την Παρασκευή στην Ριτσώνα».
Ο Κυριάκος Σφέτσας είχε μιλήσει για τη ζωή του στη LiFO.
«Άρχισα να παίζω σχεδόν επαγγελματικά από 14 χρόνων. Έπαιζα στις συναυλίες του Ωδείου, κλασικό κυρίως ρεπερτόριο, τόσο στη Λευκάδα όσο και σε πόλεις όπως η Άρτα, η Πρέβεζα, το Αγρίνιο, το Μεσολόγγι καί άλλες. Κάποια στιγμή οι εξορμήσεις μας έφτασαν μέχρι την... Αμαλιάδα. Παράλληλα όμως έπαιζα ως το νεαρότερο μέλος χορευτικών ορχηστρών, παίρνοντας άδεια από τον γυμνασιάρχη για τις νυχτερινές μας εμφανίσεις. Εδώ το ρεπερτόριο περιλάμβανε κομμάτια από τάνγκο και βαλς μέχρι φοξ τροτ, τσάρλεστον αλλά και πάσης φύσεως λάτιν ξεφαντώματα» είχε δηλώσει.
Ποιος ήταν ο σπουδαίος συνθέτης Κυριάκος Σφέτσας
Στο βιογραφικό στην επίσημη ιστοσελίδα του, αναφέρεται,μεταξύ άλλων:
«Ο Κυριάκος Σφέτσας γεννήθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1945 στην Αμφιλοχία. Από πολύ μικρός έζησε και μεγάλωσε στη Λευκάδα όπου πρωτοδιδάχτηκε μουσική στη Φιλαρμονική Εταιρία Λευκάδος και στο Εθνικό Ωδείο της πόλης με τον αείμνηστο Φώτη Βλάχο. Συνέχισε σπουδές στο Εθνικό Ωδείο της Αθήνας (1963-66): πιάνο με την Κρινώ Καλομοίρη και θεωρητικά με τον Μιχάλη Βούρτση. Στις 30 Αυγούστου 1964 (Λευκάδα) συνόδεψε στο πιάνο τη Μαρία Κάλλας στην τελευταία εμφάνισή της στην Ελλάδα. Μετά την Απριλιανή δικτατορία εγκαταστάθηκε στο Παρίσι (Σεπτ. 1967) και εκεί ως υπότροφος της Γαλλικής Κυβέρνησης (1969-72) εξακολούθησε σπουδές με τον συνθέτη και παιδαγωγό Μax Deutsch (σύνθεση, ανάλυση, διεύθυνση ορχήστρας), ενώ παράλληλα δεχόταν συμβουλές από τους Ι. Ξενάκη, Luigi Nono και Henri Dutilleux.
Η πρώτη δημόσια παρουσίαση έργου του (Επεισόδια για πιάνο σόλο) έγινε λίγο μετά τον Γαλλικό Μάη του ’68, στην αίθουσα της Λατινικής Αμερικής στο Παρίσι και απέσπασε θετικές κριτικές. Από τότε η μουσική του άρχισε να παρουσιάζεται ταχτικά, ενώ είχε και τις πρώτες παραγγελίες (Γαλλική Ραδιοτηλεόραση, Ορχήστρα Ars Nova και Χορευτικό συγκρότημα του Vitry). Λίγο αργότερα έργα του παρουσιάστηκαν σε σημαντικούς θεσμούς σύγχρονης μουσικής όπως τα διεθνή Φεστιβάλ της Royan, Reims, του Bordeaux και Παρισιού ενώ ήταν ο μόνιμος σχεδόν συνεργάτης του συγκροτήματος σύγχρονου χορού του Vitry και του χορογράφου Michel Cazerta. Μέρος των έργων της Παρισινής περιόδου εκδόθηκε από τον μουσικό οίκο Editions Transatlantiques, ενώ το 1974 κυκλοφόρησε στο Παρίσι για πρώτη φορά έργο του σε δίσκο: (Τετρακαναλική Ηλεκτροακουστική μουσική για το μπαλλέτο Smog, ένα από τα πρώτα έργα σε παγκόσμιο επίπεδο για τετρακαναλική μαγνητοταινία).
Στην Ελλάδα πρωτοεμφανίστηκε ως συνθέτης στην 4η Ελληνική Εβδομάδα Σύγχρονης Μουσικής (Αθήνα 19-26 Σεπτ. 1971) με το έργο Δοκιμολογία. Επαναπατρίστηκε το φθινόπωρο του 1975. Εργάστηκε ύστερα από πρόσκληση του Μάνου Χατζιδάκι στο Τρίτο Πρόγραμμα (75-76) ως έκτακτος παραγωγός. Το 1977 ως τακτικός πλέον υπάλληλος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας υπηρετεί διαδοχικά ως διευθυντής τα μουσικά τμήματα του Β΄ και Α΄ Προγ/τος, ενώ από το καλοκαίρι του 1982 μέχρι τον Ιανουάριο του 1994 υπήρξε διευθυντής του Τρίτου Προγράμματος της Ε.Ρ.Α.. Από το 1999 ζούσε μόνιμα και εργαζόταν στη Λευκάδα, τον τόπο όπου έζησε από μικρός κι όπου πρωτοδιδάχτηκε μουσική. Από την ίδια χρονιά και μέχρι το 2002 υπήρξε καλλιτεχνικός διευθυντής του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Λευκάδας και των πολιτιστικών θεσμών «Γιορτές Λόγου και Τέχνης», «Διεθνές Φεστιβάλ Κρουστών» και «Διεθνές Φεστιβάλ Φολκόρ».
Στο έργο του περιλαμβάνεται σημαντικός αριθμός μουσικών συνθέσεων: συμφωνική, χορωδιακή, σκηνική μουσική (μπαλλέτο, θέατρο), μουσική δωματίου, ηλεκτρονική, έργα για σόλο όργανα, συνθέσεις στο ύφος της jazz και fusion, τραγούδια σε ποίηση ελλήνων και ξένων ποιητών. Τα χρόνια από το ’80 και μετά έγραψε μουσική και για τον κινηματογράφο. Η μουσική του στην Παραγγελιά του Π. Τάσιου απέσπασε το βραβείο καλύτερης μουσικής στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης το 1980. Το 1982 έγραψε τη μουσική για το Στίγμα του ίδιου σκηνοθέτη, το 1986 για την ταινία Η νύχτα με την Σιλένα του Δημ. Παναγιωτάτου, το 1991 για την Νυχτερινή Έξοδο και Κλειστή Στροφή των Μένιου Δίτσα και Νίκου Γραμματικού αντίστοιχα, ενώ το 1993 υπέγραψε τη μουσική της Εποχής των Δολοφόνων του τελευταίου.
Τα περισσότερα από τα έργα των τελευταίων ετών ήταν παραγγελίες ελληνικών και ξένων πολιτιστικών φορέων και οργανισμών και έχουν παιχτεί στην Ευρώπη, Αυστραλία και Αμερική από ονομαστά μουσικά σύνολα, μεταξύ των οποίων οι Σολίστες του Μπολσόι, το Ensemble Modern της Φρανκφούρτης, η Πολυρρυθμία της Σόφιας, το συγκρότημα κρουστών Okada του Τόκιο, τα κουαρτέτα Russo και Mlada, οι Συμφωνικές Ορχήστρες της Λειψίας, της Λουμπλιάνα, της ABC (Ραδ/νία Αυστραλίας), της ΑLEA (Παν/μιου Βοστώνης) καθώς και οι ορχήστρες της ΕΡΑ και Κρατική Θεσσαλονίκης».