TO BLOG ΤΟΥ ΠΑΝΟΥ ΜΙΧΑΗΛ
Να μη στέκεσαι ψηλά για να σε δουν, αλλά χαμηλά για να σε αγγίξουν/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

H εποχή των πελμάτων― Ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ






Να μη στέκεσαι ψηλά για να σε δουν, αλλά χαμηλά για να σε αγγίξουν


Αν τις τελευταίες εβδομάδες νιώθεις ότι η ποπ κουλτούρα έχει γίνει παράξενα ποδολαγνική, δεν είναι ιδέα σου.


Ο Alexander Skarsgård διαλύει το dom-mythos του μέσα σε ένα tearoom με tiny sandwiches. Ο πρώην ναύτης Zak Blackman πουλάει κάλτσες σαν να πουλάει μικρές εξομολογήσεις ιδρώτα. Ο Ricky Martin δηλώνει ότι θα σου φιλήσει τα πόδια για ώρες και το κάνει να ακούγεται σαν θεραπεία. Η τεχνητή νοημοσύνη ντύνει τις πατούσες των σταρ με διάφανη μεμβράνη σαν queer ευαγγέλιο.


Και ο Warhol, από κάπου εκεί ψηλά, λέει «σας τα έλεγα».


Το Βλέμμα που


Σε Σκοτώνει

 

ή Σε Γαμάει

Ο Alexander Skarsgård μπαίνει στο tearoom σαν ειρωνικός άγγελος με μποά, το «Pillion» λειτουργεί σαν κρυφή εξομολόγηση, και το editorial στο «AnOther Magazine» ρίχνει πορτοκαλί φως λες και προετοιμάζει drag gospel. Το αποτέλεσμα; Ένας μύθος που έρχεται να σε διαβάσει, όχι να τον πιστέψεις.

 

Να μη στέκεσαι ψηλά για να σε δουν, αλλά χαμηλά για να σε αγγίξουν/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Υπάρχουν συνεντεύξεις που μοιάζουν με σκηνές κινηματογράφου. Και υπάρχουν κάποιες άλλες, σπάνιες, που μοιάζουν με την πραγματική ζωή όταν αυτή αποφασίζει να γίνει λίγο πιο παράξενη απ’ όσο αντέχει η κοινή λογική. Η πρόσφατη συνέντευξη του Alexander Skarsgård στο «AnOther» ήταν ακριβώς αυτό: ένα δωμάτιο όπου η αμηχανία, η ευγένεια και το british chaos συντονίστηκαν σαν να είχαν πρόβα, μόνο που κανείς δεν σκηνοθέτησε τίποτα.

Το setting είναι ήδη αστείο: ένα tearoom ξενοδοχείου στο Λονδίνο, με χρυσά καθίσματα πιο μικρά απ’ όσο πρέπει, μινιατούρες που δεν εξηγούνται, και έναν σερβιτόρο που επιμένει να φέρει herbal tea σε φλιτζάνια που μοιάζουν για κούκλες. Και μέσα σε αυτό, ένας άντρας που θεωρητικά κουβαλάει όλη την κινηματογραφική αφήγηση του queer dom top πάνω του. Το βλέμμα που παίζει σκοτεινούς άντρες, dominant άντρες, άντρες που σε κοιτάζουν πριν εξαφανιστούν ή σε σώσουν∙ πολλές φορές και τα δύο.

Να μη στέκεσαι ψηλά για να σε δουν, αλλά χαμηλά για να σε αγγίξουν/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Κι όμως εδώ, μπροστά στον δημοσιογράφο, ο Skarsgård κάνει κάτι σχεδόν επαναστατικό: δεν παίζει τίποτα. Ούτε τον sexy leading man, ούτε τον enigmatic dominant, ούτε τον ευγενικό straight που «σέβεται το queer». Απλώς… κάθεται. Γελάει. Παρατηρεί. Αφήνει τον χώρο να κάνει θόρυβο.

Τότε αρχίζει το πραγματικό θέατρο: tiny sandwiches εμφανίζονται σαν κωμικό running gag, ένας πιανίστας παίζει Adele σαν να βρίσκεται σε audition για queer remake του «Love Actually», και ο Nicholas Galitzine μπουκάρει στη σκηνή όπως εμφανίζονται τα σημάδια της μοίρας: ξαφνικά, φιλικά, απολύτως λάθος και απολύτως σωστά. Ο δημοσιογράφος κοκκινίζει, ο Skarsgård τον πειράζει, ο σερβιτόρος ξαναγυρνά. Η σκηνή θυμίζει queer sitcom χωρίς laugh track.

Αυτό που με ενδιαφέρει όμως δεν είναι το χιούμορ. Είναι το πώς ο Skarsgård αναπνέει μέσα σε αυτή την αμηχανία. Δεν την αντιμάχεται. Δεν την αποφεύγει. Την αφήνει να υπάρχει σαν να είναι κάτι φυσικό, σαν να είναι κι αυτό μέρος της συνομιλίας. Και χωρίς να το επιδιώκει, αποδομεί όλο το mythos της αρρενωπότητας που τον συνοδεύει εδώ και δεκαετίες.

Να μη στέκεσαι ψηλά για να σε δουν, αλλά χαμηλά για να σε αγγίξουν/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Διότι ένας άντρας που θεωρητικά ενσαρκώνει απειλές, αρχέτυπα και σκοτεινή ομορφιά εδώ κάνει κάτι ασύλληπτα απλό: επιτρέπει στον εαυτό του να είναι άνθρωπος. Τρυφερός, αστείος, σχεδόν μαλακός. Και αυτό, σε μια εποχή όπου η public persona απαιτεί συνεχώς ρόλους, είναι πιο ανατρεπτικό από οποιαδήποτε leather σκηνή στην ταινία.

Το ίδιο και στις φωτογραφίες. Το «AnOther» δεν έκανε reenact το «Pillion». Δεν φόρεσε κώδικες kink στο σώμα του. Αντίθετα, έκανε κάτι τολμηρότερο: τον έβαλε μέσα σε καθαρά χρώματα, απλές επιφάνειες, απροστάτευτα κοντινά πορτρέτα. Όχι dominant. Όχι subtext. Όχι ρόλος.

