Την ώρα που η σχέση τους είχε ήδη αρχίσει να ραγίζει, ο Πολ Θεκ έγραφε στον Πίτερ Χούτζαρ μια φράση που σήμερα ακούγεται σαν συμπύκνωση ολόκληρης της ιστορίας τους. Η νέα διπλή βιογραφία τους γραμμένη από τον Άντριου Ντέρμπιν, The Wonderful World That Almost Was, που κυκλοφορεί σήμερα στις ΗΠΑ και στις 23 Απριλίου στη Βρετανία, ξαναφέρνει στο φως τον έρωτα, τη συνεργασία και τη δημιουργική ένταση δύο μορφών της νεοϋρκέζικης πρωτοπορίας που για χρόνια έμεναν περισσότερο θρύλος παρά κεντρική αφήγηση.
Υπάρχει μάλιστα μια σχεδόν τέλεια σκηνή γέννησης αυτής της κοινής μυθολογίας. Το 1963, σε ταξίδι στη Σικελία, οι δυο τους κατέβηκαν στις Κατακόμβες των Καπουτσίνων στο Παλέρμο. Από εκεί ο Χούτζαρ θα τραβήξει τις εικόνες που αργότερα θα γίνουν το Portraits in Life and Death, το μοναδικό βιβλίο που εξέδωσε όσο ζούσε, ενώ για τον Θεκ εκείνη η εμπειρία θα λειτουργήσει σαν σπινθήρας για τα περίφημα “meat pieces”, τις κέρινες, σχεδόν σαν λειψανοθήκες κατασκευές που τον έκαναν ξαφνικά έναν από τους πιο ανήσυχους καλλιτέχνες της εποχής του.
Αυτό που κάνει τη σχέση τους τόσο γόνιμη και τόσο δύσκολη να χωρέσει σε μία μόνο ετικέτα είναι ότι δεν έφτιαχναν την ίδια τέχνη ούτε ήθελαν να ανήκουν στο ίδιο ράφι. Ο Χούτζαρ φωτογράφιζε με ασυνήθιστη διαύγεια το downtown της Νέας Υόρκης, τα ζώα, τα ερείπια, τα πρόσωπα της αβανγκάρντ και της queer κοινότητας, από την Κάντι Ντάρλινγκ και τη Σούζαν Σόνταγκ έως τον Ντέιβιντ Βοϊνάροβιτς. Ο Θεκ, από την άλλη, πέρασε κοντά από την pop art, τη μινιμαλιστική και την εννοιολογική τέχνη χωρίς να κάθεται άνετα σε καμία, αφήνοντας πίσω του έργα εύθραυστα, συχνά εφήμερα, με μεγάλο μέρος της πιο θρυλικής δουλειάς του να έχει χαθεί.
Το γιατί αυτή η ιστορία μοιάζει σήμερα πιο επίκαιρη από ποτέ φαίνεται και στο πώς συγχρονίστηκε ξαφνικά ολόκληρο το πεδίο γύρω τους. Ο Χούτζαρ έχει ήδη επανέλθει στην ποπ κυκλοφορία μέσα από την ταινία του Άιρα Σακς Peter Hujar’s Day, με τον Μπεν Γουίσοου στον ρόλο του, ενώ στο Βερολίνο τρέχει ως τις 28 Ιουνίου η έκθεση Peter Hujar / Liz Deschenes: Persistence of Vision στο Gropius Bau. Στη Νέα Υόρκη, το MoMA αφιερώνει από τις 21 έως τις 25 Απριλίου ένα τετραήμερο πρόγραμμα προβολών στους δύο καλλιτέχνες και τον κύκλο τους, ενώ ακολουθούν η αναβίωση του θρυλικού Gracie Mansion Show στο Ortuzar, νέα ατομική έκθεση του Θεκ στη Galerie Buchholz από 13 Μαΐου έως 25 Ιουλίου και, αργότερα μέσα στη χρονιά, η ομαδική έκθεση The Disappearance of Landscape: Oakleyville, 1964–2022 στο Watermill Center.
Δεν πρόκειται μόνο για μια καθυστερημένη αποκατάσταση δύο παραγνωρισμένων δημιουργών. Είναι και μια αποκατάσταση του τρόπου με τον οποίο διαλύθηκε μια ολόκληρη γενιά. Ο Durbin μιλά για μια δεύτερη εξαφάνιση μετά το AIDS: οικογένειες που ξαναέγραφαν τις αιτίες θανάτου, αρχεία που σκόρπιζαν, queer ζωές που απογυμνώνονταν από την αλήθεια τους, έργα που έμεναν χωρίς θεσμικό σπίτι. Γι’ αυτό και η επιστροφή του Χούτζαρ και του Θεκ δεν έχει μόνο ιστορική ή αισθητική σημασία. Έχει και κάτι από ανάκτηση τεκμηρίου.
Το The Wonderful World That Almost Was: A Life of Peter Hujar and Paul Thek του Άντριου Ντέρμπιν.
Και ίσως τελικά εκεί να βρίσκεται η πιο σύγχρονη δύναμη αυτής της ιστορίας. Όχι στη νοσταλγία για μια μποέμικη Νέα Υόρκη που δεν υπάρχει πια, αλλά στην απόδειξη ότι η τέχνη μπορεί να γεννηθεί μέσα από την επιθυμία, την ένταση, τη φτώχεια, την τρυφερότητα και μια από τις πιο άδικες στιγμές της queer Ιστορίας χωρίς να ζητά άδεια από κανέναν.Ο κόσμος που έφτιαξαν ο Πίτερ Χούτζαρ και ο Πολ Θεκ ήταν εύθραυστος, συχνά αόρατος και τελικά θνητός.
Αλλά τώρα, μισό σχεδόν αιώνα μετά, μοιάζει ξανά να λέει αυτό που ήθελαν εξαρχής να γράψουν πάνω στον κόσμο: ήμασταν κι εμείς εδώ.
Με στοιχεία από τον Guardian, τη Granta, το MoMA και το Gropius Bau