Με το νέο The Stranger του François Ozon να ξαναφέρνει τον Camus στη μεγάλη οθόνη και ταινίες όπως το Sirat να μετατρέπουν την υπαρξιακή αβεβαιότητα σε σύγχρονο εφιάλτη, το σινεμά δείχνει να ξαναβρίσκει μια παλιά του εμμονή: την αγωνία, τη ναυτία, την αίσθηση ότι ο κόσμος έχει χάσει το σταθερό του νόημα.
Υπήρξε μια εποχή που ο υπαρξισμός έμοιαζε σχεδόν με υποχρεωτικό αξεσουάρ της νεανικής σοβαρότητας: Camus, Sartre, μαύρα ζιβάγκο, βλέμματα χαμένα στο κενό, η αίσθηση ότι η ζωή είναι ένα πρόβλημα χωρίς σταθερή λύση. Για χρόνια, όλα αυτά έμοιαζαν να έχουν παλιώσει. Σαν φιλοσοφία δεμένη με τον μεταπολεμικό 20ό αιώνα, με τις καπνισμένες καφετέριες του Παρισιού, με έναν κόσμο που πίστευε ακόμη ότι η αγωνία μπορούσε να ειπωθεί με μεγάλες λέξεις.
Κι όμως, κάτι σε αυτή τη γλώσσα μοιάζει να επιστρέφει. Οχι απαραίτητα ως ιδεολογικό ρεύμα, αλλά ως ατμόσφαιρα. Ως αίσθηση. Ως κινηματογραφικό κλίμα. Από το νέο The Stranger του François Ozon μέχρι το Sirat του Óliver Laxe, το σινεμά δείχνει να ξαναπιάνει το νήμα μιας εμπειρίας που μοιάζει πολύ γνώριμη σε έναν κόσμο εξαντλημένο, αβέβαιο και ψυχικά διασπασμένο: την αίσθηση ότι το νόημα δεν προσφέρεται πια έτοιμο, ότι πρέπει να βρεθεί ή να επινοηθεί μέσα στο χάος.
Η επιστροφή του Camus δεν είναι μικρό πράγμα. Το L’Étranger δεν είναι απλώς ένα διάσημο μυθιστόρημα, αλλά ένα από τα πιο εμβληματικά κείμενα της νεωτερικής αποξένωσης. Το γεγονός ότι ο François Ozon επιλέγει τώρα να το ξαναφέρει στη μεγάλη οθόνη, 84 χρόνια μετά την έκδοσή του, μοιάζει από μόνο του με πολιτιστικό σύμπτωμα. Ο Meursault, ο ήρωας που στέκεται σχεδόν αναισθητικά απέναντι στον θάνατο, στην κοινωνική ηθική και στη βία, επιστρέφει σε μια εποχή που έχει κουραστεί από τις εύκολες βεβαιότητες αλλά εξακολουθεί να τις ζητά μανιωδώς.
Η νέα ταινία του Ozon δεν παρουσιάζεται απλώς ως πιστή λογοτεχνική μεταφορά. Επιχειρεί να ξαναδιαβάσει τον Camus μέσα από το αποικιακό πλαίσιο της Αλγερίας, δίνοντας πολύ πιο κεντρικό βάρος στις σχέσεις εξουσίας που το πρωτότυπο κείμενο άφηνε σχεδόν βουβές. Κι εκεί ακριβώς γίνεται φανερό ότι το σημερινό σινεμά δεν επιστρέφει στον υπαρξισμό για να κάνει φιλοσοφικό cosplay. Επιστρέφει επειδή το παλιό ερώτημα του νοήματος δεν μπορεί πια να διαχωριστεί από την ιστορία, τη βία και την πολιτική.
Αλλά η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά αυτής της επιστροφής ίσως δεν βρίσκεται μόνο στον Ozon. Βρίσκεται στο Sirat. Εδώ δεν έχουμε διανοούμενους που μιλούν για το παράλογο. Εχουμε σώματα που περπατούν κυριολεκτικά πάνω στην κόψη του χάους. Εναν πατέρα που ψάχνει την κόρη του, μια ομάδα ravers στην έρημο, έναν κόσμο που μοιάζει να πλησιάζει σε παγκόσμια σύγκρουση. Το Sirat μεταφέρει την υπαρξιακή αγωνία από το καφέ και το δικαστήριο στο τοπίο της απόλυτης απορρύθμισης.