Να μη στέκεσαι ψηλά για να σε δουν, αλλά χαμηλά για να σε αγγίξουν/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Εκεί, στο πορτοκαλί φόντο, με το σώμα χαλαρό και το βλέμμα ήρεμο, φαίνεται πολύ καθαρά κάτι που δύσκολα χωράει σε editorial: ότι η επιθυμία δεν χρειάζεται να παίζει θέατρο για να καταλάβεις από πού έρχεται. Η queer οπτική δεν χρειάζεται αξεσουάρ. Αρκεί ένα πρόσωπο που δεν σε απειλεί. Αρκεί ένας άντρας που μπορεί να είναι huge χωρίς να είναι βίαιος.

Κι ίσως αυτό είναι το πιο πολιτικό από όλα: ότι ένας straight άντρας, με ολόκληρη την ιστορία της απειλητικής αρρενωπότητας στους ρόλους του, επιλέγει να εμφανιστεί χωρίς καμία διάθεση να «εξηγήσει» τον εαυτό του, χωρίς να προσπαθήσει να φανεί διαβασμένος για τα gay ζητήματα, χωρίς να επιτελέσει σύνεση, χωρίς να πουλήσει ευαισθησία.
 

Να μη στέκεσαι ψηλά για να σε δουν, αλλά χαμηλά για να σε αγγίξουν/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Απλώς στέκεται εκεί, απέναντι από έναν μικρό δίσκο με μικρά σάντουιτς, και μιλάει σαν κάποιος που δεν χρειάζεται ούτε την εικόνα του ούτε τον μύθο του για να είναι παρών.

Και μέσα σε αυτό το δωμάτιο, το γελοίο, το τρυφερό, το αμήχανο, το camp χωρίς camp, γεννιέται μια άλλη μορφή ανδρικότητας: εκείνη που δεν φοβάται να γίνει μικρή, αστεία, καθημερινή. Εκείνη που δεν χρησιμοποιεί το σώμα της για να επιβληθεί. Εκείνη που δεν προσποιείται ότι ξέρει τις απαντήσεις. Εκείνη που μπορεί να μπει σε ένα queer πλαίσιο χωρίς να το παίζει queer-friendly μανιφέστο.

Να μη στέκεσαι ψηλά για να σε δουν, αλλά χαμηλά για να σε αγγίξουν/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Ίσως αυτός είναι ο άντρας του 2026: όχι εκείνος που μιμείται την ήρεμη δύναμη, αλλά εκείνος που τη διαθέτει χωρίς να την προβάλλει.


Ο ναύτης που έγινε άγιος της κάλτσας

 

Να μη στέκεσαι ψηλά για να σε δουν, αλλά χαμηλά για να σε αγγίξουν/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Στο πρωινό πρόγραμμα του βρετανικού This Morning παρουσιάστηκε πριν από λίγες μέρες ένας πρώην ναύτης του Royal Navy, ο Zak Blackman, ο οποίος αποκάλυψε με τον ήρεμο, σχεδόν αφελή τρόπο που έχουν όσοι δεν καταλαβαίνουν ότι αλλάζουν αφήγημα εποχής ότι βγάζει πλέον έως £30.000 τον μήνα πουλώντας χρησιμοποιημένες κάλτσες. Κάλτσες φορεμένες, σκισμένες, ιδρωμένες. Κάλτσες που έχουν απορροφήσει μέρες, ακινησίες, διαδρομές. Κάλτσες που έγιναν εισόδημα.

Να μη στέκεσαι ψηλά για να σε δουν, αλλά χαμηλά για να σε αγγίξουν/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Εκεί, ανάμεσα στα γέλια και την πρωινή αμηχανία, είδα μια εποχή να ομολογεί τις επιθυμίες της, όχι με ντροπή, αλλά με τηλεοπτικό φωτισμό. Και τότε κατάλαβα ότι αυτός ο άντρας δεν πουλούσε κάλτσες. Έστηνε μια νέα λατρεία. Γιατί η ιστορία δεν είναι μόνο τα χρήματα. Είναι η κάλτσα που έγινε μαρτύριο, μυστήριο, καινούργιος άγιος.

Κάθε εποχή ζητά έναν άγιο, κι ας μην το παραδέχεται. Έναν άγιο χαμηλών τόνων, που δεν κουβαλάει θαύματα αλλά σημάδια, που δεν υπόσχεται σωτηρία αλλά αφήνει πίσω του μια μυρωδιά. Ο Zak Blackman δεν γεννήθηκε άγιος· έγινε ναύτης. Ένας νεαρός άνδρας που πίστεψε πως η πειθαρχία είναι δρόμος, πως η στολή είναι πυξίδα, πως το αλάτι της θάλασσας μπορεί να καθαρίσει κάθε ρωγμή. Όμως οι εποχές έχουν χιούμορ: ζητούν από τα σώματα να χάσουν πρώτα τον προσανατολισμό τους για να βρουν την αλήθεια τους.

Να μη στέκεσαι ψηλά για να σε δουν, αλλά χαμηλά για να σε αγγίξουν/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Δεν πέταξε τη στολή για να γίνει διάσημος. Την άφησε επειδή η επιθυμία τον κάλεσε με τρόπο που καμία επιστολή αποστρατείας δεν θα τολμούσε. Ένα OnlyFans που άνοιξε σε λάθος καμπίνα, μια έρευνα που κύλησε σαν ψυχρή λειτουργία χωρίς ψαλμωδία, και ξαφνικά ο Zak βρέθηκε στη στεριά, σαν να τον εξόρισε το ίδιο του το καθήκον. Εκεί ρωτήθηκε, όχι από την επιτροπή, αλλά από το σώμα του: τι αξίζει περισσότερο; Η υπακοή ή η αφή; Ο μισθός ή ο παλμός; Και τότε εμφανίστηκε η λερωμένη, γεμάτη ιδρώτα κάλτσα.

