🜁🜂
THE OASIS TAROT SPREAD:
Έξι κείμενα∙ μία εποχή που αλλάζει σε πραγματικό χρόνο.
🜄🜃
Υπάρχουν ποστ που ανοίγουν με θεματική. Κι υπάρχουν ποστ σαν το σημερινό που ανοίγουν με αίσθηση. Αυτό εδώ ανοίγει σαν tarot spread. Όχι για να πει “προβλέπω”. Αλλά για να δείξει τον τρόπο που η εποχή αποκαλύπτει τον εαυτό της στα πρόσωπα, στα σώματα, στις σιωπές. Κάθε κείμενο αυτού του κύκλου λειτουργεί σαν κάρτα. Και κάθε κάρτα ακουμπά ένα διαφορετικό νεύρο της σύγχρονης ζωής.
Card I — Jonathan Anderson
Ο designer που κοιτάζει το μέλλον όχι σαν τάση, αλλά σαν ερώτηση. Η κάρτα του “seer”: της προαίσθησης πριν από τον λόγο.
Card II — Η Metropolis της queer διαπραγμάτευσης: νεότητα, εξουσία, προστασία, μοναξιά. Η κάρτα όπου το συναίσθημα γίνεται νόμισμα.
Card IΙΙ — Greer Lankton
Ο κόσμος της μετάβασης ως εργασία και ρήξη. Η κάρτα που θυμίζει ότι το σώμα δεν “βελτιώνεται”∙ ξαναγεννιέται.
Card ΙV — Udo Kier
Το τέρας ως οικείο. Η ομορφιά ως απειλή. Η κάρτα της queer αναλογικής αγριότητας που χάνεται.
Card V — William E. Jones
Τα μετασοβιετικά αγόρια που έγιναν το πρώτο προϊόν της αλλαγής. Η κάρτα της αθωότητας που πέφτει πρώτη.
Card VI — Η Γενιά που Δεν Πρόλαβε
Η κάρτα της σιωπής που επιστρέφει. Η κάρτα που ενώνει τις τρεις queer γενιές της Ελλάδας.
Και κάτω από τις έξι κάρτες, υπάρχει πάντα μια κρυφή. Αυτή δεν τη γυρίζουμε ποτέ. Είναι η κάρτα του αναγνώστη.
Αν αυτό το ποστ έχει μια υπόσχεση, είναι αυτή: Η εποχή έχει ήδη αλλάξει. Οι κάρτες απλώς το δείχνουν.
🔮⟡Ο σχεδιαστής που κοιτάει το μέλλον όπως κοιτάς έναν αγαπημένο: με φόβο και εμπιστοσύνη
Μια εικόνα του Jonathan Anderson μπροστά σε tarot spreads αποκαλύπτει ότι η μόδα δεν κυνηγά τάσεις αλλά προαισθήματα. Το ταρώ λειτουργεί ως queer εργαλείο ανάγνωσης της εποχής και της ίδιας της δημιουργικότητας.
Υπάρχουν φωτογραφίες που μοιάζουν με backstage υλικό, αλλά στην πραγματικότητα είναι συμβάντα πολιτισμού. Ο Jonathan Anderson, μπροστά σε έναν μικρό κόσμο από tarot spreads, δεν μοιάζει με creative director σε διάλειμμα. Μοιάζει με κάποιον που προσπαθεί να δει αν η επόμενη εποχή θα τον αντέξει. Και κάπως έτσι θυμάσαι ότι οι μεγάλοι δημιουργοί-όχι οι διάσημοι, οι μεγάλοι- δεν δουλεύουν με τάσεις. Δουλεύουν με προαισθήματα. Με φόβους. Με τα σκοτεινά νερά που αλλάζουν κατεύθυνση πριν αλλάξουν η εποχή.
Η μόδα είναι σαν τα ταρώ: σου δείχνει αυτό που ήδη συμβαίνει μέσα σου, αλλά δεν τολμάς ακόμη να το παραδεχτείς. Κι ίσως γι’ αυτό με συγκίνησε αυτή η εικόνα. Όχι επειδή ένας από τους σημαντικότερους queer designers της εποχής κοιτάει κάρτες∙ αλλά επειδή σταματά. Κοιτάζει. Ρωτάει κάτι που δεν ξέρει και ψάχνει το επόμενο βήμα μέσα από τα αρχέτυπα, όχι από το trend report.
Υπάρχει μια στιγμή σε κάθε δημιουργό όπου δεν σε νοιάζει πια τι “δουλεύει”. Σε νοιάζει τι σε μεταμορφώνει. Και αυτή η στιγμή, όσο παράξενο κι αν ακούγεται, έχει πάντα κάτι από ταρώ: μικρά παράθυρα πάνω σε φόβους, επιθυμίες, δυνατότητες, προηγούμενες και επόμενες ζωές.
Ίσως γι’ αυτό η εικόνα του Anderson μπροστά στα ταρώ έγινε micro-viral τώρα όχι επειδή άλλαξε εκείνος, αλλά επειδή άλλαξε η εποχή. Ο κόσμος βρίσκεται σε μια παράξενη spiritual fatigue και ψάχνει μικρές τελετουργικές αναπνοές. Κι ο Anderson, σε μια φάση εσωτερικής στροφής, εμφανίζεται όχι ως δημιουργός-εικόνα αλλά ως άνθρωπος που σκύβει να ακούσει τον εαυτό του.
Η φωτογραφία είναι σχεδόν αντι-fashion και γι’ αυτό ακόμη πιο fashion: ένας μεγάλος δημιουργός δίπλα σε έναν μικρό cult reader, χωρίς το συνηθισμένο στήσιμο της βιομηχανίας. Οι queer δημιουργοί της γενιάς του αγαπούν αυτές τις στιγμές ευαλωτότητας, όχι ως αδυναμία, αλλά ως μέθοδο επιβίωσης.
Γιατί, τελικά, δεν κοιτάξαμε τα φύλλα. Κοιτάξαμε τη δική μας ανάγκη για ένα δωμάτιο όπου μπορούμε να σταθούμε ήσυχα για λίγο.
Το ταρώ ως queer σύστημα ανάγνωσης του κόσμου
Τα ταρώ δεν είναι μαντεία∙ είναι τρόπος να ξεκαθαρίσεις τη φωνή σου από τον θόρυβο. Και αυτό, για ένα queer υποκείμενο, είναι ολόκληρη πολιτική πράξη. Τα φύλλα λειτουργούν σαν μικρά queer manifestos:
Ο Τρελός: η φάση που δεν σε αντέχει πια η κανονικότητα.
