Υπάρχουν εβδομάδες όπου η κουλτούρα δεν απλώς «κινείται». Συγκεντρώνεται. Κυματίζει. Απαιτεί να τη διαβάσεις όχι σαν ειδησεογραφία, αλλά σαν σώμα ένα σώμα που θυμάται, που αλλάζει, που επιμένει. Κι αυτή η εβδομάδα είναι τέτοια: μια εβδομάδα όπου η μνήμη δεν ανήκει πια στο παρελθόν, η επιθυμία δεν ανήκει πια στο παρόν, και η τέχνη δεν ανήκει σε κανέναν. Όλα συμβαίνουν ταυτόχρονα, σαν ένα Requiem με πολλές αρχές και κανένα τέλος.
Γιατί τι άλλο είναι η τέχνη όταν επιστρέφει; Τι άλλο είναι το Ρέκβιεμ του Παπαϊωάννου όταν το ξαναβλέπεις όχι με τα μάτια, αλλά με το σώμα που κουβάλησε τριάντα χρόνια επιβίωσης; Τι άλλο είναι οι εικόνες του εικαστικού Don Langberg όταν δεν ποζάρουν για σένα, αλλά σε αναγκάζουν να θυμηθείς πώς μοιάζει η τρυφερότητα όταν δεν φοβάται; Τι άλλο είναι τα non-binary πορτρέτα των Sasakiavins όταν δεν εκπροσωπούν τίποτα παρά μόνο την ίδια τους την άνοιξη;
Σε αυτή την ΟΑΣΗ, λοιπόν, τα κείμενα δεν μπαίνουν σε σειρά. Μπαίνουν σε κίνηση. Κάθε ένα ανοίγει μια μικρή ρωγμή: στο πένθος, στη γενιά, στη θέαση, στη μνήμη, στην εικόνα, στην επιθυμία, στην τρυφερότητα, στη γλώσσα, στο σώμα. Και μαζί συνθέτουν κάτι που δεν σχεδιάστηκε — προέκυψε. Ένα Requiem σε επτά κινήσεις, όχι για όσα χάσαμε, αλλά για όσα αντέχουν, ξαφνικά, να επανέλθουν στο φως.
Αν κάτι ενώνει όλα τα κείμενα αυτής της εβδομάδας, είναι αυτό: η αίσθηση ότι δεν ανήκουμε σε μια γραμμική γενιά, αλλά σε ένα κοινό σκαλοπάτι. Εμείς, οι προηγούμενοι, οι επόμενοι, οι αόρατοι, οι παρόντες. Όλοι πάνω στην ίδια σκάλα, με διαφορετικό φως, με διαφορετική ανάσα, με διαφορετικό τρόπο επιβίωσης.
Καλώς ήρθατε στην ΟΑΣΗ. Και στο Requiem της.
▮ I. Introitus — Η Σκάλα / Το Πρώτο Βλέμμα / Η Γενιά της Σκιάς
ΑΓΑΠΗΘΗΚΑΜΕ ΠΡΙΝ ΜΑΘΟΥΜΕ ΤΙ ΘΑ ΜΑΣ ΠΑΡΟΥΝ
Το Ρέκβιεμ για το Τέλος του Έρωτα και οι queer γενιές που δεν έμαθαν να ξεχνούν
Δεν θυμάμαι ποιο ήταν το πρώτο έργο που είδα στο θέατρο. Θυμάμαι όμως καθαρά το πρώτο έργο που ένιωσα ότι με είδε εκείνο πρώτο. Ήμουν δεκαεννιά, το 1995, όταν στάθηκα απέναντι σε μια σκάλα. Όχι μεταφορική, όχι συμβολική. Μια σκάλα μαύρη, αυστηρή, σχεδόν χειρουργική. Και πάνω της σώματα γυμνά, όχι για να προκαλέσουν, αλλά για να αντέξουν.
Δεν ήξερα τότε τι έβλεπα. Είχα μόνο ένα σώμα που καταλάβαινε πριν μάθει. Μέχρι εκείνη τη στιγμή ο θάνατος ήταν στατιστική· ξαφνικά έγινε κίνηση, βάρος, ρυθμός. Τα σώματα κατρακυλούσαν, και μέσα μου κάτι ανέβαινε
Δεν γνώρισα κανέναν από αυτούς. Κι όμως, ένιωθα ότι περπατούσαν δίπλα μου άνθρωποι που είχα χάσει πριν καν γεννηθώ ως queer υποκείμενο. Τότε δεν είχα μνήμη, αλλά είχα ήδη φαντάσματα. Η δεκαετία του AIDS στην Ελλάδα τελείωσε χωρίς να ειπωθεί. Δεν απέκτησε αρχεία, δεν απέκτησε τελετές, δεν απέκτησε γλώσσα. Άφησε μόνο ψιθύρους. Και το σώμα μου, έφηβο τότε άκουσε αυτούς τους ψιθύρους πριν ακούσει το πρώτο του «σ’ αγαπώ».