Όχι σαν αντικείμενο, αλλά σαν ιερό λείψανο καθημερινότητας. Ένα κομμάτι υφάσματος που είχε απορροφήσει τη μέρα, το περπάτημα, την αμηχανία, τη θερμοκρασία του δέρματος. Η κάλτσα δεν ήθελε να γίνει φετίχ, ήθελε να γίνει απόδειξη. Απόδειξη ότι ο Zak προχώρησε. Πάτησε. Ίδρωσε. Δημιούργησε ίχνος που ούτε οι στολές ούτε οι κανονισμοί γνώριζαν να διαβάσουν.

Αλλά η ιστορία δεν βρίσκεται εδώ.

Η ιστορία βρίσκεται στην τελετή της βρόμικης κάλτσας που γεννήθηκε γύρω του. Στην ανδρική φιγούρα που περιμένει σε μια γωνία του Manchester, με τα χέρια στην τσέπη, σαν να πρόκειται να κοινωνήσει. Στην παράδοση μιας κάλτσας που περνά από χέρι σε χέρι όχι σαν αντικείμενο αλλά σαν μυστήριο. Στο βλέμμα που φωτίζεται όχι από πορνό αλλά από λατρεία. Γιατί το sock drop δεν είναι μόνο συναλλαγή. Είναι και λειτουργία. Και κάθε λειτουργία χρειάζεται άγιο.


Η ιστορία του Zak δεν είναι ιστορία φετίχ. Είναι ιστορία εξουσίας που μετατοπίζεται από πάνω προς τα κάτω, από το κεφάλι στο πάτωμα, από την εικόνα στο ίχνος. Η οικονομία της επιθυμίας δεν μετράει τι θέλεις, αλλά ποιος σου επιτρέπει να το ενσαρκώσεις. Ποιος επικυρώνει ένα σημάδι ως άξιο λατρείας. Ποιος αποφασίζει πως η μυρωδιά ενός ποδιού μπορεί να γίνει νόμισμα και ταυτόχρονα μαρτυρία ευαλωτότητας.

Και χωρίς να το διεκδικήσει, ο Zak έγινε άγιος αυτής της νέας τελετουργικής οικονομίας: εκεί όπου το χαμηλότερο σημείο του σώματος υψώνεται, όπου η κάλτσα γίνεται κώδικας, όπου η πατούσα του γίνεται μαρτυρία, όπου η επιθυμία επιτέλους παύει να ψάχνει δικαιολογίες.

Μέσα σε αυτήν τη γλυκιά ιεροσυλία, η εποχή μας παραδέχεται κάτι που ντρεπόταν να πει: ότι δεν φοβάται πια τις επιθυμίες της, φοβάται μόνο τη σιωπή γύρω από αυτές. Η πραγματική μεταμόρφωση δεν είναι ότι ένας ναύτης έγινε εκατομμυριούχος. Είναι ότι το κατώτερο σημείο του σώματος ανέβηκε στον άμβωνα της αφήγησης κι εμείς, γονατισμένοι σχεδόν από τρυφερότητα, το δεχτήκαμε.

Να μη στέκεσαι ψηλά για να σε δουν, αλλά χαμηλά για να σε αγγίξουν/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Σαν να μας λέει ο Zak, με την πιο ήσυχη φωνή του κόσμου: εκείνο που κάποτε πατούσες για να ζήσεις τώρα σε σηκώνει για να υπάρξεις.


«Solemates»: Η ιστορία μιας επιθυμίας που έμαθε να μην κρύβεται

Να μη στέκεσαι ψηλά για να σε δουν, αλλά χαμηλά για να σε αγγίξουν/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Κάπου ανάμεσα σε ένα viral γλείψιμο στο «Fellow Travelers» και σε έναν straight τύπο που πουλάει τις κάλτσες του σε queer άντρες, ο queer ιστορικός Adam Zmith αποφασίζει να γράψει ένα βιβλίο για κάτι που όλοι αναγνωρίζουν και σχεδόν κανείς δεν τολμά να πει δυνατά. Το «Solemates» δεν είναι μια απλή χαρτογράφηση ενός fetish∙ είναι μια διαδρομή μέσα από τις πιο ήσυχες ντροπές, τις πιο μυστικές εξάρσεις, τις πιο αθώες και ταυτόχρονα επικίνδυνες στιγμές όπου το σώμα δοκιμάζει να συστηθεί επιτέλους με το ίδιο του το ένστικτο. Είναι το βιβλίο ενός ανθρώπου που πέρασε τα πρώτα είκοσι εννιά χρόνια της ζωής του μέσα σε μια επιθυμία που δεν είχε ακόμη όνομα, και τα επόμενα χρόνια προσπαθώντας να ζήσει χωρίς να την κρύβει.

Η πιο τρυφερή δύναμη του «Solemates» βρίσκεται στην αρχή του: στη στιγμή που ο Zmith παραδέχεται ότι η επιθυμία του για τα πόδια υπήρχε πάντοτε σαν μια κρυμμένη ακτίνα, σαν εκείνο το μικρό ρεύμα που δεν φαίνεται αλλά διαπερνά όλο το δωμάτιο. Μιλά για τα παιδικά απογεύματα όπου πρόσεχε τα sneakers των αγοριών περισσότερο από τα πρόσωπά τους, για κινηματογραφικές σκηνές όπου τα άκρα έλεγαν περισσότερα από τα μάτια, για μυρωδιές και επαφές που του προκαλούσαν ένα αίσθημα που δεν μπορούσε να περιγράψει, επειδή δεν υπήρχε κανείς να του δώσει τη γλώσσα να το κάνει. Και ξαφνικά, αυτό το βιβλίο που νομίζεις ότι θα αφορά «εικόνες» και «kinks», ανοίγει σαν κάτι πιο βαθύ: σαν ημιτελής βιογραφία μιας επιθυμίας που περίμενε δεκαετίες να πάρει το πρώτο της πλήρες σχήμα.

