Στο πλαίσιο της συμπλήρωσης των 120 χρόνων από τον θάνατο του Ερρίκου Ίψεν, το Θέατρο Τέχνης παρουσιάζει ένα από τα πιο εμβληματικά του έργα, τον «Αρχιμάστορα Σόλνες».
Γραμμένο το 1892, αποτελεί ένα από τα πιο διεισδυτικά έργα της ώριμης δραματουργίας τού μεγάλου Νορβηγού συγγραφέα, ενώ παράλληλα είναι ένας ακόμα φόρος τιμής στον μεγάλο ανανεωτή του παγκόσμιου θεάτρου. Η σχέση άλλωστε του Κάρολου Κουν με τον Ίψεν υπήρξε καθοριστική, καθώς το 1942 εγκαινίασε το Θέατρο Τέχνης με την «Αγριόπαπια».
Η σκηνοθεσία τού «Αρχιμάστορα Σόλνες» είναι του Κωνσταντίνου Ασπιώτη, στην πρώτη του συνεργασία με το ιστορικό θέατρο, και η πρωτότυπη μουσική του Στάμου Σέμση. Η παράσταση είναι επίσης μια συνάντηση ηθοποιών διαφορετικών γενεών αποφοίτων της Δραματικής Σχολής του Θεάτρου Τέχνης. Ανάμεσά τους και η γνωστή πρωταγωνίστρια Κάτια Δανδουλάκη, συνεχίζοντας έτσι τη σημαντική διαδρομή του σπουδαίου συγγραφέα με κοινή γλώσσα και αισθητική αναφορά, καθώς η μετάφραση του Μάριου Πλωρίτη, στενού συνεργάτη του Καρόλου Κουν, λειτουργεί ως ουσιαστική γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν.
Τι πραγματεύεται το έργο; Στον πυρήνα του βρίσκεται ο επιτυχημένος αρχιμάστορας Χάρβαρντ Σόλνες που, μαζί με τη σύζυγό του Αλίνα, ζει μια νοικοκυρεμένη και πλουσιοπάροχη ζωή, η οποία όμως στην πραγματικότητα δεν είναι και τόσο ευτυχισμένη. Ο ίδιος έχει επιλέξει να σταματήσει να κατασκευάζει κτίρια με ψηλούς πύργους που προσπαθούν να φτάσουν τον Θεό και έχει αφοσιωθεί στο να κατασκευάζει «σπίτια για ανθρώπους». Ανάμεσα στον φόβο και την επιθυμία, την ενοχή και την ανάγκη για υπέρβαση, ο Σόλνες, καλείται να αντιμετωπίσει το παρελθόν του και τη μαγνητική δύναμη της Χίλντα, μιας νεαρής γυναίκας που τον προκαλεί να κοιτάξει ξανά προς τον ουρανό χτίζοντας «κάστρα στον αέρα», όπως λέει. Γιατί η αναπάντεχη άφιξη της Χίλντα θα φέρει στην επιφάνεια το ανεκπλήρωτο όνειρο, την επιθυμία για ανύψωση και την τραγική μοίρα του ανθρώπου που θέλει να «χτίζει ψηλά» χωρίς να φοβάται την πτώση.
Ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης προσεγγίζει το κείμενο από μια ψυχογραφική σκοπιά, φωτίζοντας τις υπαρξιακές του διαστάσεις κι ως εκ τούτου αναδεικνύοντας τη διαχρονική του δύναμη. Μια σκληρή και ταυτόχρονα τρυφερή ιστορία για την ανάγκη του ανθρώπου να ξεπερνά τον εαυτό του, ακόμη κι όταν γνωρίζει ότι κάθε άνοδος εμπεριέχει τον κίνδυνο της συντριβής. Τον ομώνυμο ρόλο ερμηνεύει ο Θόδωρος Γράμψας και την Αλίνα Σόλνες η Κάτια Δανδουλάκη, η οποία επιστρέφει στο Υπόγειο του Κουν και το Θέατρο Τέχνης, από όπου ξεκίνησε ως μαθήτρια υποκριτικής και από το οποίο αποφοίτησε προτού ακολουθήσει τη μεγάλη της διαδρομή στο θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Μαζί τους επί σκηνής ο Δημήτρης Δεγαΐτης, η Ισιδώρα Δωροπούλου, η Άνια Λεμπεντένκο και ο Θράσος Σταθόπουλος, οι οποίοι ερμηνεύουν τους ήρωες ενός κόσμου όπου η φιλοδοξία συγκρούεται με την ενοχή και ο πόθος για δημιουργία συναντά τον φόβο της φθοράς. Η πρεμιέρα είναι προγραμματισμένη για την Πέμπτη 16 Απριλίου 2026.