Αργότερα κατάλαβα πως εκείνη η σκάλα δεν ήταν σκηνικό. Ήταν σημείο μετάδοσης. Ένα μέρος όπου το σώμα σου μετριέται με όσους έζησαν πριν προλάβεις να υπάρξεις. Κάποια χρόνια μετά, έγραψα έναν στίχο κάτω από ένα ποστ -«πού πήγαν, πού φύγαν τόσοι γνωστοί στης νύχτας το χορό έχουν πιαστεί». Δεν τον έγραψα ως αναφορά. Τον έγραψα ως σύσπαση. Σαν ένα μικρό προσκλητήριο ονομάτων που δεν έμαθα ποτέ, αλλά τα κουβάλησα παραδόξως σαν συγγενείς.
Δεν ήμασταν η γενιά του θανάτου. Ήμασταν η γενιά της σκιάς. Μεγαλώσαμε μέσα σε ένα «μετά» χωρίς να έχουμε δει το «πριν». Μάθαμε για το AIDS σαν να μαθαίνεις έναν μύθο που δεν σου ανήκει, αλλά καθορίζει πώς θα αγγίξεις, πώς θα σκύψεις πριν σηκωθείς, πώς θα ψάξεις φως στα στενά. Δεν μας μίλησαν ξεκάθαρα. Δεν μας παρέδωσαν τίποτα με ονοματεπώνυμο. Μόνο εικόνες. Κάπως έτσι φορέσαμε δέρματα που δεν ήταν δικά μας. Όχι από μίμηση, από ανάγκη. Για πρώτη φορά, βλέποντας παλιές εικόνες ανδρών που άγγιζαν ο ένας τον άλλον χωρίς ντροπή, ένιωσα πως υπήρξε ένας κόσμος όπου το σώμα δεν ζητούσε άδεια. Αυτό δεν ήταν πορνό. Ήταν μάθημα επιθυμίας. Κι όμως, όλη μας η επιθυμία είχε πάντα μια παλιά αναπνοή, σαν να μην ξεκινούσε από εμάς.
Όταν άρχισαν να εμφανίζονται οι νεότεροι, με το σώμα τους ανοιχτό, χωρίς απολογία, χωρίς τρόμο, νόμιζα πως έβλεπα επανάληψη. Κι όμως ήταν κάτι άλλο. Δεν έμαθαν την επιθυμία από το τραύμα. Την έμαθαν από την εικόνα, από το φως, από τη συνύπαρξη. Δεν μιμήθηκαν· συνέχισαν. Εκεί που εμείς μάθαμε να κρυβόμαστε, εκείνοι στάθηκαν. Εκεί που εμείς κουβαλούσαμε τη σκιά, εκείνοι την έκαναν χρώμα. Και κάπως έτσι συνέβη κάτι που δεν είχα φανταστεί ποτέ: οι νέοι συνάντησαν τις σκιές χωρίς να τις φοβηθούν. Όχι σαν φαντάσματα, αλλά σαν καθρέφτες. Το σώμα βρήκε έναν τρόπο να ξαπλώσει δίπλα στην επιθυμία χωρίς να την ακυρώνει. Όχι επειδή το τραύμα εξαφανίστηκε, αλλά επειδή έπαψε να είναι ο μόνος αφηγητής.
Υπάρχουν έργα που δεν χρειάζεται να τα δεις για να τα συναντήσεις. Όχι επειδή τα φαντάζεσαι, αλλά επειδή έχουν ήδη περάσει μέσα σου και έχουν αφήσει ίχνος. Το Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα είναι ένα από αυτά. Δεν είναι παράσταση που ολοκληρώνεται στη θέαση. Είναι έργο που συνεχίζεται στη συγγένεια. Στον τρόπο που έμαθες να στέκεσαι, να αγγίζεις, να επιθυμείς με επίγνωση του κόστους και χωρίς απολογία.
Δεν το προσεγγίζω ως παρών στην αίθουσα, αλλά ως παρών στη διαδρομή που άνοιξε και δεν έκλεισε ποτέ. Υπάρχει μια γνώση που δεν περνά από το βλέμμα, αλλά από τη μνήμη του σώματος. Από το γεγονός ότι κάποια έργα σε βρίσκουν νωρίς και σε ακολουθούν, ακόμη κι όταν οι συνθήκες δεν επιτρέπουν την άμεση συνάντηση. Η σχέση δεν διακόπτεται από την απουσία. Συνεχίζεται αλλιώς.
Και τώρα, όταν ξαναφέρνω στο μυαλό μου εκείνη τη σκάλα, δεν βλέπω πια πτώσεις. Βλέπω στάσεις, σημεία όπου κάποιος σταματά για να πάρει ανάσα. Βλέπω εμένα στα δεκαεννιά, αμήχανο, άοπλο, χωρίς γλώσσα, να κοιτάζω χωρίς να ξέρω ότι με κοιτούν πίσω. Βλέπω τους φίλους που δεν γνώρισα, αυτούς που με έμαθαν να φέρω το σώμα σαν μνήμη πριν το φέρω σαν επιθυμία. Βλέπω τη δική μου γενιά να προσπαθεί να φτιάξει μυθολογία από το κενό και βλέπω τους νεότερους να ανεβαίνουν δύο-δύο τα σκαλιά, σαν να τους περίμενε το μέλλον κι όχι το παρελθόν.
Και τότε καταλαβαίνω κάτι καθαρά: αυτή η σκάλα δεν ήταν ποτέ σκηνικό. Ήταν η ζωή μου. Ο τρόπος που επιθύμησα, που αγάπησα, που σώθηκα, με ελάχιστη καθοδήγηση και με τόσες πολλές φωνές δανεικές. Δεν χρειάζεται να φτάσουμε στην κορυφή. Αρκεί που στεκόμαστε σε διαφορετικά σκαλοπάτια και, κάποτε, αν είμαστε τυχεροί, κοιτάμε ο ένας τον άλλον.