Να μη στέκεσαι ψηλά για να σε δουν, αλλά χαμηλά για να σε αγγίξουν/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Ο Zmith ξέρει καλά ότι η ντροπή δεν είναι προσωπική∙ είναι κληρονομημένη. Τη μεταφέρουμε σαν οικογενειακή σκόνη, χωρίς καν να γνωρίζουμε ποιος την έριξε πρώτος πάνω στο τραπέζι. Μιλά για την ντροπή όπως οι παλιοί τεχνίτες μιλούν για τα εργαλεία τους: με ψυχραιμία, με γνώση, με την επίγνωση ότι δεν σκοπεύει να εξαφανιστεί, μόνο να μικρύνει, να μην κυριαρχεί. «Δεν φεύγει ποτέ τελείως», λέει. «Αλλά μπορεί να πέσει από το εκατό στο πέντε τοις εκατό». Μια φράση που διαβάζεται σαν ομολογία αλλά λειτουργεί σαν ανακούφιση∙ σαν αναβόσβημα φωτός σε ένα δωμάτιο όπου ήσουν σίγουρος ότι θα έμενες για πάντα κλειδωμένος.

Και είναι εδώ που το «Solemates» γίνεται κάτι πιο φιλόδοξο: μια queer ιστορία της επιθυμίας. Ο Zmith δεν γράφει ένα βιβλίο για footplay∙ γράφει μια ιστορική και συναισθηματική απόδειξη ότι η επιθυμία για τα πόδια είναι τόσο παλιά όσο οι μύθοι, τόσο παγκόσμια όσο το βλέμμα. Ανοίγει μια σειρά από μικρά παράθυρα: Αναγεννησιακοί πίνακες που κανονικοποιούσαν όσα εμείς μάθαμε να ντρεπόμαστε, βιβλικές σκηνές πλυσίματος ποδιών ως τελετουργίες αφοσίωσης, queer ανώνυμα αρχεία όπου η αφή γίνεται θρησκεία, και τις σύγχρονες μορφές της desire economy, από το OnlyFans έως ειδικά forums όπου το fetish γίνεται επιτέλους κάτι που μπορείς να αναπνεύσεις χωρίς να κοιτάς την πόρτα μη και μπει κάποιος.

Να μη στέκεσαι ψηλά για να σε δουν, αλλά χαμηλά για να σε αγγίξουν/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Κι ύστερα είναι εκείνη η σκηνή. Το foot worship του 2023, στο «Fellow Travelers»: ο Matt Bomer με μια κίνηση σχεδόν σιωπηλής εξουσίας, ο Jonathan Bailey με ένα βλέμμα που κόβει την αμηχανία στα δύο. Δεν έγινε viral επειδή ήταν «kinky». Έγινε viral επειδή ήταν αναγνωρίσιμο∙ επειδή κάτι μέσα σε χιλιάδες queer άντρες, ένα ρεύμα, μια παιδική μνήμη, μια παλιά ντροπή, ένιωσε για πρώτη φορά ότι δεν βρίσκεται κάτω από το τραπέζι, αλλά πάνω στην οθόνη, φωτισμένο με τον τρόπο που φωτίζονται τα πράγματα που δεν χρειάζεται πια να αποδειχθούν. Και ο Zmith το λέει καθαρά: η ποπ κουλτούρα δεν γεννά επιθυμίες. Τις φανερώνει.

Να μη στέκεσαι ψηλά για να σε δουν, αλλά χαμηλά για να σε αγγίξουν/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Όμως το βιβλίο δεν περιορίζεται στη δημόσια εικόνα της επιθυμίας. Πηγαίνει στη μικρή, σχεδόν ασήμαντη, σχεδόν οικιακή πράξη: έναν άντρα που ενυδατώνει τα πόδια του κάθε βράδυ. Μικρή εικόνα, τεράστια μετατόπιση. Γιατί για κάποιον που πέρασε τη μισή ζωή του κρύβοντας την επιθυμία του, η φροντίδα ενός άλλου σώματος ακόμη κι αν αφορά μόνο τα πέλματα γίνεται μια είσοδος στον κόσμο χωρίς να χτυπήσεις την πόρτα. «Η προσοχή που έδινε στα πόδια του μου έδωσε την άδεια να πω ότι μου αρέσουν», γράφει. Μια πρόταση τόσο απλή, τόσο γυμνή, που θα μπορούσε να είναι η πρώτη σελίδα από οποιοδήποτε queer ευαγγέλιο για το πώς γεννιέται η απενοχοποίηση.

Να μη στέκεσαι ψηλά για να σε δουν, αλλά χαμηλά για να σε αγγίξουν/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Υπάρχει επίσης μια αναπάντεχη ομολογία στο βιβλίο. Παρότι anti-capitalist, ο Zmith παραδέχεται ότι η οικονομία των foot content platforms έκανε κάτι που δεν έκανε για δεκαετίες κανένα πολιτιστικό κλίμα: κανονικοποίησε τη συζήτηση γύρω από ένα fetish που υπήρχε πάντα, απλώς δεν είχε δημόσιο χώρο. Ένα υλικό που ήταν για χρόνια κρυμμένο στη γωνία της πορνογραφίας βρίσκεται ξαφνικά να παρελαύνει ανάμεσα σε amateur creators, σε digital intimacy, σε paid exchanges που όσο κι αν δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε έδωσαν σε πολλούς queer άντρες την πρώτη τους αίσθηση ότι δεν είναι μόνοι. Η επιθυμία, λέει ο Zmith, δεν είναι απλοϊκή∙ είναι οικονομία, είναι ανταλλαγή, είναι κοινότητα. Δεν χρειάζεται εξήγηση. Χρειάζεται χώρο.

Και ίσως η πιο δυνατή σκηνή του βιβλίου να μην είναι καμία από τις ιστορικές, ούτε οι ποπ αναφορές, ούτε τα κρυφά αρχεία. Είναι μια στιγμή σε ένα book event, όπου ένας άντρας σηκώνει το χέρι του τρέμοντας, αδυνατώντας να ξεστομίσει τη δική του ιστορία. Η φωνή του σπάει. Η ντροπή του δεν τον αφήνει να προχωρήσει. Και εκεί ο Zmith, που τόσα χρόνια ήταν ο ίδιος εγκλωβισμένος στο ίδιο σκοτάδι, του απαντά με κάτι που διαλύει εντελώς τα θεωρητικά πλαίσια: «Το ότι είσαι εδώ σημαίνει ότι ήδη μειώνεις την ντροπή. Όχι στα λόγια, στη ζωή». Εκεί, το «Solemates» μεταμορφώνεται από βιβλίο σε συνοδεία. Από αφήγηση σε φροντίδα. Από ιστορία σε κοινότητα.