Ο Κόσμος: η στιγμή που καταλαβαίνεις πως το σπίτι σου δεν είναι γεωγραφία αλλά gaze.
Ο Κρεμασμένος: η περίοδος όπου η μοναξιά γίνεται αναγκαστική μετατόπιση.
Ο Πύργος: η κατάρρευση όσων δεν τολμάς να παραδεχτείς ότι τελείωσαν.
Δεν υπάρχει queer ζωή χωρίς major arcana. Απλώς τα περισσότερα τα ζούμε χωρίς εικόνες.
Και βλέποντας τον Anderson έναν άνθρωπο που αλλάζει την ιστορία της μόδας περισσότερο από όσο θέλει να το παραδεχτεί να κάθεται μπροστά στα φύλλα, νιώθω πως παρακολουθώ live τη στιγμή που η δημιουργικότητα κατεβαίνει από τον θρόνο της και συναντά την ευαλωτότητα.
Όχι “τι θα γίνει μετά”. Αλλά “ποιος θα είμαι όταν γίνει”. Αυτό είναι το πραγματικό spread της εποχής μας.
Σκέφτομαι συχνά πως τις μεγαλύτερες αποφάσεις δεν τις παίρνουμε μόνοι μας. Μας τις ψιθυρίζει ένας φόβος, ένα σώμα, μια κάρτα, μια εικόνα. Και ίσως αυτό το μικρό, μυστικό απόγευμα του Jonathan Anderson να μην αφορά το μέλλον της μόδας, αλλά το μέλλον του να είσαι άνθρωπος μέσα σε έναν κόσμο που καίγεται πιο γρήγορα από εσένα.
Κι αν υπάρχει ένας χρησμός που να αξίζει σήμερα, είναι αυτός: Ο μόνος τρόπος να επιβιώσεις είναι να μάθεις να διαβάζεις τον εαυτό σου με την ίδια προσοχή που διαβάζεις την εποχή.
🏙️💔Love is dead in Metropolis
Σε μια queer Metropolis, η νεότητα δεν είναι ηλικία, είναι νόμισμα.
Υπάρχει μια πόλη όπου η νεότητα δεν είναι ζωή αλλά συνάλλαγμα. Όχι μια πόλη στον χάρτη μια πόλη που χτίζεται στα βλέμματα, στα foyers, στις βεράντες όπου το φως μοιάζει πάντα με υπόσχεση και πάντα με παγίδα.
Εκεί η queer νεότητα δεν περπατά· διαπραγματεύεται. Κι εκεί, πίσω από τα smoked glass παράθυρα, το μεγαλύτερο ψέμα του συστήματος είναι το πιο απλό: ότι υπάρχει ένας άντρας που θα της δώσει τόπο.
Δεν υπάρχει.
Δυο γενιές που δεν έμαθαν να συναντιούνται
Δεν με πληγώνει το κουτσομπολιό, ούτε τα ονόματα. Αυτά αλλάζουν. Το μοτίβο όχι. Από τη μία, η queer νεότητα της Metropolis: όμορφα σώματα που ξέρουν ακριβώς μα ακριβώς τι πουλάνε. Όχι μονάχα την ομορφιά τους, αλλά τη δικαίωση πως «κάποιος μεγάλωσε για να με δει».
Σώματα που γνωρίζουν πως ένας υπέροχος κώλος, ένας τεράστιος φαλλός, ένα πρόσωπο που λάμπει, είναι asset. Όχι έρωτας. Asset. Και αυτό δεν τα μικραίνει· απλά τα εκθέτει.
Από την άλλη, το billionaire queer γήρας: άντρες που γεννήθηκαν, μεγάλωσαν, διαμορφώθηκαν σε άλλες εποχές μπήκαν στην ντουλάπα, έζησαν την σκληρή δεκαετία του AIDS ως κώδικα, έμαθαν να μεταφράζουν την τρυφερότητα σε εξουσία, και την εξουσία σε αντίδωρο για τη μοναξιά τους.
Δεν είναι κακοί. Είναι αποτέλεσμα της εποχής τους. Αλλά αυτή η εποχή τους έμαθε ένα μόνο πράγμα: ότι το σώμα του άλλου είναι τρόπαιο, και η νεότητα ένα καύσιμο που τελειώνει.
Γι’ αυτό και κάθε ιστορία μοιάζει ίδια: ο νεότερος προσφέρει αυτό που δεν έχει άλλο πουθενά να ακουμπήσει, ο μεγαλύτερος προσφέρει αυτό που δεν έχει άλλο τρόπο να δώσει.
Και οι δύο ελπίζουν. Και οι δύο πεινούν. Και οι δύο χάνουν.
Η Metropolis ως queer οικονομία
Το τι βλέπουμε σήμερα στη Νέα Υόρκη των queer δισεκατομμυριούχων δεν είναι απλώς “age gap”. Ούτε μόνο sugar daddies mechanics.
Είναι μοντέλο. Είναι δομή. Είναι μηχανισμός. Η νεότητα λειτουργεί ως σωματικό κεφάλαιο. Το γήρας ως κρεατομηχανή και cash flow. Η σχέση τους ως σύμβαση:
- παρουσία αντί για οικειότητα
- προστασία αντί για τρυφερότητα
- προσδοκία αντί για σύνδεση
- επιβίωση αντί για αγάπη
Η μεγαλύτερη ειρωνεία; Ακόμη κι όταν ο θεσμός του γάμου μπαίνει μέσα στη θαυμάσια queer πρόοδο του γάμου μεταξύ ανδρών όπως στην περίπτωση του David Geffen ,δεν αλλάζει τίποτα. Η σύγκρουση δεν είναι νομική· είναι υπαρξιακή.
Ο θεσμός δεν μπορεί να θεραπεύσει έναν κώδικα επιθυμίας που χτίστηκε σε εποχή όπου η αγάπη ήταν παράνομη.
Κι έτσι, στη Metropolis, κανένας δεν προστατεύει κανέναν στη πραγματικότητα: η νεότητα παραμένει αναλώσιμη· το γήρας παραμένει άθικτο και άδειο· και η πόλη λειτουργεί ως αλγόριθμος που ταξινομεί κορμιά, ιστορίες, και ανάγκες.
Αυτό δεν είναι queer πολιτισμός. Είναι οικονομία συναισθήματος χωρίς συναισθηματικό αντίκρισμα.
Θα `ρθει η σειρά σου κι ο κατήφορος αυτός θα σε τσακίσει δίχως να το καταλάβεις
Και όμως πίσω απ’ όλη αυτή τη λάμψη που καίει, υπάρχει μια στιγμή αλήθειας που δεν αγοράζεται.