Η Κάτια Δανδουλάκη, για την απόφαση της να αναλάβει τον ρόλο της Αλίνα Σόλνες, δήλωσε στην LiFO: «Με το που με πήρε στο τηλέφωνο ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης, που τον ήξερα και τον αγαπούσα πολύ ως ένα πλάσμα που φέρει μια ιδιαίτερη ευγένεια μέσα του, και μου έκανε την πρόταση να παίξω στον “Αρχιμάστορα Σόλνες” στο κυκλικό θέατρο του Κουν, δέχτηκα αυτομάτως με όλη μου την ψυχή. Προτού καν μου πει για ποιον ρόλο με ήθελε, η πρώτη μου σκέψη ήταν πόσο πολύ ήθελα να είμαι σε αυτήν τη δουλειά. Αυτό είναι το πιο ειλικρινές που έχω να πω. Και η χαρά μου είναι μεγάλη που θα παίξω μαζί με τον Θοδωρή Γράμψα και αυτά τα υπέροχα νέα παιδιά που συμμετέχουν. Ένιωσα τη λαχτάρα να ξαναθυμηθώ το γιατί ήθελα να βγω στο θέατρο. Να θυμηθώ τα όνειρά μου, να επιστρέψω εκεί από όπου ξεκίνησα με τον Κουν, τον Καμπανέλλη, τον Πλωρίτη, με τον οποίο μάλιστα παντρευτήκαμε αργότερα. Για εμένα όλα εκείνα τα όνειρα και οι λαχτάρες ποτέ δεν διαψεύστηκαν. Ποτέ! Μάλιστα η λαχτάρα αυτή τώρα είναι ακόμα πιο έντονη λόγω του χώρου. Ακόμα κι αν η πρόταση ήταν για τη Φρυνίχου, πάλι ‘’ναι’’ θα έλεγα, αλλά η ιδέα ότι θα μπω στο μυθικό Υπόγειο, μου έδωσε φτερά. Παρόλο που οι συνθήκες αυτό το διάστημα είναι δύσκολες, καθώς βρίσκομαι σε περιοδεία εκτός Αθηνών, ο Κωνσταντίνος έκανε τα πάντα για να μπορέσουμε να κάνουμε πρόβες, πηγαινοερχόμενοι και οι μεν και οι δε από διάφορες πόλεις για να μπορέσουμε να συντονιστούμε. Όλες αυτές οι δυσκολίες δεν με πτοούν στο ελάχιστο μπροστά στην πραγματική αγαλλίαση που νιώθω όταν βρίσκομαι ξανά σε αυτήν τη σκηνή. Νιώθω ότι ξαναγίνομαι 20 χρονών και λατρεύω το θέατρο ξανά από την αρχή, που τώρα πια, έπειτα από όλα αυτά τα χρόνια θεατρικής ζωής, έχω να του δώσω όχι μόνο απειρία και λαχτάρα, αλλά και την πείρα και την ευγνωμοσύνη μου. Γιατί είμαι ευγνώμων για αυτήν την πρόταση, ευγνώμων που παίζω με τον Θοδωρή Γράμψα –υπέροχος στον ρόλο του αρχιμάστορα Σόλνες– ένα έργο που είναι τόσο μα τόσο σύγχρονο, βαθύ και διαχρονικό.
Και καθώς λατρεύω τους νέους ανθρώπους, βλέπω και χαίρομαι όλα αυτά τα νέα παιδιά που δίνουν τη ζωντάνια και τη φρεσκάδα τους κι αποδεικνύονται ο καθένας πιο ταλαντούχος από τον άλλον. Ευχαριστώ βέβαια και τη Μαριάννα Κάλμπαρη που μας έδωσε την ευκαιρία να ανέβει η παράσταση στο Υπόγειο. Ειλικρινά, δεν μπορώ να περιγράψω αυτό που νιώθω, αλλά θα πω μόνο ότι κάθε φορά που ξεκινάω να πάω στην πρόβα, το κάνω με χαρά. Παρ’ όλη την υπερκόπωση απ’ όλα όσα έχω αναλάβει το τελευταίο διάστημα, όταν βρίσκομαι στις πρόβες του “Αρχιμάστορα”, ξαφνικά ζωντανεύω και γίνομαι 20 χρονών. Όπως όταν ήμουν δευτεροετής στη σχολή του Κουν και έπαιξα στη “Δολοφονία του Ζαν Πολ Μαρά” του Πέτερ Βάις, μαζί με τη Ρένη Πιττακή, ακριβώς σε αυτόν τον χώρο του κυκλικού θέατρου του Κουν. Οι μνήμες μου από εκείνη την εποχή και από όταν αποφοίτησα είναι ιδιαίτερα συγκινητικές. Αλλά πάνω απ’ όλα θυμάμαι τους δασκάλους μου, γιατί ό,τι ουσιαστικό κέρδος έχω στην υποκριτική μού το έδωσε ο Κουν και η σχολή του».