Οι queer γενιές δεν διαδέχονται η μία την άλλη· στέκονται στην ίδια σκάλα, σε διαφορετικό ύψος. Και εκείνη τη στιγμή κανείς δεν προηγείται, κανείς δεν μένει πίσω. Και αυτή η στιγμή είναι ολόκληρη ιστορία.
▮▮ II. Kyrie — Το Y2K ως Ψευδο-Αθωότητα / Τα Αγόρια πριν Γίνουν Άντρες
Η δεκαετία που γέννησε τους άντρες που φοβόμαστε
Ο Alex Kazemi κοιτά κάτω από το γυαλιστερό Y2K και βρίσκει αγόρια που έμαθαν τη βία πριν μάθουν τον εαυτό τους
Υπάρχουν εποχές που δεν τελείωσαν ποτέ∙ απλώς κρύφτηκαν μέσα μας. Το Y2K είναι μία από αυτές: όλοι θυμούνται το χρώμα, κανείς δεν θυμάται το αίμα. Το New Millennium Boyz του Alex Kazemi ξύνει ακριβώς αυτή τη γυαλιστερή επιφάνεια και από κάτω αναδύεται κάτι που μυρίζει πολύ περισσότερο την αλήθεια: η τοξική εφηβεία της Αμερικής πριν μάθει τη λέξη “τοξικό”. Αγόρια που μεγάλωσαν μέσα σε βιντεοκλίπ, σε sitcom, σε πορνό, σε brands που παρίσταναν την κουλτούρα. Αγόρια που έμαθαν να μιλούν με προσβολές, να ποθούν με βία, να φοβούνται το ίδιο τους το σώμα.
Το βιβλίο δεν νοσταλγεί τίποτα. Απλώς δείχνει ό,τι υπήρξε κάτω από τα πολύχρωμα φίλτρα μιας εποχής που όλοι ξαναζούμε σαν meme: την αποσύνθεση μιας ολόκληρης αντρικής ταυτότητας πριν ακόμα πάρει όνομα. Τότε που το να είσαι “boy” σήμαινε να μην έχεις πρόσβαση στα συναισθήματά σου, να αντιγράφεις τους μεγαλύτερους, να ρουφάς ποπ κουλτούρα σαν δηλητήριο που περνούσε για παιχνίδι. Εκεί βρίσκει ο Kazemi τους εφήβους του: στην τελευταία αναλαμπή της προ-ψηφιακής αθωότητας πριν το internet κάνει την καταστροφή τους παγκόσμια.
Κι αυτό που ακολουθεί δεν είναι ιστορία ενηλικίωσης. Είναι το πώς φτιάχτηκε μέσα από εικόνες, φωνές, αντρικά πρότυπα, ρατσιστικά αστεία και υγρά locker rooms — η πιο σκοτεινή όψη του mask culture. Αυτή που σήμερα βλέπεις σε incels, Tate bros, δεξιές φαντασιώσεις “αληθινής ανδρικής δύναμης”. Δεν γεννήθηκαν τώρα. Γεννήθηκαν εκεί. Σε εκείνη τη δεκαετία που οι γυναίκες ήταν posters, οι queer άνθρωποι punchlines και τα αγόρια επιβραβεύονταν μόνο όταν έπνιγαν οτιδήποτε μαλακό μέσα τους.
Ο Kazemi γράφει σαν να ξεπλένει μια πληγή που μεταδόθηκε γενιά με γενιά μέχρι να γίνει μύθος. Και η αλήθεια είναι πως το Y2K το θυμόμαστε λάθος όχι επειδή ήμασταν αθώοι, αλλά επειδή είχαμε μάθει να κοιτάμε μόνο το ντεκόρ. Κάτω από τα MTV χρώματα υπήρχε μια Αμερική ήδη σπασμένη: αγόρια που δεν ήξεραν να νιώσουν και γι’ αυτό δεν ήξεραν να ζήσουν. Εκεί ρίζωσε η κουλτούρα που σήμερα ονομάζουμε “toxic masculinity”. Τότε ήταν απλώς η καθημερινότητα.
Το New Millennium Boyz δεν είναι όμορφο. Είναι τίμιο. Και είναι σημαντικό για έναν λόγο που νιώθεις στο δέρμα: γιατί δείχνει πώς αντιγράφονται οι άντρες όταν δεν τους δίνεται καμία άλλη γλώσσα πέρα από τη βία. Και ίσως αυτό εξηγεί γιατί το Y2K επιστρέφει τόσο επίμονα ως αισθητική αλλά όχι ως ηθική. Γιατί τώρα ξέρουμε πολύ καλά τι κόστισε εκείνη η δεκαετία σε τόσους που διαμόρφωσε.
Κι έτσι, ενώ ο κόσμος παριστάνει ότι η νοσταλγία είναι ακίνδυνη, ο Kazemi σου λέει το αντίθετο: προσοχή στα φαντάσματα. Μερικά φοράνε Abercrombie, κατεβάζουν Mountain Dew και γελάνε με λάθος πράγματα. Μερικά έγιναν άντρες. Μερικά μιλούν ακόμα. Μερικά κυβερνούν τον κόσμο.