Η queer νεότητα επιθυμεί κάτι απλό: ένα μέρος να σταθεί που να μην χρειάζεται να πληρώσει με το σώμα της. Το queer γήρας επιθυμεί κάτι εξίσου απλό: ένα βλέμμα που να μην φοβάται να το δει.
Και κάπου ανάμεσα, η Metropolis συνεχίζει να περιστρέφεται, με γερασμένα , γκροτέσκα πρόσωπα που καταβροχθίζουν σαν να τους χρωστάει ο χρόνος κάτι, και με σώματα που δίνονται γιατί δεν έχουν άλλη γλώσσα για να ζητήσουν αγάπη.
Αυτό που βλέπω δεν είναι διαστροφή. Δεν είναι σκάνδαλο. Δεν είναι καν έγκλημα. Αν το έπαιζα κυνικός θα έλεγα πως είναι απλά η ανθρώπινη κατάσταση. Αλλά: κάτω από το προφανές και των 2 πλευρών εγώ βλέπω μια queer νεότητα ύπουλη, πονηρή, διψασμένη για λίγη τρυφηλή ζεστασιά σττο ναρκωμένο δωμάτιο του πλούτου πριν η ζωή την τσακίσει και ένα queer γήρας ύπούλο, πονηρό και άπληστο που γνωρίζει πως την αποφορά της μούμιας που είναι μονάχα τα χρήματα μπορούν να τη σκεπάσουν, πριν ο θάνατος το τσακίσει. Δεμένες και οι δυο πλευρές σε μια πόλη που δεν ξέρει και δεν θέλει να απλώσει χέρι.
Και μέσα σ’ αυτή την παγωνιά των σχέσεων που δεν μπορούν να γίνουν σχέσεις, μένει μόνο μια αλήθεια: Στη Metropolis, καμία πλευρά δεν είναι αθώα.
Αλλά και καμία δεν είναι λιγότερο μόνη.
🩸🜟 Udo Kier: πάντα λίγο πιο πέρα από την εικόνα
Ο ηθοποιός που έκανε το queer τέρας οικείο και την ομορφιά επικίνδυνη
Υπάρχουν πρόσωπα που μπαίνουν στο σινεμά. Και υπάρχουν πρόσωπα που μπαίνουν παντού, σαν διαρροή, σαν ατμόσφαιρα, σαν κάτι που δεν μπορείς να εξηγήσεις αλλά αναγνωρίζεις αμέσως. Ο Udo Kier υπήρξε το δεύτερο. Ένα φαινόμενο που γεννήθηκε στο ευρωπαϊκό μεταπολεμικό σινεμά και τελικά έγινε κάτι πολύ μεγαλύτερο από ρόλους, αισθητικές, εποχές.
Εγώ τον έμαθα από τη Madonna. Από εκείνο το κάδρο στο “Deeper and Deeper”, όπου το πρόσωπό του εμφανίζεται σαν υπόσχεση και σαν απειλή. Και μετά, από το περίφημο SEX book της, την queer εικονογραφία που ο Steven Meisel σφράγισε στο διεθνές mainstream.
Και κάπως έτσι μια persona που ήταν ήδη cult στην Ευρώπη μεταφέρθηκε σε μια ολόκληρη Αμερική μέσω της απόλυτης pop force των 90s: MTV, Madonna, Vogue culture, η χρυσή περίοδος του body-imaging.
Εκεί κατάλαβα κάτι που αργότερα μόνο το σινεμά του τον επιβεβαίωσε: ο Kier δεν έκανε καριέρα έκανε μετάδοση.
Tο σώμα που ενσάρκωνε αυτό που η εποχή φοβόταν να ονομάσει
Αυτό ήταν πάντα ο Kier. Όχι μόνο horror icon. Όχι μόνο gay icon. Όχι μόνο queer camp legend. Όχι μόνο “κακό παιδί” του arthouse. Ήταν ο άνθρωπος που έβαζε σώμα, βλέμμα, ύλη σε ό,τι η εποχή ήθελε να αποφύγει. Κι αυτός ο μηχανισμός, αυτή η κάθοδος στο ασυνείδητο κάθε κουλτούρας περιγράφει όλη του την πορεία.
Στον Fassbinder: η ενοχή και η θλίψη μιας Ευρώπης που δεν ήξερε πώς να ζήσει μετά τη διάλυση των βεβαιοτήτων της. Στον Paul Morrissey: το camp σαν θεολογία, το σώμα σαν ποίηση της υπερβολής.Στον Lars von Trier: το δαιμόνιο που περνά από μέσα σου για να δει αν έχεις αντοχές. Στον Gus Van Sant: το queer βλέμμα ως έδαφος, όχι ως ταυτότητα. Στο New Queer Cinema των 90s: το σώμα που κουβαλούσε τρεις δεκαετίες επιθυμίας, αδιεξόδου, αισθητικής αντίστασης.
Η φιλμογραφία του Kier είναι στην πραγματικότητα μια χαρτογράφηση φόβων: κάθε δεκαετία τον χρησιμοποιούσε για να πει κάτι που δεν μπορούσε να τοποθετήσει σε λόγια.
Η Madonna, ο Meisel, το MTV και η αμερικανική μεταμόρφωση του Kier
Η στιγμή του στο SEX book δεν είναι περιθωριακή λεπτομέρεια. Είναι πολιτισμικό γεγονός. Ο Steven Meisel και η Madonna δεν κάλεσan τον Kier γιατί ήταν “κουλ”, τον κάλεσan γιατί η pop της εποχής είχε ανάγκη από ένα πρόσωπο που να φέρει μέσα του την ευρωπαϊκή παράδοση της επιθυμίας που δεν ντρέπεται.
Και η Madonna, με την επιρροή που είχε τότε, τον σύστησε σε μια ολόκληρη γενιά που δεν είχε δει ποτέ τέτοιο βλέμμα σε mainstream εικόνα. Η εμφάνισή του στο βιντεοκλιπ του“Deeper and Deeper” είναι η απόδειξη: Το queer υπόγειο έμπαινε, για μια στιγμή, στο πιο δημοφιλές κανάλι του τότε κόσμου. Εγώ, όπως πολλοί της γενιάς μου, τον πρωτοείδα εκεί. Πριν από τον Morrissey, πριν από τον von Trier, πριν από τα cult horror.Πριν από τις queer θρυλικές ταινίες. Πριν από όλα.
Και είναι αλήθεια αυτό: το MTV έκανε τον Kier household face χωρίς ο κόσμος να το καταλάβει. Ένας Ευρωπαίος με πρόσωπο αρχαγγέλου και ηθική δαίμονα έγινε μέρος της pop κουλτούρας του ’92 με την ίδια φυσικότητα που κάποτε το arthouse τον είχε αγκαλιάσει.
