Η Gelman Collection δεν είναι μια οποιαδήποτε ιδιωτική συλλογή. Είναι ένα από τα σημαντικότερα σύνολα έργων μεξικανικής τέχνης του 20ού αιώνα, με έργα της Frida Kahlo, του Diego Rivera, του Jose Clemente Orozco, της Maria Izquierdo και άλλων σημαντικών καλλιτεχνών. Το τελευταίο διάστημα, όμως, το ενδιαφέρον δεν αφορά μόνο την καλλιτεχνική της αξία, αλλά και το πώς διαχειρίζεται, πού εκτίθεται και πόσο καθαρά εφαρμόζεται στην περίπτωσή της η μεξικανική νομοθεσία για την πολιτιστική κληρονομιά.
Η πιο πρόσφατη αφορμή ήταν μια νέα ανοιχτή επιστολή, που υπογράφουν εκατοντάδες άνθρωποι του πολιτισμού στο Μεξικό. Ζητούν από τις αρχές να δημοσιοποιήσουν τους όρους με τους οποίους εγκρίθηκαν οι άδειες εξαγωγής έργων της συλλογής και να δώσουν προτεραιότητα στη μόνιμη ή, έστω, σταθερή παρουσία της στο Μεξικό. Στο επίκεντρο βρίσκονται κυρίως τα έργα της Frida Kahlo, καθώς το νομικό καθεστώς που τα προστατεύει είναι το αυστηρότερο και δεν επιτρέπει μόνιμη εξαγωγή.
Το θέμα, ωστόσο, δεν ξεκινά τώρα. Η El Pais το ενέταξε σε ένα ευρύτερο αφήγημα, που μοιάζει σχεδόν με πολιτιστικό θρίλερ: μια συλλογή χτισμένη από ένα πανίσχυρο ζευγάρι συλλεκτών, ένας εκτελεστής διαθήκης που βρέθηκε στο κέντρο της ιστορίας, συγγενικές διεκδικήσεις, μια διαθήκη που κανείς δεν λέει ότι έχει δει και ένα κράτος που, κατά πολλούς, δεν κατάφερε ποτέ να εξασφαλίσει ότι η συλλογή θα έμενε εκεί όπου υποτίθεται ότι έπρεπε να μείνει, δηλαδή στο Μεξικό.
Ο Jacques και η Natasha Gelman υπήρξαν από τις ισχυρότερες μορφές της διεθνούς συλλεκτικής σκηνής, με περιουσία που χτίστηκε στη χρυσή εποχή του μεξικανικού κινηματογράφου. Μετά τον θάνατο του Jacques, το ευρωπαϊκό τμήμα της συλλογής τους κατέληξε στο Metropolitan Museum of Art της Νέας Υόρκης. Η μεξικανική συλλογή ακολούθησε πολύ πιο περίπλοκη διαδρομή. Σύμφωνα με την El Pais, μετά τον θάνατο της Natasha Gelman, ο Αμερικανός επιμελητής Robert Littman εμφανίστηκε ως εκτελεστής της διαθήκης και ανέλαβε τον χειρισμό της συλλογής, με τη δημόσια δέσμευση ότι δεν θα διασπαστεί και ότι θα παραμείνει στο Μεξικό.
Για ένα διάστημα φάνηκε ότι αυτό ίσως μπορούσε να γίνει. Υπήρξαν σκέψεις για δημόσια αγορά της συλλογής, ενώ η Costco είχε χρηματοδοτήσει ακόμη και τη δημιουργία μουσείου ειδικά για τη φιλοξενία της. Τελικά, όμως, οι διαμάχες ανάμεσα σε πιθανούς κληρονόμους, οι δικαστικές προσφυγές και η αδυναμία των θεσμών να δώσουν μόνιμη λύση οδήγησαν αλλού. Η συλλογή βγήκε από το μουσείο, πέρασε ξανά στον Littman και άρχισε να ταξιδεύει στο εξωτερικό για προσωρινές εκθέσεις. Σε εκείνη τη φάση άρχισε να εδραιώνεται και η εικόνα του ως αμφιλεγόμενου διαχειριστή της υπόθεσης, παρότι άλλοι θεωρούν ότι κινήθηκε μέσα στο πλαίσιο που είχε μπροστά του.