Και με έναν τρόπο παράξενο, απελπισμένο, βαθιά αληθινό αυτά τα αγόρια εξηγούν καλύτερα από όλους τι παλεύουμε να ξεριζώσουμε σήμερα.
▮▮▮ III. Dies Irae — Το Φαινόμενο Ξιάρχο
Όταν ο λόγος καίγεται πριν γίνει σκέψη
Υπάρχουν στιγμές που ο δημόσιος λόγος δεν αποκαλύπτει θέσεις, αλλά τα όριά του.Όχι τι σκέφτεται κάποιος αλλά αν μπορεί ακόμη να σκεφτεί.
Υπάρχουν άνθρωποι που δεν μιλούν με γλώσσα, αλλά με κατάλοιπα. Με φράσεις μισοφαγωμένες, έννοιες κακοχωνεμένες, λέξεις που μοιάζουν να έχουν περάσει πρώτα από το σώμα και μετά — αν πρόλαβαν — από το μυαλό. Δεν υπάρχει σύνταξη. Υπάρχει εκφόρτιση. Δεν υπάρχει σκέψη. Υπάρχει ένταση που ζητά διέξοδο.
Ο λόγος του Τάσου Ξιάρχο δεν συγκρούεται με την queer σκέψη. Δεν την ακουμπά καν. Δεν φτάνει μέχρι εκεί. Γεννιέται πριν τη σκέψη, σε ένα προγλωσσικό επίπεδο όπου οι λέξεις δεν είναι έννοιες αλλά κουμπιά. Τα πατάς και βγαίνει ήχος. «Woke». «Στρέιτ». «Παιδιά». «Φύλο». «Αλήθεια». Δεν σημαίνουν. Ερεθίζουν. Αυτό δεν είναι άποψη. Είναι νευρικό σύστημα σε απορύθμιση. Κι εδώ πρέπει να είμαστε καθαροί: δεν μιλάμε για κακία. Μιλάμε για έλλειψη γλώσσας. Ο ίδιος το ομολογεί. Δεν σπούδασε, δεν διάβασε, δεν απέκτησε ποτέ εργαλεία αφαίρεσης. Δεν έμαθε να ξεχωρίζει το παράδειγμα από τη γενίκευση, το βίωμα από την πολιτική, το σώμα από τον νόμο. Το μυαλό καμένο από ουσίες, υπερδιέγερση, χρόνια έκθεση λειτουργεί όπως λειτουργεί ένα σώμα σε κρίση: πιάνει ό,τι μοιάζει σταθερό και το πετάει. Όχι για να εξηγήσει. Για να κρατηθεί.
Γι’ αυτό η φράση «στρέιτ ομοφυλόφιλος» που είπε σε μια πρόσφατη συνέντευξη του δεν είναι θέση. Είναι παραμόρφωση. Ένα στήριγμα από λάθος υλικό. Μια απόπειρα να ορθωθεί κάτι ίσιο μέσα σε εσωτερικό χάος. Το «στρέιτ» δεν δηλώνει προσανατολισμό· δηλώνει επιθυμία για ευθυγράμμιση. Για τάξη. Για ανδρισμό που να μη ρωτά. Για σώμα που να μην αμφισβητείται. Είναι η λέξη-μπαστούνι ενός ανθρώπου που δεν αντέχει την πολλαπλότητα της queer υπαρξής -του- γιατί δεν έχει λέξεις ούτε το κουράγιο να την κουβαλήσει.
Από εκεί και μετά, όλα τα υπόλοιπα έρχονται μόνα τους. Όχι ως ιδεολογία, αλλά ως αντανακλαστικό. Η ειρωνεία προς τη θηλυπρέπεια. Η δυσφορία απέναντι στο drag. Η ανάγκη να μπει όριο στο «λίγο» που γίνεται «πολύ». Το φύλο που πρέπει να φαίνεται σωστά. Το σώμα που πρέπει να κάθεται σωστά. Δεν είναι πειθαρχία με σχέδιο. Είναι πειθαρχία πανικού. Όταν δεν μπορείς να σκεφτείς, αρχίζεις να ρυθμίζεις. Κάπου εδώ εμφανίζεται το πιο παλιό τέχνασμα: τα παιδιά. Όταν ο λόγος δεν αντέχει αφαίρεση, καταφεύγει στον ηθικό πανικό. Δεν χρειάζονται στοιχεία. Δεν χρειάζεται γνώση. Χρειάζεται μόνο εικόνα. Υπόνοια. Σφίξιμο στο στομάχι. Το queer σώμα γίνεται «θέαμα». Το θέαμα γίνεται «έκθεση». Η έκθεση γίνεται «απειλή». Δεν υπάρχει συλλογισμός. Υπάρχει αλυσίδα φόβου. Το ίδιο συμβαίνει και με τα τρανς σώματα. Ιστορίες χωρίς πλαίσιο. Παραδείγματα χωρίς δεδομένα. Ορμόνες που «καίνε». Ζωές που «κονταίνουν». Είναι ο λόγος του ανθρώπου που δεν ξέρει τι είναι μελέτη, αλλά ξέρει τι είναι εντύπωση. Κι όταν η εντύπωση βαφτίζεται εμπειρία, η εμπειρία βαφτίζεται αλήθεια. Δεν υπάρχει κακία εδώ. Υπάρχει γνωστική αδυναμία. Και αυτή η αδυναμία, όταν βρει μικρόφωνο, γίνεται επικίνδυνη.