Ο Kier ως πολιτισμική γενεαλογία
Ο Kier δεν ήταν απλώς παρών, ήταν συνδετικός ιστός: ένα πρόσωπο που συνέδεε γενιές, είδη, queer υλικό, ποπ, cult, avant-garde, horror, MTV αισθητική. Δεν υπήρχε άλλο τέτοιο πρόσωπο.
Μέσα από αυτόν πέρασαν: η μεταπολεμική ενοχή, το ευρωπαϊκό υπαρξιακό τραύμα, η camp θεότητα του ’70, η pop σωματικότητα των early ’90s, η queer πολιτική των νεότερων σκηνών, η μεταμοντέρνα ευθραυστότητα των 2000s, το cult σαν διεθνές λεξιλόγιο αισθητικής. Τελικά το queer σαν πλατφόρμα για να δεις ξανά τον κόσμο
Ο Kier υπήρξε μια ζωή-μεταμόρφωση. Ένας άνθρωπος που δεν έκανε τίποτα μισό: ό,τι έπαιζε, το ενσάρκωνε σαν τελετουργία.
Το σινεμά, το pop, το queer: μια μορφή που δεν ζήτησε να γίνει σύμβολο αλλά έγινε
Ο Udo Kier δεν είναι τα cameo που έκανε. Δεν είναι η μνήμη του camp. Δεν είναι το horror που τόσο συχνά τον εγκλώβισε η public σινεφιλία. Δεν είναι ούτε οι queer ρόλοι του.
Είναι το πρόσωπο που στάθηκε στο σύνορο όπου το προσωπικό συναντά το μυθικό. Όπου η επιθυμία γίνεται εικόνα.Όπου το ανείπωτο γίνεται μορφή.
Κανείς δεν ενσάρκωσε τόσο όμορφα την ιδέα ότι το queer δεν είναι είδος είναι τρόπος να βλέπεις. Και ότι το cult δεν είναι niche, είναι άδεια ύπαρξης.
Γιατί ο Kier δεν ήταν ποτέ ένας άνθρωπος. Ήταν μια διοχέτευση: αυτός που έφερνε στο φως ό,τι η εποχή κρύβει στις γωνίες. Μια υπόσχεση ότι η επιθυμία θα βρίσκει πάντα τρόπο να γίνει ορατή.
Και ένα πρόσωπο που, είτε σε arthouse σύμπαν, είτε σε pop κλιπ, είτε σε queer φεστιβάλ, είτε σε σκηνή cult υπερβολής, λειτουργούσε σαν υπενθύμιση:
Το σώμα που τολμά να υπάρξει ολοκληρωτικά είναι πάντα πιο αληθινό από τον ρόλο που του δίνουν.
🩰🫀Greer Lankton: Το Σώμα που Ήθελε να ΞαναΓεννηθεί
Όταν το σώμα -σου- δεν χωράει πουθενά, το φτιάχνεις από την αρχή. Η Greer Lankton δημιούργησε κούκλες σαν αυτοβιογραφικά θραύσματα. Η τέχνη της αποκαλύπτει ότι η μετάβαση δεν είναι αφηγηματική τελειότητα αλλά εργασία, ρήξη, αναγέννηση. Σήμερα, οι κούκλες της είναι πιο αληθινές από τα ψηφιακά σώματα γύρω μας.
Υπάρχουν σώματα που μεγαλώνουν χωρίς ποτέ να τους επιτραπεί να γίνουν. Και υπάρχουν καλλιτέχνες που, ακριβώς επειδή δεν τους δόθηκε το δικαίωμα μιας ζωής χωρίς παραμόρφωση, έμαθαν να φτιάχνουν από την αρχή: δέρμα, μορφή, όψη, αλήθεια. Στην περίπτωση της Greer Lankton, η διαφορά ανάμεσα στο «σώμα» και την «κούκλα» δεν ήταν διάκριση· ήταν τραύμα. Και η τέχνη της γεννήθηκε εκεί όπου η πληγή συναντά την κατασκευή.
Η Lankton έφτιαξε κούκλες που έμοιαζαν πιο ζωντανές από ανθρώπους, πιο κουρασμένες από θεούς, πιο τρωτές από ό,τι επιτρέπει η λαϊκή φαντασία. Σήμερα, στην εποχή των ψηφιακών σωμάτων που μοιάζουν αψεγάδιαστα αλλά ακρωτηριασμένα από κάθε ιστορία, το έργο της εμφανίζεται σαν μια υπενθύμιση: η ζωή δεν είναι ποτέ τέλεια, μόνο αληθινή.
Και η αλήθεια είναι πάντα ραμμένη
Η Greer ξεκίνησε από twisted hollyhocks. Μικρά λουλούδια που ένα παιδί δέκα χρονών παραμορφώνει για να πάρουν ανθρώπινη όψη. Μια πρόωρη τελετουργία: η επιθυμία να διορθώσεις τον κόσμο επειδή δεν διορθώνεται το σώμα σου.
Κόρη ενός presbyterian υπουργού, έμαθε από νωρίς τι σημαίνει να αναπνέεις με το δέρμα κάποιου άλλου να κατοικείς ένα σώμα που πρέπει να ξανασμιλευτεί για να γίνει σπίτι. Όταν αργότερα έφτιαχνε τις περίφημες κούκλες της με σύρμα, γύψο και μάτια από τα taxidermy stores της 31st Street, δεν κατασκεύαζε χαρακτήρες. Κατασκεύαζε έναν τόπο όπου το δικό της σώμα μπορούσε να επιβιώσει.
Κάθε κούκλα, ένα πείραμα αυτοβιογραφίας. Όχι ως παραμύθι, αλλά ως αναφορά σε μια σκληρή σωματική αλήθεια: τι σημαίνει να φτιάχνεις «γυναίκα» σε έναν κόσμο που σου λέει πως δεν είσαι αρκετά; Tι σημαίνει να θες να αναγεννηθείς χωρίς να υπάρχει μέθοδος, ούτε λέξεις, ούτε εγχειρίδια, ούτε θεωρία που να σε χωράει;
Γι’ αυτό και οι κούκλες της δεν είναι σιωπηλές. Είναι φορτωμένες. Με κούραση, με πόνο, με κυνισμό, με καλοσύνη, με λαϊκή θεατρικότητα, με queer υπερβολή, με ειλικρίνεια που δεν κολακεύει κανέναν.