Αυτό ίσως είναι και το πιο καθαρό σημάδι ότι η κινηματογραφική αγωνία επιστρέφει με νέο πρόσωπο. Δεν έχει πια μόνο τη μορφή της θεωρητικής εσωστρέφειας ή του ανδρικού αδιεξόδου που γνωρίσαμε στο noir και στον ευρωπαϊκό μοντερνισμό. Εχει τη μορφή ενός κόσμου όπου η τεχνολογία, ο πόλεμος, η οικονομική επισφάλεια και η ψυχική φθορά μετατρέπουν την καθημερινότητα σε ένα τοπίο συνεχούς απώλειας προσανατολισμού. Ο υπαρξισμός, με άλλα λόγια, δεν επιστρέφει ως σχολή. Επιστρέφει ως αίσθηση ότι περπατάμε όλοι πάνω σε έδαφος που υποχωρεί.
Γι’ αυτό και η διαδρομή από τον Camus και τον Kafka ως το film noir, το Breathless, το Taxi Driver, το Blade Runner ή ακόμη και τον The Killer του David Fincher δεν μοιάζει καθόλου αυθαίρετη. Ο κινηματογράφος ήταν πάντα γεμάτος από ήρωες που περιπλανιούνται σε έναν κόσμο χωρίς σταθερή ηθική πυξίδα, χωρίς βεβαιότητα για τον εαυτό τους, χωρίς σαφή λύτρωση. Ο μοναχικός hitman, ο παρανοϊκός αντιήρωας, ο άντρας που δεν αντέχει την κοινωνική γλώσσα γύρω του, ο άνθρωπος που κοιτά το σύστημα και νιώθει ότι δεν υπάρχει θέση γι’ αυτόν μέσα του: όλα αυτά ήταν υπαρξισμός, ακόμη κι όταν δεν το ονομάζαμε έτσι.
Απλώς τώρα αυτό το ρεύμα μοιάζει να ξαναβρίσκει την ιστορική του θερμοκρασία. Γιατί ο κόσμος του 2026 μοιάζει ξανά με κόσμο όπου η αγωνία δεν είναι πολυτέλεια, αλλά κλίμα. Οι αλγόριθμοι υπόσχονται νόημα και ταυτότητα, αλλά παράγουν ομοιομορφία. Η τεχνολογία υπόσχεται σύνδεση, αλλά πολλαπλασιάζει την αποξένωση. Οι παλιές πολιτικές βεβαιότητες έχουν καταρρεύσει, ενώ οι νέες μοιάζουν όλο και πιο αυταρχικές ή όλο και πιο εύθραυστες. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η επιστροφή στον Camus δεν ακούγεται σαν ακαδημαϊκή ανακύκλωση. Ακούγεται σαν πολιτιστικό σύμπτωμα.
Υπάρχει βέβαια και μια ειρωνεία εδώ. Ο υπαρξισμός είχε θεωρηθεί για χρόνια σχεδόν ανέκδοτο: η φιλοσοφία του σκοτεινού φοιτητή, του μελαγχολικού εφήβου, του νεαρού που γράφει αποφθέγματα σε τετράδια και τοίχους. Τώρα, όμως, η ίδια αυτή γλώσσα δείχνει ξανά ικανή να περιγράψει έναν κόσμο που κουράστηκε από το positivity, από τα ατελείωτα tutorials αυτοβελτίωσης και από τις ψευδαισθήσεις διαρκούς αυτοκυριαρχίας. Η αγωνία δεν μοιάζει πια με πόζα. Μοιάζει με περιγραφή.
Και ίσως γι’ αυτό η επιστροφή της κινηματογραφικής αγωνίας μοιάζει τόσο εύστοχη. Οχι επειδή οι δημιουργοί αναβιώνουν παλιά φιλοσοφικά brands, αλλά επειδή νιώθουν ξανά ότι το σινεμά πρέπει να μιλήσει για την αβεβαιότητα χωρίς να τη λειάνει. Να δείξει ανθρώπους που δεν ξέρουν πού πηγαίνουν, που δεν μπορούν να εμπιστευτούν ούτε τον κόσμο ούτε τον εαυτό τους, που ψάχνουν μια ηθική στάση σε ένα περιβάλλον όπου όλα δείχνουν έτοιμα να διαλυθούν.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο υπαρξισμός είναι ξανά στη μόδα. Είναι αν ζούμε πάλι σε μια στιγμή που μόνο μια τέτοια γλώσσα μπορεί να περιγράψει πειστικά το πώς αισθανόμαστε. Και αν ισχύει αυτό, τότε ο Camus, το Sirat και όλο αυτό το σκοτεινό ρεύμα της κινηματογραφικής αγωνίας δεν επιστρέφουν από νοσταλγία. Επιστρέφουν επειδή ο κόσμος τους χρειάζεται ξανά.