Το πιο τραγικό σημείο είναι το HIV. Γιατί εκεί η άγνοια συναντά τη μνήμη. Μισές πληροφορίες, λάθος συνδέσεις, υπαινιγμοί συνωμοσίας. Το προσωπικό βίωμα παίρνει τη θέση της γνώσης. Και η γνώση που χτίστηκε με αίμα, απώλεια, ακτιβισμό ξηλώνεται σε δευτερόλεπτα. Όχι ακριβώς από μίσος. Από αδυναμία διάκρισης. Από την ανικανότητα να κρατήσεις δύο σκέψεις ταυτόχρονα χωρίς να καταρρεύσεις.
Κι εδώ πρέπει να ειπωθεί καθαρά: αυτός ο λόγος δεν έχει καμία δημόσια queer αναγνώριση. Δεν κυκλοφορεί σε queer μέσα. Δεν συνομιλεί με queer θεωρία. Δεν ανήκει σε queer κοινότητα. Η queer κοινότητα τον έχει απορρίψει όχι από σκληρότητα, αλλά από ασυμβατότητα. Γιατί η queer σκέψη προϋποθέτει γλώσσα. Προϋποθέτει παύση. Προϋποθέτει την ικανότητα να πεις «δεν ξέρω ακόμα». Εδώ αυτό δεν υπάρχει. Γι’ αυτό και τον φιλοξενούν αλλού. Σε χώρους όπου η σκέψη αντικαθίσταται από αφήγηση επιβίωσης. Σε podcasts που πουλάνε content, όχι ανάλυση. Σε περιβάλλοντα που αγαπούν τον θόρυβο γιατί ο θόρυβος μοιάζει με αλήθεια όταν επαναλαμβάνεται. Εκεί ο λόγος του δεν ελέγχεται. Αγιοποιείται. Γίνεται «ωμός». «Ειλικρινής». «Αντισυστημικός». Κανείς δεν ρωτά αν καταλαβαίνει τι λέει. Αρκεί που νιώθει ότι το λέει. Αυτό είναι το κρίσιμο: δεν έχουμε να κάνουμε με queer φωνή που πειθαρχεί το queer. Έχουμε να κάνουμε με απορριφθέν σώμα που εκδικείται τη γλώσσα που δεν απέκτησε ποτέ. Με έναν άνθρωπο που δεν έμαθε να σκέφτεται και γι’ αυτό θέλει να ορίζει. Που δεν μπορεί να αντέξει την πολυπλοκότητα και γι’ αυτό την αποκαλεί «υπερβολή». Που δεν έχει εργαλεία και γι’ αυτό πιάνει εξουσία.
Και εδώ η ευθύνη δεν είναι μόνο δική του. Είναι και των media που του δίνουν μικρόφωνο χωρίς φίλτρο. Που μπερδεύουν την αυθεντικότητα με την αλήθεια. Που παρουσιάζουν την αποσύνθεση ως θάρρος. Που μετατρέπουν την έλλειψη μορφώσεως σε αρετή. Που ξεχνούν ότι ο δημόσιος λόγος έχει συνέπειες, ακόμα κι όταν ιδίως όταν είναι ασύντακτος. Η πιο επικίνδυνη στιγμή δεν είναι όταν ο λόγος γίνεται βίαιος. Είναι όταν γίνεται κανονικός. Όταν συνηθίζουμε τον τόνο. Όταν λέμε «έτσι είναι». Όταν σταματάμε να ακούμε την καύση πίσω από τις λέξεις. Γιατί τότε ο θόρυβος περνά ως άποψη. Και η άποψη ως πολιτική. Και η πολιτική ως κανονικότητα.
Η ερώτηση δεν είναι αν συμφωνούμε ή διαφωνούμε. Η ερώτηση είναι αν ακούμε τι λείπει. Τη γλώσσα που δεν υπάρχει. Την παύση που δεν έγινε ποτέ.Τη σκέψη που δεν πρόλαβε να γεννηθεί. Γιατί όταν ο λόγος καίγεται πριν γίνει σκέψη, δεν απελευθερώνει. Ρυθμίζει. Και πάντα ρυθμίζει προς τα κάτω.
Αυτό δεν είναι το queer μέλλον. Είναι το φάντασμά του.
▮▮▮▮ IV. Offertorium — Spring / Η Άνοιξη των Non-Binary Νέων
Στο Spring, οι Sasakiavins δεν απεικονίζουν τη non-binary νεολαία.Της δίνουν χώρο να αναπνεύσει.
Υπάρχουν έργα που δεν σε καλούν να τα διαβάσεις· σε καλούν να σταθείς λίγο πιο κοντά. Το Spring των Sasakiavins είναι ακριβώς αυτό: ένα βιβλίο που δεν εξηγεί τίποτα, δεν περιγράφει τίποτα, δεν ζητάει τίποτα. Απλώς ανοίγει έναν χώρο και λέει: “κοίτα, χωρίς ταμπέλες αυτή τη φορά”. Και μέσα σε αυτόν τον χώρο, είκοσι non-binary νέοι του Λονδίνου εμφανίζονται όπως είναι στην πραγματικότητα ούτε σύμβολα, ούτε μανιφέστα, ούτε παραδείγματα προς χρήση. Μόνο άνθρωποι που στέκονται απέναντι στον φακό με τον δικό τους ρυθμό, τα δικά τους ρούχα, τις δικές τους μικρές τελετουργίες αυτοέκφρασης.