Αν κάτι χαρακτηρίζει τη Lankton δεν είναι η «τέχνη της». Είναι το βλέμμα της. Όχι πάνω στα έργα της, πάνω στο σώμα της. Η Greer ήταν μια trans γυναίκα που δεν αποπειράθηκε ποτέ να κρυφτεί πίσω από το στερεότυπο της «τέλειας μετάβασης». Η μετάβαση της ήταν ρήγμα, όχι αφήγηση. Και οι κούκλες της το ήξεραν.
Γι’ αυτό είναι πάντα λίγο άβολες. Λίγο πιο ανθρώπινες από όσο αντέχει η σκηνή. Λίγο πιο ζωντανές από όσο επιτρέπουν τα υλικά. Λίγο πιο νεκρές από όσο θέλω να παραδεχτώ.
Σε έναν κόσμο όπου η γυναικεία εικόνα λειαίνεται, γυαλίζεται, περνάει από δέκα layers φίλτρων πριν θεωρηθεί «παρουσιάσιμη», η Lankton αντιπρότεινε κάτι ακραία αληθινό: γυναίκα ως τραύμα. Ως εργασία σ εξέλιξη. Ως διαρκές γνέψιμο προς αυτό που λείπει, όχι προς αυτό που θέλουν οι άλλοι.
Οι κούκλες της δεν ήταν μίμηση θηλυκότητας. Ήταν αποκάλυψη θηλυκότητας. Σαν να έπαιρνε το στερεοτυπικό θηλυκό και να του τραβούσε το δέρμα λίγο πιο πέρα, λίγο πιο βαθιά, μέχρι να φανεί κάτι που δεν έχει όνομα αλλά αναγνωρίζεται αμέσως από όποιο queer σώμα έχει κάποτε παλέψει να επιβιώσει.
Και μετά έρχεται η εποχή μας. Η εποχή της κατάψυξης. Όπου όλα σώματα, πρόσωπα, identities, είναι flat, λειασμένα, τέλεια. Οι άνθρωποι μοιάζουν με κούκλες, όχι από τέχνη αλλά από φόβο. Φόβο να φαίνεται η ραφή. Φόβο να φανεί η ιστορία.
Εδώ η Lankton γίνεται σχεδόν προφήτισσα: η δική της κατασκευή δεν είχε στόχο την ομοιομορφία, αλλά την αποκάλυψη. Τα έργα της δεν προσπαθούν να είναι «αληθοφανή». Προσπαθούν να είναι αληθινά δηλαδή εκτεθειμένα. Φτιαγμένα από το πάχος του πόνου, όχι από το πάχος του φίλτρου.
Έτσι οι κούκλες της μοιάζουν, σήμερα, πιο ανθρώπινες από τους ανθρώπους των social media. Κι ας είναι φτιαγμένες από σύρμα και γύψο. Το σημείο είναι απλό: η ζωή, όταν υπάρχει, αναβλύζει. Όταν δεν υπάρχει, φαίνεται — όσο κι αν είναι όμορφη η εικόνα.
Τι μας αφήνει λοιπόν η Greer Lankton; Όχι ρεαλισμό. Όχι τεχνική. Όχι «τέχνη για τη θηλυκότητα». Μας αφήνει το πιο φοβερό δώρο: τη δυνατότητα να κοιτάξουμε το σώμα μας σαν εργασία, όχι σαν κρίση. Σαν κάτι που επιδέχεται επιδιόρθωση, σμίλευση, ρήξη, επανεφεύρεση. Σαν κάτι που μπορεί να γεννηθεί ξανά και ξανά και ξανά. Μας αφήνει το δικαίωμα να μην είμαστε τέλειοι. Το δικαίωμα να είμαστε ατέλειωτοι. Και μας αφήνει μια ερώτηση που μόνο οι επιζώντες της αισθητικής και της επιθυμίας μπορούν να απαντήσουν:
Ποιο κομμάτι του εαυτού σου έφτιαξες και ποιο το άφησες πίσω;
Σε έναν κόσμο που νοσταλγεί τo άψογο, η Greer Lankton μας καλεί να νοσταλγήσουμε κάτι πιο σπάνιο: το σώμα που δεν φοβάται να δείχνει από τι είναι φτιαγμένο.
Και το σώμα που επιμένει να γεννιέται, ακόμα κι όταν ράβεται κομμάτι-κομμάτι μέσα στη νύχτα μιας ζωής που δεν υποσχέθηκε ποτέ τίποτα εύκολο.
📼⚠️🩶 Η Πτώση της Αθωότητας
Η πτώση του κομμουνισμού δεν καταγράφηκε μόνο στα βιβλία και αλλά στα γυμνά σώματα των αγοριών. Το έργο του William E. Jones δείχνει την μετασοβιετική κατάρρευση μέσα από gay porn βίντεο των ‘90s
Η Ιστορία δεν γράφεται μονάχα στα βιβλία. Γράφεται στα σώματα. Και αν υπάρχει ένα αρχείο που δείχνει πιο καθαρά την πτώση του κομμουνισμού, δεν βρίσκεται ούτε στα δελτία ειδήσεων ούτε στα γεωπολιτικά χρονικά. Βρίσκεται εκεί όπου κανείς δεν θα περίμενε: στα gay porn βίντεο της Ανατολικής Ευρώπης των 90s, στα βλέμματα των αγοριών που δεν έμαθαν ποτέ τι σημαίνει να σε κοιτάζουν χωρίς να σε αγοράζουν.
Ο William E. Jones το ήξερε όταν συνέθεσε το The Fall of Communism as Seen in Gay Pornography. Ήξερε ότι το πραγματικό ντοκουμέντο της εποχής δεν είναι το πότε έπεσε ο τοίχος, αλλά πόσο γρήγορα μετατράπηκαν τα σώματα των πιο αδύναμων σε εξαγώγιμη πρώτη ύλη.
Γιατί όταν ένα σύστημα καταρρέει, το πρώτο που πουλιέται είναι η αθωότητα.
Στην πρώτη ενότητα του φιλμ, τα «βαρετά ενδιάμεσα, τα πλάνα που κανένας πορνοκαταναλωτής δεν θα έβλεπε, βρίσκεται η αληθινή Ιστορία της μετα-σοβιετικής ζωής. Μια αγορά με φτηνά προϊόντα. Ένα βιβλίο του Μπρέζνιεφ δίπλα σε πλαστικά παιχνίδια. Μια γυναίκα που ζητιανεύει κρατώντας τα παιδιά της. Είναι ο κόσμος πριν και μετά, χωρίς διάκριση, επειδή η πραγματικότητα δεν αλλάζει με σημαίες∙ αλλάζει με φτώχεια.