Να μη στέκεσαι ψηλά για να σε δουν, αλλά χαμηλά για να σε αγγίξουν/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Και ίσως η πιο ριζοσπαστική του ιδέα να αφορά κάτι που θεωρούσαμε δεδομένο: τι σημαίνει σεξ. Ο Zmith παρατηρεί ότι αν κάποιος πει στο γραφείο ότι έγλειψε δάχτυλα ποδιών, όλοι θα το θεωρήσουν σεξουαλικό. Αν πει όμως ότι σε μια σχέση κάνουν μόνο footplay, οι ίδιοι άνθρωποι θα υποθέσουν ότι «δεν κάνουν σεξ». Μια λογική αντίφαση που αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο: το σεξ δεν είναι πράξη, είναι σύμβαση. Είναι μια κοινωνική συμφωνία για το τι μετράει ως οικειότητα, ως επαφή, ως ένωση, και κάθε fetish, όχι μόνο το foot fetish, διαλύει αυτήν τη συμφωνία. Το «Solemates» γίνεται έτσι queer θεωρία χωρίς ορολογία: μια υπενθύμιση ότι το σώμα έχει τη δική του γλώσσα, και δεν χρειάζεται να την αποδείξει.

Αλλά το πραγματικό τέλος του βιβλίου βρίσκεται αλλού. Στην απλή, σχεδόν λεπτή στιγμή που ένας άνθρωπος καταλαβαίνει ότι η επιθυμία του δεν είναι πρόβλημα αλλά χάρτης. Ότι το σώμα του δεν είναι εμπόδιο αλλά εργαλείο. Ότι μπορεί να ακουμπήσει το χέρι του στον αστράγαλο κάποιου και να μην πεταχτεί πίσω από φόβο, αλλά να μείνει εκεί, ήσυχα, σαν κάποιος που για πρώτη φορά αναγνωρίζει τον εαυτό του χωρίς να χρειάζεται τη συγκατάθεση κανενός. Και τότε η ντροπή δεν εξαφανίζεται, απλώς χάνει τη δουλειά της.

Να μη στέκεσαι ψηλά για να σε δουν, αλλά χαμηλά για να σε αγγίξουν/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter


Ricky Martin / Τα Πόδια που Έγιναν Γλώσσα

Να μη στέκεσαι ψηλά για να σε δουν, αλλά χαμηλά για να σε αγγίξουν/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Το ωραίο με τον Ricky Martin είναι ότι κάθε φορά που νομίζεις πως έχει εξαντλήσει τις ανατροπές του, βρίσκει έναν ακόμη τρόπο να διηγηθεί την ελευθερία του σαν σώμα που επιτέλους κουράστηκε να είναι θεσμός. Και τώρα, στα πενήντα δύο του, χωρισμένος, ήρεμος, σχεδόν εφηβικά διαθέσιμος, μιλάει ανοιχτά για κάτι που οι περισσότεροι celebrities αποφεύγουν σαν να τους καίει: το foot fetish του.

Και δεν το κάνει με αμηχανία. Το κάνει με χαμόγελο. Με παιχνίδι. Με την άνεση κάποιου που ξέρει ότι η επιθυμία δεν είναι σκάνδαλο, είναι γλώσσα.

Σε συνέντευξή του στο «GQ», όταν τον ρωτούν για τα πόδια, δεν χαμηλώνει ενοχικά τη φωνή αλλά ανεβάζει ένταση. «Λατρεύω τα πόδια. Έχω θέμα με τα πόδια. Θα σου φιλούσα τα πόδια για ώρες». Μια πρόταση που, από άλλον, θα ακούγονταν σαν εξομολόγηση στο μισοσκόταδο, αλλά από εκείνον μοιάζει με άνοιγμα αυλαίας. Και όταν τον ρωτούν αν οι φωτογραφίες των δικών του ποδιών στο Instagram ανεβαίνουν για τους fans, δεν κρύβεται: «Ας ανοίξουμε τη συζήτηση!» απαντά, σαν ένας ποπ παπάς που κάνει κήρυγμα υπέρ του embodied desire.

Να μη στέκεσαι ψηλά για να σε δουν, αλλά χαμηλά για να σε αγγίξουν/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Είναι σχεδόν τρυφερό το πόσο εύκολα μπορεί να μετατρέψει ένα προσωπικό kink σε συλλογικό κάλεσμα. Δεν κομπιάζει, δεν προστατεύεται, δεν προσποιείται ότι μιλά για κάτι εξωτικό· μιλά σαν κάποιος που ξέρει ότι η ντροπή είναι απλώς ένα κακό editing που κουβαλάμε από γενιά σε γενιά.

Κι έπειτα υπάρχει το άλλο: ο τρόπος που αναφέρεται στο παρελθόν του. Η απόπειρα να το σκάσει στην Ευρώπη με έναν τότε σύντροφο. Το closeted βάρος. Η αναβολή της αλήθειας μέχρι να μην αντέχει άλλο. Η ομολογία ότι το coming out του 2010 ήταν «η καλύτερη αίσθηση στον κόσμο». Δεν είναι λεπτομέρειες∙ είναι η προϊστορία κάθε επιθυμίας που επιτέλους μιλιέται.

Όλα αυτά, το fetish, η ηρεμία, η ελευθερία, η casual τρυφερότητα φτιάχνουν μια νέα εικόνα του Ricky: λιγότερο pop icon, περισσότερο queer άντρα που δεν θέλει πια να παίζει τον ρόλο του τέλειου. Που δεν χρειάζεται να κρύβει το τι τον ανάβει, το τι τον ηρεμεί, το τι τον προδίδει. Και το πιο όμορφο; Δεν φτιάχνει μια αφήγηση για να την πουλήσει∙ φτιάχνει μια αφήγηση για να την ακουμπήσει.