Οι Sasakiavins δεν τους “φωτογραφίζουν”. Τους αφήνουν να υπάρξουν. Υπάρχει μια σχεδόν αθόρυβη ευγένεια σε αυτό: καμία διόρθωση, καμία επιβολή, καμία προσπάθεια να χωρέσει το κάθε σώμα σε μια αφήγηση που δεν του ανήκει. Το αποτέλεσμα είναι πορτρέτα που θυμίζουν όχι παρατήρηση, αλλά διάλογο. Μια συνάντηση. Μια στιγμή που κάποιος σε βλέπει χωρίς να σε καταναλώνει. Σε έναν κόσμο όπου η non-binary ύπαρξη γίνεται καθημερινά αντικείμενο σχολιασμού, ο φακός των Sasakiavins κάνει το πιο ριζοσπαστικό πράγμα: σταματά να μιλάει εκ μέρους τους.
Οι εικόνες είναι απλές, ένα βλέμμα, ένα χρώμα μαλλιών, ένα δαχτυλίδι, ένα σημάδι από top surgery δίπλα σε ένα τατουάζ-λουλούδι. Αλλά αυτή η απλότητα έχει βάρος. Γιατί δείχνει ότι η ταυτότητα δεν είναι ποτέ στατική, ποτέ πλήρης, ποτέ τελειωμένη. Είναι κάτι που κινείται, που αλλάζει, που δοκιμάζει, που ξαναβρίσκει τον εαυτό του. Κάθε πορτρέτο είναι σαν μικρή βεβαίωση ότι “έτσι είμαι σήμερα αύριο μπορεί να είμαι αλλιώς”. Κι αυτή η ρευστότητα δεν παρουσιάζεται ως πρόβλημα, αλλά ως μορφή ομορφιάς.
Το Spring μοιάζει με αναπνοή σε μια εποχή που φωνάζει πολύ. Καμία εξήγηση, καμία λεζάντα, κανένα θεωρητικό πλαίσιο για να “καταλάβει” το βλέμμα του θεατή. Η κατανόηση δεν είναι προϋπόθεση. Η αναγνώριση, όμως, είναι. Η ματιά που δεν παρεμβαίνει αλλά συνοδεύει. Η εικόνα που σου επιτρέπει να μείνεις με αυτό που βλέπεις χωρίς να σου λέει τι σημαίνει.
Και ίσως αυτό είναι το πιο πολιτικό στοιχείο του βιβλίου: δεν υπερασπίζεται τίποτα∙ δείχνει κάτι πολύ πιο σπάνιο. Δείχνει νέους ανθρώπους που επιμένουν να γεμίζουν τον χώρο με την παρουσία τους, ακόμη κι όταν ο κόσμος γύρω τους προσπαθεί να τους πει ότι δεν έχουν θέση. Μια άνοιξη που έρχεται όχι επειδή το επιτρέπει η εποχή, αλλά επειδή επιμένει το σώμα.
Το Spring δεν προσπαθεί να αποδείξει ότι το φύλο είναι φάσμα· το κάνει αυτονόητο. Δεν προσπαθεί να πείσει κανέναν ότι οι non-binary ζωές είναι πραγματικές· τις αφήνει να είναι πραγματικές χωρίς καμία άμυνα.Και αυτό, μέσα στην ησυχία του, είναι μια από τις πιο γενναίες μορφές ορατότητας.
▮▮▮▮▮ V. Sanctus — Ezekiel / Τα Ενδιάμεσα Σώματα
Somewhere Between a Doll and a Dog
Με αφορμή το photobook του Ezekiel
Υπάρχει μια επίμονη παρόρμηση της εποχής να ζητά από τα σώματα να δώσουν απαντήσεις. Να εξηγηθούν. Να τελειώσουν. Να αποδώσουν αποτέλεσμα. Κάποια βιβλία, όμως, δεν έρχονται για να απαντήσουν. Έρχονται για να σε μάθουν πού να σταθείς όταν δεν ξέρεις τι ακριβώς κοιτάς. Το Somewhere Between a Doll and a Dog είναι ένα τέτοιο βιβλίο.
Δεν μιλά για το φύλο ως λύση, ούτε για τη μετάβαση ως υπόσχεση άφιξης. Μιλά για το somewhere. Για τον ενδιάμεσο χώρο που δεν βιάζεται να ονοματιστεί. Για μια ύπαρξη που αρνείται να γίνει project, makeover ή case study. Για μια εμπειρία που δεν ζητά χειροκρότημα, μόνο χρόνο.
Το βιβλίο συγκροτείται σαν αρχείο ζωής: εικόνες φιλμ και iPhone, γράμματα, ημερολογιακές καταγραφές. Κινείται ανάμεσα στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις Φιλιππίνες, στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, σαν να μεταφέρει μαζί του τη μνήμη του δρόμου, των δωματίων, των σωμάτων που δεν ποζάρουν αλλά μένουν. Εδώ το trans δεν παρουσιάζεται ως ορατότητα προς κατανάλωση. Παρουσιάζεται ως συνθήκη ύπαρξης που δεν χωρά στο πριν/μετά. Το “doll” και το “dog” είναι προσχήματα· αυτό που μετρά είναι το ανάμεσα. Εκεί όπου η αμφισημία δεν είναι έλλειμμα αλλά κατοικία.
