Πριν το Bauhaus γίνει μύθος, έγινε εικόνα. Κάποια έπρεπε να σταθεί απέναντι από τα κτίριά του, τις σκάλες του, τα εργαστήριά του, τα πρόσωπά του, και να αποφασίσει πώς θα τα θυμόμαστε. Κάποια έπρεπε να βάλει τη γραμμή, τη γωνία, το φως, την απόσταση. Συχνά αυτό το χέρι ήταν γυναικείο. Μόνο που όταν η εικόνα σκλήρυνε και έγινε ιστορία, οι γυναίκες που την είχαν βοηθήσει να υπάρξει βγήκαν σιγά σιγά έξω από το κάδρο.
Μία από αυτές ήταν η Λουτσία Μόχολι. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1920 φωτογράφιζε αντικείμενα, χώρους και ανθρώπους του Bauhaus με τρόπο που βοήθησε να χτιστεί η δημόσια όψη της σχολής. Κι όμως, το όνομά της δεν πήρε ποτέ τη θέση που άρπαξαν οι άντρες που έγιναν αργότερα το πρόσωπο της πρωτοπορίας.
Κάτι ανάλογο συνέβη και με την Ίζε Γκρόπιους, που έμεινε γνωστή ως Mrs. Bauhaus, ενώ η δική της φωτογραφική δουλειά διαβαζόταν για χρόνια μέσα από τη σκιά του Βάλτερ Γκρόπιους. Εδώ το θέμα παύει να είναι ακαδημαϊκό. Γίνεται η ιστορία μιας εικόνας που κυκλοφόρησε πολύ πιο εύκολα από το όνομα εκείνης που τη στήριξε.
Γι’ αυτό η έκθεση New Woman, New Vision: Women Photographers of the Bauhaus, που ανοίγει στις 17 Απριλίου στο Museum fur Fotografie του Βερολίνου, δεν μοιάζει με ακόμη ένα διορθωτικό παράρτημα πάνω στο Bauhaus. Φέρνει μαζί περίπου 300 φωτογραφίες από τη συλλογή του Bauhaus-Archiv / Museum fur Gestaltung και 29 φωτογράφους, κυρίως από το αρχικό Bauhaus της Γερμανίας αλλά και από το New Bauhaus του Σικάγου, και μετακινεί αθόρυβα το πραγματικό κέντρο βάρους της ιστορίας. Δεν ρωτά μόνο ποιες γυναίκες υπήρχαν εκεί. Ρωτά ποια μάτια έφτιαξαν τελικά την εικόνα που μάθαμε όλοι να αναγνωρίζουμε ως Bauhaus.
Η έκθεση πατά πάνω σε μια άλλη, εξίσου παλιά παρανόηση: ότι οι γυναίκες του Bauhaus έμειναν περίπου όλες στην υφαντουργία, σαν να τους αναλογούσε από τη φύση ένας πιο ήσυχος και πιο διακοσμητικός ρόλος μέσα στη σχολή. Η πραγματικότητα ήταν πιο σύνθετη.
Πολλές κινήθηκαν ανάμεσα σε διαφορετικά τμήματα, σπούδασαν αρχιτεκτονική και ασχολήθηκαν με τη φωτογραφία πολύ πριν οργανωθεί επίσημο μάθημα το 1929. Το θέμα, λοιπόν, δεν είναι ότι το Bauhaus «είχε και γυναίκες». Είναι ότι η ίδια η νεωτερικότητά του ήταν πιο σύνθετη, πιο πολυφωνική και πιο ανοιχτή απ’ όσο επέτρεψε αργότερα η επίσημη αφήγησή του.
Αυτό φαίνεται και στις ίδιες τις εικόνες. Οι μάσκες της Γκέρτρουντ Άρντ, τα αυτοπορτρέτα της Μαριάνε Μπραντ, οι λήψεις της Έλεν Άουερμπαχ, της Έλζα Τίμαν και της Φλόρενς Ανρί δεν μοιάζουν με οπτικές υποσημειώσεις ενός μεγάλου ανδρικού έργου.
Μοιάζουν με ζωντανό εργαστήριο για το τι μπορεί να κάνει η φωτογραφία όταν δεν περιορίζεται μόνο στην τεχνική καταγραφή, αλλά αρχίζει να δοκιμάζει ρόλους, σώματα, επιφάνειες, αστικά τοπία, νεκρές φύσεις και παράξενες γωνίες θέασης. Οι εικόνες υπάρχουν ήδη, λαμπερές και αναγνωρίσιμες. Αυτό που έλειπε ήταν το νήμα που τις έδενε ξανά με τις γυναίκες που τις τράβηξαν.
Το πιο ενδιαφέρον στην έκθεση είναι ότι δεν μένει στην αδικία. Δεν ζητά απλώς από τον θεατή να λυπηθεί για την καθυστερημένη ορατότητα αυτών των φωτογράφων. Βάζει το ιστορικό υλικό σε διάλογο με έργα τριών σύγχρονων καλλιτέχνιδων, των Kalinka Gieseler, Caroline Kynast και Sinta Werner, και έτσι κάνει κάτι πιο δύσκολο: μας αναγκάζει να δούμε ότι αυτές οι εικόνες δεν ανήκουν μόνο σε ένα διορθωμένο παρελθόν, αλλά συνεχίζουν να παράγουν παρόν. Οτι η σχέση ανάμεσα στη φωτογραφία, στο σώμα, στην αυτοπαρουσίαση και στην εξουσία του βλέμματος παραμένει ζωντανή.
Ισως γι’ αυτό η έκθεση έχει μεγαλύτερο βάρος απ’ όσο αφήνει να φανεί η ήσυχη μουσειακή γλώσσα της. Δεν υπόσχεται μόνο μια σειρά από παραγνωρισμένες γυναίκες. Υπόσχεται κάτι πιο ουσιαστικό: να αλλάξει ελαφρά αλλά οριστικά το ίδιο το βλέμμα μας όταν λέμε Bauhaus. Να μας θυμίσει ότι η εικόνα του μοντερνισμού δεν γεννήθηκε έτοιμη μέσα από τα χέρια των γνωστών ηρώων του.
Κάποια την έστησε. Κάποια την τράβηξε. Και τώρα, έστω αργά, αυτές οι γυναίκες επιστρέφουν όχι απλώς μέσα στην ιστορία, αλλά μέσα στην ίδια την όψη της.
με στοιχεία από The Art Newspaper, The Guardian, Staatliche Museen zu Berlin, Bauhaus.de