Και μετά η κάμερα γλιστρά στο δωμάτιο: ένα αγόρι βγάζει τη μπλούζα του. Όχι με αυτοπεποίθηση. Με εκείνο το βλέμμα που έχουν όσοι δεν ξέρουν αν πρέπει να νιώθουν επιθυμητοί ή ένοχοι.
Η Ιστορία ποτέ δεν ήταν ουδέτερη: πάντα κάποιος πληρώνει για να γραφτεί.
Η βία εδώ δεν είναι ορατή. Είναι υπόγεια. Είναι στην απόλυτη ησυχία των αγοριών. Στον τρόπο που κοιτούν την κάμερα σαν να ζητούν βοήθεια, σαν να θέλουν να πουν κάτι που ξέρουν πως δεν θα ακουστεί.
Στη Δύση, το gay porn των 90s είχε δική του σχεδόν glossy τελετουργία. Στην Ανατολή που μόλις είχε καταρεύσει , ήταν εργασία. Ήταν καπιταλισμός χωρίς προστατευτικούς μύθους. Εργασία χωρίς δικαιώματα. Επιθυμία χωρίς απόλαυση. Σαρκοβόρος ρομαντισμός για τις φαντασιώσεις κάποιου άλλου. Ο Jones αναγνωρίζει αυτό το βλέμμα το βλέμμα που δεν «παίζει» porno. Το βλέμμα που σε βλέπει να το βλέπεις. Το βλέμμα του εργαζόμενου που γνωρίζει ότι η απόλαυση που πουλάει δεν του ανήκει.
Κι αν υπάρχει κάτι που κάνει αυτά τα βίντεο πιο πολιτικά από κάθε δοκίμιο, είναι αυτό: ότι οι άντρες προ ίντερνετ δεν ήξεραν να υποκριθούν την πονηρή ανεμελιά της πορνογραφικής επιθυμίας. Ακόμη δεν είχαν εκπαιδευτεί στο να δείχνουν «άνετοι». Η κάμερα τους προδίδει. Και ταυτόχρονα τους σώζει: γίνεται το αρχείο της εκμετάλλευσής τους.
Στη δεύτερη ενότητα του φιλμ, η βία παίρνει φωνή. Όχι τη δική τους, τη φωνή του Αμερικανού παραγωγού. Η φωνή ενός άντρα που έχει μάθει ότι ο κόσμος του ανήκει και ότι τα σώματα των άλλων είναι διαθέσιμα όπως τα προϊόντα ενός σούπερ μάρκετ. Οι ερωτήσεις του «τι σου αρέσει;», «τι θα έκανες για λεφτά;», «η μαμά σου ξέρει;» (που τώρα έχει γίνει ο κανόνας των pov chech gay porn clips) είναι η υπενθύμιση ότι σε κάθε sex industry υπάρχει πάντα ένας που κάνει την ερώτηση και ένας που δεν έχει περιθώριο να μην απαντήσει.
Και μετά τα χέρια του εισβάλλουν στο κάδρο. Αγγίζουν. Συνεχίζουν. Επιβάλλουν. Το σώμα δεν είναι performer είναι εμπόρευμα που πρέπει να δοκιμαστεί πριν πουληθεί. Όπως η οδοντοστοιχία ενός αλόγου. Όπως το ύφασμα ενός φτηνού υφάσματος σε παζάρι. Η σιωπή των αγοριών είναι το πιο δυνατό ηχητικό της ταινίας. Όταν ένας νεαρός άντρας χαμογελάει ενώ τα μάτια του δεν χαμογελάνε, αυτή είναι η φτώχεια. Όταν έχει στύση και ντροπή ταυτόχρονα, αυτή είναι η επιβίωση.Όταν υπακούει χωρίς να καταλαβαίνει γιατί, αυτό δεν είναι ερωτισμός είναι Ιστορία.
Τι σημαίνει για τη queer επιθυμία να βλέπει αυτά τα αρχεία; Ποιες είναι οι ευθύνες της; Μπορεί η επιθυμία να είναι αθώα όταν γεννιέται πάνω σε ανισότητες; Μπορεί το βλέμμα να μην είναι αποικιοκρατικό όταν η απόλαυση εξάγεται μονομερώς από Ανατολή σε Δύση; Το ερώτημα δεν είναι μόνο αισθητικό. Είναι ηθικό. Είναι ταξικό.Είναι δηλαδή queer. Γιατί το queer porn δεν ήταν ποτέ απλώς πορνογραφία. Ήταν ιστορία μειονοτήτων, επιθυμιών, απαγορεύσεων. Φαντασιώσεων που διεισδύανε μετά από λίγο καιρό στην πραγματικότητα. Ήταν η γλώσσα της κοινότητας.
Αλλά τι γίνεται όταν αυτή η γλώσσα χρησιμοποιείται ως εργαλείο εκμετάλλευσης ανθρώπων που δεν ανήκουν ούτε στη Δύση ούτε στους κύκλους της queer ελευθερίας; Στο έργο του Richard Fung, η πορνογραφία γίνεται τρόπος επανάκτησης του βλέμματος. Στο έργο του Bruce LaBruce γίνεται επανάσταση.Στον Jones, όμως, δεν υπάρχει επανάκτηση. Υπάρχει μόνο η άβολη αλήθεια: τα σώματα αυτά δεν είχαν agency, είχαν ανάγκη.
Και τότε, τι πέφτει πραγματικά όταν πέφτει ένα πολιτικό σύστημα; Δεν πέφτει ο κομμουνισμός ούτε ο καπιταλισμός. Αυτά είναι αφηρημένα. Αυτό που πέφτει είναι η αθωότητα των ανθρώπων που γεννήθηκαν σε λάθος εποχή. Αυτό που πέφτει είναι η ευημερία που δεν ήρθε ποτέ. Αυτό που πέφτει είναι ο μισθός που δεν σώζει. Αυτό που πέφτει είναι το δέρμα, γιατί το δέρμα πάντα πληρώνει πριν από τις ιδέες.
Τα αγόρια που κοιτούν την κάμερα στα βίντεο του Jones είναι η επίσημη αρχειοθήκη της πτώσης του κομμουνισμού. Είναι το πρώτο προϊόν της νέας εποχής. Είναι οι πρώτοι εργαζόμενοι της παγκοσμιοποίησης της επιθυμίας. Είναι οι πρώτοι φωνές της νέας σιωπής. Είναι τα σώματα που μας λένε ξεκάθαρα, χωρίς καμία θεωρία: “Η αθωότητα πέφτει πάντα πρώτη”.