Κάπου εκεί γίνεται καθαρό ότι το βιβλίο δεν ενδιαφέρεται να πείσει. Δεν επιχειρηματολογεί υπέρ μιας ταυτότητας. Αρνείται, ευγενικά αλλά σταθερά, τη δυτική εμμονή να αντιμετωπίζει τα trans σώματα ως προβλήματα προς επίλυση—με ρούχα, ορμόνες, χειρουργεία, κατηγορίες. Η μεταμόρφωση εδώ δεν “φτάνει”. Επαναλαμβάνεται. Επιστρέφει. Κυκλώνει, όπως η μνήμη.
Η διασπορά δεν λειτουργεί ως φόντο, αλλά ως γνώση. Οι Φιλιππίνες εμφανίζονται όχι για να εξωτικοποιηθούν, αλλά για να θυμίσουν ότι το φύλο υπήρξε και αλλού αλλιώς: πνευματικό, κοινοτικό, συνδεδεμένο με τη φύση. Η επιστροφή δεν είναι νοσταλγία· είναι άνοιγμα. Ένας τρόπος να φανταστείς το trans έξω από το δυτικό δυαδικό κάδρο, χωρίς να το κάνεις σύμβολο. Όταν η γλώσσα δεν σε χωρά, μιλάς με εικόνες. Όχι για να γίνεις κατανοητός, αλλά για να παραμείνεις αληθινός.
Η ακολουθία των εικόνων δεν υπακούει σε αφήγηση προόδου. Επαναλαμβάνει, αναδιατάσσει, επιστρέφει. Όπως το σώμα όταν μαθαίνει να αγαπιέται χωρίς να ζητά άδεια. Όπως το νερό που εμφανίζεται ξανά και ξανά όχι ως καθαρτήριο, αλλά ως συνθήκη αλλαγής που δεν υπόσχεται τέλος. Εδώ η τρυφερότητα δεν είναι επιβράβευση. Είναι μέθοδος.
Υπάρχουν στιγμές όπου η σάρκα αγγίζεται χωρίς να περιγράφεται. Όχι για να προκαλέσει, αλλά για να επιμείνει: το σώμα δεν είναι πρόβλημα, ούτε σύμβολο. Είναι τόπος παραμονής. Ένας τόπος που αντέχει τη ματιά χωρίς να παραδίδεται σε αυτήν.
Το Somewhere Between a Doll and a Dog δεν προσφέρει λύσεις και ακριβώς γι’ αυτό λειτουργεί. Σου επιτρέπει να μείνεις με την αμφισημία χωρίς να τη διορθώσεις. Να σταθείς στο ενδιάμεσο χωρίς να βιαστείς να το περάσεις. Σε έναν κόσμο που απαιτεί καθαρότητα, το βιβλίο προτείνει κάτι πιο δύσκολο και πιο γενναιόδωρο: να υπάρξεις χωρίς να λυθείς.
▮▮▮▮▮▮ VI. Agnus Dei — Doron Langberg / Η Τρυφερότητα ως Επιβίωση
O ζωγράφος Doron Langberg και το queer σώμα που αρνείται να κρυφτεί
Υπάρχουν καλλιτέχνες που δεν χρειάζεται να φωνάξουν για να ξέρεις ότι κοιτάς κάτι αληθινό. Ο Doron Langberg είναι ένας από αυτούς. Οι πίνακές του δεν έρχονται να προκαλέσουν· έρχονται να αναπνεύσουν. Και μέσα σε αυτή την αναπνοή ,την ανάσα ενός σώματος που δεν φοβάται πια να υπάρξει, καταλαβαίνεις τι σημαίνει να βλέπεις τον κόσμο από queer απόσταση. Μια απόσταση που δεν είναι φυγή, αλλά τρόπος να είσαι παρών χωρίς να μικραίνεις για να χωρέσεις.
Ο Langberg ζωγραφίζει σαν να θέλει να σώσει τη στιγμή λίγο πριν εξαφανιστεί. Όχι για να την καταψύξει, αλλά για να την αφήσει να ζεσταθεί πάνω στην επιφάνεια του καμβά. Το χρώμα του δεν περιγράφει, αγγίζει. Δεν αποτυπώνει, θυμάται. Κι αυτό είναι ίσως το πρώτο του δώρο: ότι μας επιστρέφει την αφή πριν από τη θέαση. Σαν να μας λέει ότι πριν δούμε ο ένας τον άλλο, πρέπει πρώτα να μάθουμε πώς να τον ακουμπάμε.
Υπάρχει κάτι βαθιά ανθρώπινο στο πώς μιλάει για τη δουλειά του: δεν τον ενδιαφέρει να “ανανεώσει” το queer βλέμμα· τον ενδιαφέρει να το ζήσει. Στις συνεντεύξεις του επανέρχεται συνεχώς αυτή η ηθική της ειλικρίνειας ότι δουλεύεις από την εμπειρία σου, δεν την κρύβεις, δεν την εξουδετερώνεις για να φαίνεσαι πιο “ουδέτερος”. Γιατί η ουδετερότητα, όπως λέει, είναι απλώς ο πιο κομψός τρόπος να ξαναπεριγράψεις την κανονικότητα.