Να μη στέκεσαι ψηλά για να σε δουν, αλλά χαμηλά για να σε αγγίξουν/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Σ’ έναν κόσμο όπου οι πιο πολλοί διάσημοι επιθυμούν κρυψώνες, ο Ricky κάνει το αντίθετο: σου δείχνει το πόδι του με την ίδια άνεση που άλλοι δείχνουν τον κώλο τους. Και κάπως έτσι, το feet fetish παύει να είναι κάτι «ιδιωτικό» και γίνεται κάτι κανονικό, μια ζεστή, παιχνιδιάρικη υπενθύμιση ότι η επιθυμία δεν είναι ποτέ ντροπή, παρά μόνο όταν της το επιτρέπεις.

Να μη στέκεσαι ψηλά για να σε δουν, αλλά χαμηλά για να σε αγγίξουν/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Ίσως τελικά η μεγαλύτερη είδηση να μην είναι «ο Ricky Martin έχει foot fetish». Ίσως η είδηση να είναι το εξής: ένας άντρας που έκρυβε για δεκαετίες τον εαυτό του δηλώνει τώρα ότι δεν θα κρύβει ούτε τα πόδια του.




Η Διαφανής Κάλτσα
ως Queer Προφήτης του AI

 

 

Να μη στέκεσαι ψηλά για να σε δουν, αλλά χαμηλά για να σε αγγίξουν/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Υπάρχουν στιγμές όπου η ποπ κουλτούρα σταματά να παράγει εικόνες και αρχίζει να διατυπώνει προφητείες. Και, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, μία τέτοια προφητεία αρθρώνεται μέσα από μια διαφανή κάλτσα.

Στο @sheersocksai, άντρες τόσο διάσημοι ώστε να μοιάζουν απρόσιτοι –Timothée Chalamet, Jacob Elordi, Austin Butler, Jeremy Allen White, Mike Faist, Pedro Pascal– εμφανίζονται ξαπλωμένοι, με τα πέλματα στραμμένα προς την κάμερα, τυλιγμένα σε ένα ύφασμα τόσο λεπτό ώστε δεν κρύβει σχεδόν τίποτα. Κι όμως, μοιάζει να προστατεύει τα πάντα.

Να μη στέκεσαι ψηλά για να σε δουν, αλλά χαμηλά για να σε αγγίξουν/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Οι εικόνες είναι προϊόν τεχνητής νοημοσύνης. Αλλά μεταφέρουν κάτι αληθινό: την αλήθεια της φαντασίας που δεν απολογείται. Η διαφανής κάλτσα δεν είναι φετιχιστικό αντικείμενο. Είναι μεμβράνη. Ένα φίλτρο ανάμεσα στο σώμα και στο βλέμμα. Ένα όριο που δεν απαγορεύει, ρυθμίζει. Δεν λέει «κοίτα πόσο σε θέλω». Λέει «κοίτα πόσο επιτρέπω». Και αυτή η μετατόπιση είναι βαθιά queer.

 Η απαλότητα ως επανάσταση

Η ποπ κουλτούρα φοβόταν πάντα την απαλότητα του άντρα. Στο SheerSocksAI, η απαλότητα γίνεται σκηνή. Οι σταρ δεν στέκονται επιθετικά. Δεν κυριαρχούν. Ξαπλώνουν. Σηκώνουν το πόδι. Παραδίδουν την ισορροπία τους. Όταν ένας Chalamet ή ένας Elordi αφήνει το πέλμα του να στραφεί προς το βλέμμα μας, συμβαίνει κάτι απλό αλλά ριζικό: ο άντρας επιτρέπει να τον κοιτάξουν από κάτω.

Να μη στέκεσαι ψηλά για να σε δουν, αλλά χαμηλά για να σε αγγίξουν/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Σε έναν αιώνα σκληρής αρρενωπότητας, αυτό είναι σιωπηλή επανάσταση. Η διάφανη κάλτσα δεν μειώνει τον σταρ. Τον μαλακώνει. Και η απαλότητα, σε έναν κόσμο που λατρεύει τη σκληρότητα, γίνεται η πιο ριζοσπαστική μορφή δύναμης.

 Η νέα οικονομία του ίχνους

Στο SheerSocksAI δεν αγοράζεται το σώμα· αγοράζεται το ίχνος του. Το φετίχ δεν αφορά την κατοχή. Αφορά την υπόμνηση. Ένα πέλμα μετά το γύρισμα. Μια κάλτσα που κράτησε ιδρώτα. Μια στιγμή μετά τη σκηνή.

Να μη στέκεσαι ψηλά για να σε δουν, αλλά χαμηλά για να σε αγγίξουν/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Η επιθυμία εδώ δεν καταναλώνει το σώμα. Στοχάζεται πάνω του. Έτσι γεννιέται μια queer οικονομία του βλέμματος: όχι «δώσε μου περισσότερα», αλλά «άφησέ με να σταθώ λίγο εδώ».

Από το Factory στο φίλτρο

Και εδώ, σχεδόν ανεπαίσθητα, εμφανίζεται η pop art μνήμη. Η διαφανής κάλτσα δεν είναι απλώς aesthetic trend. Είναι γουορχολική χειρονομία σε νέα μορφή. Στο Factory, το σώμα ήταν τελετουργία. Στον καναπέ του Warhol, η έκθεση δεν σήμαινε εξευτελισμό. Η κάμερα δεν επιτίθετο. Στεκόταν. Το explicit μετατρεπόταν σε film experiment. Το σώμα σε παρουσία.

Να μη στέκεσαι ψηλά για να σε δουν, αλλά χαμηλά για να σε αγγίξουν/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Η sheer socks AI αισθητική λειτουργεί παρόμοια. Δεν προβάλλει την πράξη· προβάλλει πρόθεση. Δεν κατασκευάζει ακριβώς διέγερση· καλλιεργεί τη δυνατότητα της φαντασίωσης. Η διάφανη μεμβράνη γίνεται σύγχρονο film grain. Μια μικρή παραμόρφωση που επιτρέπει στο βλέμμα να μαλακώσει. Αυτό δεν είναι πορνογραφία. Είναι πρόβα queer οικειότητας.