Το νέο κεφάλαιο άνοιξε όταν έγινε γνωστό ότι η οικογένεια Zambrano απέκτησε τη συλλογή το 2023 και ότι η Banco Santander ανέλαβε τη διαχείριση της Gelman Santander Collection, δηλαδή τη συντήρηση, την έρευνα και την έκθεσή της. Η συμφωνία αυτή παρουσιάστηκε ως προσωρινή και σύννομη, προκάλεσε όμως αμέσως ανησυχία, τόσο επειδή η συλλογή συνδέθηκε με μακρόχρονη παρουσία στην Ισπανία όσο και επειδή οι πληροφορίες για τους όρους του δανεισμού και των εξαγωγών εμφανίζονταν αποσπασματικά.
Τριάντα έργα της συλλογής θεωρούνται εθνικά καλλιτεχνικά μνημεία βάσει της μεξικανικής νομοθεσίας, ενώ για τα έργα της Kahlo ισχύει ακόμη αυστηρότερη προστασία. Γι’ αυτό και η υπόθεση έχει ξεφύγει από τα όρια ενός κλασικού θέματος της αγοράς τέχνης: δεν αφορά μόνο μια ιδιωτική συλλογή μεγάλης αξίας, αλλά τον τρόπο με τον οποίο μια χώρα προστατεύει ή δεν προστατεύει έργα που θεωρεί μέρος της πολιτιστικής της μνήμης.
Η πίεση κλιμακώθηκε ακόμη περισσότερο όταν η Defensa de la Coleccion Gelman απηύθυνε νέα επιστολή όχι μόνο προς τη Santander αλλά και προς ευρωπαϊκά μουσεία που ετοιμάζονται να φιλοξενήσουν έργα της συλλογής, όπως η Fondation Beyeler, η Neue Nationalgalerie και το Εθνικό Μουσείο της Νορβηγίας. Το επιχείρημα είναι σαφές: όποιος εκθέτει αυτά τα έργα οφείλει να γνωρίζει και να μπορεί να βεβαιώσει ότι οι άδειες έχουν δοθεί σε πλήρη συμμόρφωση με τον μεξικανικό νόμο.
Από την πλευρά τους, τόσο το INBAL όσο και η Banco Santander έχουν δηλώσει ότι κινούνται εντός του νομικού πλαισίου. Το INBAL έχει τονίσει ότι δεν θα επιτρέψει μόνιμη εξαγωγή έργων της Frida Kahlo, ενώ η Santander έχει δηλώσει ότι η συμφωνία δεν σημαίνει οριστική μεταφορά της συλλογής και ότι υπάρχει δέσμευση για επιστροφή της στο Μεξικό μετά την προσωρινή εξαγωγή. Παρ’ όλα αυτά, η δημόσια συζήτηση δεν έχει κοπάσει, ακριβώς επειδή το πρόβλημα δεν είναι μόνο τι λένε οι ανακοινώσεις, αλλά πόσο πειστικά και διαφανώς τεκμηριώνονται.
Εκεί βρίσκεται και το πραγματικό βάρος της υπόθεσης. Η Gelman Collection δεν έχει γίνει απλώς αντικείμενο διαχείρισης ανάμεσα σε ιδιώτες, θεσμούς και χορηγούς. Εχει μετατραπεί σε δοκιμασία για το αν το Μεξικό μπορεί να υπερασπιστεί στην πράξη την πολιτιστική του κληρονομιά, όταν αυτή αποκτά διεθνή εμπορική και συμβολική αξία.
Και ίσως γι’ αυτό η ερώτηση μένει ακόμη ανοιχτή: γιατί αυτή η συλλογή δεν έμεινε τελικά στο Μεξικο;