Σήμερα, μπορούμε να ξαναδούμε αυτά τα βίντεο χωρίς να νιώσουμε συνενοχή; Ίσως όχι. Αλλά μπορούμε να τα δούμε με καθαρότητα. Με την επίγνωση ότι τα σώματα είναι τα μόνα αρχεία που μιλούν αληθινά. Και ότι σε έναν κόσμο που λέει συνέχεια «ελευθερία», «δικαιώματα», «ισότητα», υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που ζουν και εργάζονται εκεί όπου τα σύνορα των αυτοκρατοριών συναντούν την ανάγκη. Η επιθυμία δεν είναι ποτέ αθώα. Αλλά μπορεί να γίνει καθαρή. Όταν κοιτάζει το σώμα όχι ως φαντασίωση, αλλά ως ιστορία.
Κι αν κάτι μένει από το φιλμ του Jones, είναι αυτό: τα σώματα που χάνουν πρώτα την αθωότητά τους είναι εκείνα που γίνονται αργότερα τα αρχεία της εποχής. Και μόνο όταν τα Ανατολικά και τα Δυτικά βλέμματα συναντηθούν χωρίς ψέμα, μπορεί η Ιστορία να γίνει δίκαιη ή έστω αληθινή
🌑 Αυτοί που Δεν Πρόλαβαν Επιστρέφουν
Η μαρτυρία του Βρασίδα Καραλή για τον φίλο του που πέθανε από AIDS επανασυνδέει τις τρεις queer γενιές της Ελλάδας.
Γιώργος Ιωάννου: Τους πληροφορεί το αίμα τους για μένα,
όπως και το δικό μου με κάνει να τους κατέχω ολόκληρους.
Η στιγμή που ανοίγει η πόρτα της σιωπής
Μερικές φωνές δεν επιστρέφουν επειδή τις νοσταλγούμε. Επιστρέφουν επειδή ήρθε η ώρα τους. Το κείμενο του Βρασίδα Καραλή για τον Αντώνη Σταυροπιερράκο, έναν νεαρό Έλληνα που πέθανε από AIDS το 1996 στο Τορόντο δεν είναι «αναδρομή», ούτε «μνημόσυνο». Είναι κάτι σπανιότερο: μια δημόσια πράξη ανάκτησης. Η σπάνια στιγμή όπου η ελληνική queer ιστορία, διαλυμένη και ασυνεχής, αρχίζει επιτέλους να αποκτά νήμα.
Και το ότι αυτή η μαρτυρία δημοσιεύτηκε σήμερα σε ένα μέσο με βαθιά queer ethos, σε έναν χώρο που ανήκει σε queer ανθρώπους, για μένα που είμαι οροθετικός δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι πολιτισμική τομή: η μνήμη επιστρέφει στο σπίτι της.
Η εποχή που χάθηκε από την ιστορία
Υπήρξε μια queer γενιά στην Ελλάδα, τολμώ να πω από τις πιο τραυματισμένες που δεν πρόλαβε να μιλήσει. Όχι επειδή δεν είχε λέξεις, αλλά επειδή δεν είχε χώρα να τις αντέξει.
Η γενιά που χτυπήθηκε πρώτη από το AIDS πέθανε μέσα στη σιωπή: σε οικογένειες που δεν ήξεραν πώς να βλέπουν τους γιους και τις κόρες τους, σε νοσοκομεία που δεν είχαν ούτε τη γλώσσα ούτε τη φροντίδα, σε κοινωνίες που δεν διέθεταν καν τα εργαλεία της ορατότητας, σε ξενιτιές όπου το σώμα τους έσβηνε αθόρυβα.
Πολλοί πέθαναν έξω από την Ελλάδα στο Τορόντο, στη Μελβούρνη, στο Μόντρεαλ, στο Βερολίνο. Οι περισσότεροι χωρίς τάφο, χωρίς τελετή, χωρίς την ελάχιστη δημόσια παρακαταθήκη.
Είναι μια γενιά χωρίς αρχείο. Και η απουσία αρχείου είναι ο πιο σιωπηλός θάνατος απ’ όλους.
Η δεύτερη γενιά: όσοι επέζησαν και μπορούν να μιλήσουν
Εγώ ανήκω στη δεύτερη γενιά που πρόλαβε τα αντιρετροϊκα σχήματα. Είμαι HIV+ από το 2004. Είμαι ένας άνθρωπος που έζησε επειδή έτυχε να γεννηθεί λίγο αργότερα, λίγο μετά το χάος, λίγο πριν το φως. Ζω λόγω της επιστήμης. Ζω λόγω της ακτιβιστικής γενιάς του ACT UP που φώναξε όταν η επίσημη Ελλάδα ακόμη σιωπούσε. Ζω λόγω μιας τεράστιας παγκόσμιας προσπάθειας που εκείνοι δεν πρόλαβαν να δουν. Κι αυτό το «ζω» δεν είναι προσωπικό επίτευγμα. Είναι συνέχιση. Είναι παραλαβή μνήμης.
Μιλώ και θα μιλώ πάντοτε για τον HIV επειδή κάποιος άλλος σώπασε για πάντα εκείνα τα σκληρά χρόνια. Ζω και απολαμβάνω έναν χρόνο που δεν δόθηκε στους άλλους. Και γράφω σε έναν χώρο που εκείνοι δεν είχαν ποτέ.
Δεν είμαι εκπρόσωπος κανενός. Αλλά κάθε φορά που γράφω, ξέρω ότι η φωνή μου προχωρά σε ‘εναν δρόμο που άνοιξαν με τον θάνατό τους άλλοι. Και ότι το σώμα μου συνεχίζει από το σημείο που το δικό τους σταμάτησε.
Εγώ μιλώ. Εκείνοι δεν πρόλαβαν. Κι έτσι, μοιραία, κάθε λέξη έχει δύο αποδέκτες: τον αναγνώστη και τον νεκρό.
Η LIFO ως queer μέσο: ένα νέο δημόσιο queer αρχείο
Η LIFO δεν φιλοξενεί απλώς queer περιεχόμενο. Η LIFO είναι, στον πυρήνα της, ένα queer μέσο. Ένα μεγάλο ελληνικό μιντιακό brand με queer ιδιοκτησία, queer ευαισθησία, queer ethos, πέρα από την ποιοτητά της.
Κανείς από την πρώτη γενιά δεν είχε τέτοιο χώρο. Έγραφαν σε συρτάρια, σε επιστολές, σε τετράδια, σε εξόριστες καταστάσεις. Τα περισσότερα χάθηκαν. Κάποια έφτασαν, τυχαία, σε αρχεία. Κάποια κάηκαν. Κάποια δεν πρόλαβαν καν να γραφτούν.
Το ότι σήμερα ένας Έλληνας της πρώτης γενιάς του Aids αφήνει μια δημόσια μαρτυρία σαν του Βρασίδα Κάραλη για τον φίλο του και ότι ένα queer μέσο την αγκαλιάζει, είναι μια ιστορική στιγμή για μένα.