Η ιερότητα του ποδιού

Το πέλμα ήταν πάντα το ταπεινό σημείο του σώματος. Κοντά στο έδαφος. Μακριά από το πρόσωπο. Χωρίς ιεραρχία. Κι όμως, εδώ αποκτά σχεδόν αγιογραφική δύναμη. Όχι επειδή είναι σεξουαλικό. Αλλά επειδή είναι ευάλωτο. Σε μια εποχή όπου το σώμα κουράστηκε να λειτουργεί ως επιφάνεια, ένα σχεδόν αόρατο ύφασμα μετατρέπει το καθημερινό σε τελετουργία. Η διαφάνεια δεν απογυμνώνει. Αποδραματοποιεί. Δεν κραυγάζει «επιθυμία». Ψιθυρίζει «παρουσία».

Να μη στέκεσαι ψηλά για να σε δουν, αλλά χαμηλά για να σε αγγίξουν/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Εδώ συναντιούνται οι δύο κόσμοι. Ο Warhol υπενθύμιζε: το σώμα δεν είναι για να το επιθυμείς, αλλά για να το γνωρίζεις. Η Sheer Socks αισθητική προτείνει: το σώμα δεν είναι για να το επιδεικνύεις, αλλά για να το επιτρέπεις. Η επιθυμία γίνεται κατάσταση. Όχι performance. Η εικόνα γίνεται τελετουργία. Όχι προϊόν. Και η ευαλωτότητα αποκαλύπτεται ως η πιο καθαρή μορφή έντασης.

Στο τέλος δεν μένει το φετίχ ούτε η μόδα. Μένει η στιγμή όπου το σώμα, απαλλαγμένο από πανοπλία, απλώς υπάρχει. Ένα πέλμα στον αέρα. Ένα ύφασμα που κράτησε μια μέρα. Μια παύση ανάμεσα στον σταρ και στον άνθρωπο. Η διαφανής κάλτσα δεν είναι trend. Είναι υπόσχεση. Ότι το σώμα μπορεί να εκτεθεί χωρίς να εξευτελιστεί. Ότι το βλέμμα μπορεί να σταθεί χωρίς να καταβροχθίσει.

Να μη στέκεσαι ψηλά για να σε δουν, αλλά χαμηλά για να σε αγγίξουν/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Και ακριβώς εκεί, στην απαλότητα που δεν φοβάται, ανοίγει ο δρόμος για το επόμενο βήμα: να μιλήσουμε όχι για το φετίχ, αλλά για τη φιλοσοφία του σώματος. Και εκεί μας περιμένει ποιος άλλος, παρά ο Warhol.


Warhol: Η πορνογραφία ως 

φιλοσοφία του σώματος

Να μη στέκεσαι ψηλά για να σε δουν, αλλά χαμηλά για να σε αγγίξουν/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

 

Κάπου ανάμεσα στο φως της Marilyn και στο σκοτάδι των ξεχασμένων reels, που πρόσφατα ήρθαν στην επιφάνεια, υπάρχει ένας άλλος Warhol. Όχι ο Pop. Όχι ο Cool. Αλλά εκείνος που κοίταζε το σώμα σαν μυστήριο που έπρεπε να αντέξει το φως.

Η πράξη δεν ήταν ποτέ απλώς πράξη για εκείνον. Ήταν τελετή. Το βλέμμα λειτουργούσε σαν λειτουργία, και το σώμα δεν εμφανιζόταν ως αντικείμενο, αλλά ως μάρτυρας, απόδειξη ότι η επιθυμία είναι πραγματική και δεν διαλύεται όταν την κοιτάξεις.

Υπήρξε μια εποχή που η πιο ειλικρινής χώρα δεν είχε σύνορα, ούτε σημαία. Είχε έναν καναπέ. Και μια κάμερα. Αυτήν τη χώρα την ονόμασαν Factory, αλλά λειτουργούσε σαν κάτι πιο επικίνδυνο: ένα ιδιότυπο κράτος της επιθυμίας. Εκεί όπου η ιδιωτικότητα αναστελλόταν και η έκθεση γινόταν νόμος. Κάθε σώμα που ξάπλωνε στον καναπέ έμπαινε σε ένα νέο πολίτευμα. Δεν υπήρχε σύνταγμα. Υπήρχε μόνο μία αρχή: μη μου κρύβεσαι.

Να μη στέκεσαι ψηλά για να σε δουν, αλλά χαμηλά για να σε αγγίξουν/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Τα χαμένα reels δεν αποκαλύπτουν έναν καλλιτέχνη που πειραματιζόταν με το explicit. Αποκαλύπτουν έναν άνθρωπο που μετέτρεπε τη σεξουαλική πράξη σε εικόνα και την εικόνα σε τελετουργία. Στο Couch, το σώμα δεν είναι ποτέ μόνο του, ακόμη κι όταν φαίνεται μόνο. Η κάμερα στέκεται σαν λιβανιστήρι: καίει χρόνο, καίει ντροπή, καίει τη σιωπή.

Η πορνογραφία στα χέρια του Warhol δεν ήταν πρόκληση. Ήταν μέθοδος. Εκεί όπου η εμπορική πορνογραφία παράγει διέγερση, ο Warhol παρήγαγε επίγνωση. Το σώμα δεν λειτουργούσε ως ερέθισμα αλλά ως επιχείρημα. Το κάδρο ήταν συλλογισμός. Η διάρκεια ήταν σκέψη. Το explicit δεν φώναζε· επέμενε.

Η κάμερά του δεν επιτέθηκε ποτέ. Δεν πλησίασε με βία. Στάθηκε. Περίμενε. Άφησε το σώμα να υπάρχει χωρίς να το διορθώσει. Αυτό ήταν το πραγματικό του ριζοσπαστικό στοιχείο: η άρνηση της επιτάχυνσης. Ο Warhol δεν γύριζε πορνό. Δημιουργούσε συνθήκες όπου η ντροπή διαλυόταν.

Να μη στέκεσαι ψηλά για να σε δουν, αλλά χαμηλά για να σε αγγίξουν/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Κάθε βλέμμα, κάθε παύση, κάθε ακινησία λειτουργούσε σαν πολιτική χειρονομία. Το Factory δεν ήταν απλώς χώρος καλλιτεχνικής παραγωγής. Ήταν μηχανισμός παραγωγής παρουσίας. Τα σώματα δεν ήταν performers. Ήταν πολίτες. Η επιθυμία ήταν το νόμισμα. Και η κάμερα λειτουργούσε ως κοινοβούλιο όπου εγκρίνονταν όλες οι εκδοχές του εαυτού.

Υπήρχε κάτι σχεδόν θρησκευτικό σε αυτή την επιμονή. Όχι με την έννοια της εξύψωσης. Αλλά με την έννοια της σοβαρότητας. Ο Warhol πήρε την πορνογραφία στα σοβαρά. Την αντιμετώπισε όχι ως αμαρτία, ούτε ως εμπορικό προϊόν, αλλά ως κατάσταση ύπαρξης.

Η πίστη του δεν ήταν αισθητική· ήταν υπαρξιακή. Πίστη ότι το σώμα δεν χρειάζεται να είναι όμορφο για να αξίζει το βλέμμα. Πίστη ότι η επιθυμία δεν χρειάζεται να κρύβεται για να επιβιώσει. Πίστη ότι η έκθεση δεν ισοδυναμεί με εξευτελισμό.

Να μη στέκεσαι ψηλά για να σε δουν, αλλά χαμηλά για να σε αγγίξουν/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Όσο περισσότερο τον αποκαλούσαν voyeur, τόσο περισσότερο απομακρυνόταν από την κατηγορία. Δεν παρακολουθούσε απλώς. Δημιουργούσε ένα πεδίο όπου το να σε δουν δεν σήμαινε ότι σε καταβροχθίζουν. Αυτό είναι το σημείο όπου η πορνογραφία αγγίζει τη φιλοσοφία. Το ερώτημα δεν ήταν ποτέ αν έκανε πορνό. Το ερώτημα είναι: τι συμβαίνει όταν κοιτάζεις ένα σώμα αρκετή ώρα;

Στην επιμονή του βλέμματος, το σώμα παύει να είναι σκάνδαλο και γίνεται οντολογία. Απόδειξη ότι υπάρχεις, ότι αντέχεις το φως, ότι μπορείς να εκτεθείς χωρίς να διαλυθείς. Η εμπορική εικόνα θέλει γρήγορη κατανάλωση. Ο Warhol ήθελε διάρκεια. Η εμπορική πορνογραφία θέλει κορύφωση. Ο Warhol ήθελε παρουσία.

Κι αυτή η διαφορά είναι τεράστια. Στα φιλμ του, το explicit δεν είναι ποτέ μόνο σεξ. Είναι χρόνος. Είναι αμηχανία. Είναι η στιγμή πριν και η στιγμή μετά. Είναι η αναπνοή που δεν κόβεται στο μοντάζ.

Να μη στέκεσαι ψηλά για να σε δουν, αλλά χαμηλά για να σε αγγίξουν/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Γι’ αυτό και σήμερα, όταν μιλάμε για το σώμα ως τελετουργία, για την ευαλωτότητα ως πολιτική, για την επιθυμία ως επιτρεπτή κατάσταση και όχι ως παράσταση, επιστρέφουμε, ακόμη κι αν δεν το καταλαβαίνουμε, σε εκείνον τον καναπέ.

Ο καναπές του Warhol ήταν το πρώτο influencer set. Η κάμερά του ήταν το πρώτο ring light. Αλλά το ουσιώδες δεν ήταν η αισθητική. Ήταν η άρση του φόβου. Αν σε δω αρκετά, μοιάζει να λέει, θα πάψεις να φοβάσαι αυτό που είσαι.

Να μη στέκεσαι ψηλά για να σε δουν, αλλά χαμηλά για να σε αγγίξουν/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Και ίσως αυτό να είναι το πιο ριζοσπαστικό στοιχείο της πορνογραφίας του: δεν αποσκοπούσε στη διέγερση, αλλά στην εξοικείωση. Στην απομυθοποίηση της ίδιας της επιθυμίας.

Το Factory δεν ήταν χώρος ανηθικότητας. Ήταν εργαστήριο αποδραματοποίησης. Το σώμα, εκεί, δεν ήταν για να το επιθυμείς μόνο. Ήταν για να το γνωρίζεις. Να το βλέπεις. Να το αφήνεις να υπάρξει χωρίς να το ντύνεις με ιδεολογία ή ντροπή.

Στο τέλος μένει μια σιωπή. Η κάμερα ανασαίνει. Το σώμα ανασαίνει. Και η πορνογραφία παύει να είναι σκάνδαλο και γίνεται σκέψη. Ο Warhol δεν κατέγραψε απλώς τη σεξουαλικότητα της εποχής του. Κατέγραψε την οντολογία του σώματος. Τη στιγμή όπου η εικόνα γίνεται δέρμα και το δέρμα γίνεται φως.

Και ίσως γι’ αυτό, τόσες δεκαετίες μετά, κάθε φορά που το βλέμμα μαλακώνει αντί να επιτεθεί, κάθε φορά που η επιθυμία επιτρέπεται αντί να κρύβεται, κάθε φορά που το σώμα εκτίθεται χωρίς να εξευτελίζεται, η σκιά εκείνου του καναπέ επιστρέφει.

Να μη στέκεσαι ψηλά για να σε δουν, αλλά χαμηλά για να σε αγγίξουν/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Όχι ως νοσταλγία. Ως μέθοδος. Και αυτό είναι που τον κάνει, τελικά, επικίνδυνο: δεν μας έμαθε πώς να κοιτάζουμε το σεξ. Μας έμαθε πώς να κοιτάζουμε το σώμα.

 

 

ΟΑΣΗ

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

THE GOOD LIFO ΔΗΜΟΦΙΛΗ