Γιατί η ελληνική queer μνήμη, που για δεκαετίες υπήρχε μόνο υπόγεια, βγαίνει για πρώτη φορά στο φως μέσα σε έναν χώρο που τη νιώθει ως δική του. Αυτό δεν είναι απλώς δημοσίευση. Είναι αποκατάσταση.
Η δημόσια μετάδοση: η στιγμή που η ιστορία αλλάζει χέρια
Το κείμενο του Καραλή λειτουργεί σαν τελετή μετάδοσης. Δεν γράφει μόνο για έναν νεκρό φίλο. Παραδίδει μια ολόκληρη εποχή στο σήμερα. Aυτή είναι η μετάδοση: Καραλής → Αντώνης → εμείς → οι αναγνώστες → η κοινότητα → το μέλλον.
Η αρχική σιωπή σπάει. Η πρώτη γενιά, που δεν πρόλαβε να μιλήσει, μιλάει μέσα από τη δεύτερη. Η δεύτερη, που έζησε, την παραδίδει στην τρίτη η οποία απολαμβάνει τον έρωτα πια χωρίς φόβο. Και η μνήμη επιτέλους κυκλοφορεί.
Η γενιά που χάθηκε δεν ζει πια μέσα στις λέξεις. Ζει μέσα στη δημόσια σφαίρα. Εκεί όπου έπρεπε να βρίσκεται από την αρχή.
Η γενιά που χάθηκε και η γενιά που ζει μιλούν επιτέλους η μία στην άλλη
Και εδώ, επιτρέψτε μου μια καθαρή δήλωση. Όχι εξομολόγηση, θέση. Εγώ είμαι ένας ζωντανός άντρας που ο ιός δεν τον πήρε. Και κάθε φορά που λέω “ζω”, το λέω για δύο. Για μένα και για κάποιον που δεν πρόλαβε.
Αυτή είναι η ουσία της επιζώσας ενδιάμεσης γενιάς. Όχι ηρωισμός. Όχι αφήγημα αντοχής. Αλλά το γεγονός ότι το σώμα σου συνεχίζει μια ζωή που κάποιος άλλος δεν μπόρεσε. Και έτσι, όταν διαβάζω για τον Αντώνη, μέσα από το κείμενο του Κάραλη δεν διαβάζω απλά «για τον νεκρό». Μιλώ κι εγώ με τον νεκρό. Μιλώ από εκείνον. Μιλώ προς εκείνον.
Κι αυτή η σχέση αυτή η διπλή φωνή είναι η πρώτη πραγματική γραμμή συνέχειας στην ελληνική ιστορία του AIDS. Μια γραμμή που ας το παραδεχτούμε δεν υπήρξε ποτέ μέχρι τώρα. Και μια γραμμή που τώρα αρχίζει επιτέλους, με τα χέρια όλων μας ενωμένα.
Η πρώτη queer γενιά κουβάλησε το τραύμα και το όνομά του, το φόρεσε σαν δέρμα. Η δεύτερη το κράτησε, το μεταμόρφωσε σε γλώσσα, σε πολιτική, σε επιμονή. Και η τρίτη η σημερινή γενιά που γεννήθηκε με φως, με φάρμακα, με το δικαίωμα να γεράσει, ψάχνει να μάθει ποιοι υπήρξαν πριν από εκείνη: θέλει ιστορία, θέλει σώματα, θέλει μνήμη.
Κι έτσι, για πρώτη φορά, η ελληνική queer γραμμή δεν σπάει. Κλείνει εκεί όπου πάντα έπρεπε να οδηγεί: στον έρωτα που δεν φοβάται πια τον θάνατο, στη ζωή που επιστρέφει μετά από έναν αιώνα φόβου, στη μνήμη που δεν μας γυρίζει πίσω, μας προχωράει μπροστά.
Σήμερα η μνήμη της πρώτης γενιάς του Aids δεν είναι τάφος. Είναι επιστροφή. Είναι παρουσία. Είναι ορατότητα. Και όσο υπάρχουμε, και όσο γράφουμε, και όσο επιμένουμε, η γενιά που χάθηκε δεν θα μείνει πια στη σιωπή. Θα επιστρέφει μέσα από εμάς.
*photo by Florian Hetz
*ΥΓ/
Για όσους αφήσανε στο ρείθρο του έρωτα το κόρμι τους.
Και για όσους θα το ξαναφήσουνε
Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, στα πρώτα σκοτεινά χρόνια του HIV, κρατούσε δύο παράλληλες αποστολές: την ανάθεση του Μάνου Χατζιδάκι στα Τραγούδια της Αμαρτίας και το προσωπικό του πένθος για τον αδελφικό του φίλο, τον σκηνοθέτη Αλέξη Μπίστικα που πέθανε από το Aids. Από αυτό το πένθος γεννήθηκε το Ενός Λεπτού Σιγή —Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα μία από τις πρώτες ελληνικές καλλιτεχνικές απαντήσεις στον θρίαμβο της απώλειας.
Έναν χρόνο αργότερα θα κυκλοφορούσαν τα πρώτα αντιρετροϊκά φάρμακα. Ο Αλέξης δεν πρόλαβε. Όπως δεν πρόλαβαν και τόσοι άλλοι της πρώτης γενιάς, στην Ελλάδα και έξω εκείνη η γενιά που στάθηκε στο χείλος του τίποτα λίγο πριν ανοίξει το φως. Δείτε ξανά αυτό το πρώιμο έργο του Δημήτρη το οποίο θα ξανανέβει στην Λυρική τον Ιανουάριο του 2026. Και σκεφτείτε: άλλοι περάσαμε αυτά τα χρόνια με λίγα σημάδια, άλλοι με πολλά, αλλά όλοι μάθαμε πως τίποτα δεν είναι οριστικό, τίποτα δεν είναι τελικό.
Θα σιωπήσουμε για λίγο κρατώντας στη μνήμη μας όλα εκείνα τα παιδιά που κατάπιε η πρώτη περίοδος του AIDS. Και ύστερα θα ανέβουμε ξανά τα σκαλιά.Στην κορυφή μάς περιμένουν τα δάκρυα, το αίμα, το σπέρμα οι τρεις ύλες που επιμένουν να θυμίζουν πως ο έρωτας, όσο κι αν φοβηθεί, όσο κι αν σιγήσει για ένα λεπτό, πάντα επιστρέφει. Επιστρέφει ήσυχα. Επιστρέφει βαθιά. Επιστρέφει σαν να είναι ξανά η πρώτη φορά.