Και είναι σημαντικό να το ακούμε αυτό σήμερα, σε μια εποχή όπου μεγάλο μέρος της τέχνης προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποφύγει τον ίδιο της τον πυρήνα. Ο Langberg κάνει το αντίθετο: επιστρέφει στον πυρήνα και τον αφήνει να φαίνεται. Δεν προσπαθεί να “εκπροσωπήσει” το queer, ζει μέσα του, και αυτό αρκεί για να μεταμορφώνει τον τρόπο που βλέπουμε.
Το έργο του έχει συχνά έναν απαλό θόρυβο: το πρόσωπο του άντρα που αγαπά, μια μέση που λυγίζει στο φως, ένας μηρός που γίνεται χρώμα και μετά ξανά σώμα. Εκεί συναντάς το queer όχι ως ταυτότητα, αλλά ως τρόπο αφήγησης· ως ρευστή γειτνίαση με τον κόσμο. Μια συγγένεια που δεν διεκδικεί εξήγηση. Μόνο παρουσία.
Κι όμως, παρά τη γλύκα των εικόνων, υπάρχει πάντα ένα δεύτερο ρεύμα. Το έμαθε νωρίς: ότι πίσω από την οικειότητα υπάρχει και η απώλεια. Οι πίνακες με τα τοπία του Ισραήλ, με τα αδέλφια του, με τη σκιά του θανάτου της αδερφής του, δεν είναι μνημεία. Είναι το σημείο εκείνο όπου η ζωή και ο πόνος μπαίνουν στο ίδιο κάδρο χωρίς να ακυρώνουν ο ένας τον άλλο.
Αυτό για μένα είναι το πιο συγκινητικό στοιχείο του Langberg: η αφοσίωση στη λεπτή ισορροπία μεταξύ του φωτός και του τραύματος. Τίποτα δεν γίνεται με τρόπο “δραματικό”. Τίποτα δεν γίνεται με τρόπο “προκλητικό”. Η τρυφερότητα του βλέμματος λειτουργεί σαν αντίσταση. Ή σαν απάντηση. Ή σαν κάτι πιο ακριβές: σαν τεκμήριο ότι οι queer ζωές δεν έχουν ανάγκη τη μεγαλοφωνία για να δηλώσουν ότι αξίζουν χώρο.
Και υπάρχει κάτι ακόμη κάτι σχεδόν μαθηματικό: η σχέση του με το πραγματικό. Όχι το πραγματικό ως ακρίβεια, αλλά ως σχέση εμπιστοσύνης. “Θέλω ο θεατής να νιώθει ότι αυτό που βλέπει συνέβη πραγματικά”, λέει. Ότι οι άνθρωποι στους πίνακες υπάρχουν, δεν είναι επινόηση. Ότι οι κινήσεις τους έχουν βάρος, η οικειότητα έχει παρελθόν, η επιθυμία έχει ιστορία.
Σε μια εποχή που το σώμα γίνεται εύκολα εικόνα και η εικόνα γίνεται εύκολα επινόηση, αυτό που κάνει ο Langberg μοιάζει σχεδόν ανατρεπτικό: δεν χρησιμοποιεί το σώμα ως concept· το επιστρέφει στη ζωή του. Και αυτό είναι πιο πολιτικό από οτιδήποτε φώναξε ποτέ ένα slogan.
Γιατί είναι σημαντικός ο Doron Langberg σήμερα; Όχι επειδή “εκπροσωπεί” κάτι. Όχι επειδή τα queer σώματα του είναι όμορφα. Όχι επειδή έχει επιτυχία σε μουσεία και γκαλερί.
Είναι σημαντικός επειδή μας υπενθυμίζει με τον πιο απλό, καθαρό, σχεδόν σιωπηλό τρόπο ότι η τέχνη μπορεί ακόμη να λειτουργήσει ως χώρος όπου το σώμα παίρνει πίσω τον χρόνο που του έκλεψαν.
Ότι η τρυφερότητα δεν είναι ιδιοτροπία αλλά δομή. Ότι η επιθυμία δεν είναι σκάνδαλο αλλά τρόπος να καταλάβεις τον κόσμο. Κι ότι η queer ορατότητα δεν χρειάζεται φανφάρες∙ μόνο ένα χέρι που ξέρει να ακουμπά το χρώμα.
Ο Langberg δεν επιβάλλει κανένα συμπέρασμα∙ απλώς αφήνει την εικόνα να ανασαίνει.Μας δείχνει ότι η οικειότητα δεν είναι ποτέ θέαμα. Eίναι τρόπος να αντέχεις τον κόσμο.Και μέσα σε αυτή τη λεπτή, σχεδόν αθόρυβη λάμψη των προσώπων του, καταλαβαίνεις κάτι που δεν το λέει, αλλά το ξέρει: πως καμία ζωή δεν μικραίνει όταν τη ζωγραφίζει κάποιος που την κοιτάζει πραγματικά.
▮▮▮▮▮▮▮ VII. Lux Aeterna — Η συνέντευξη του Δημήτρη Παπαϊωάννου / Το Βάρος των Επιζώντων
Η συνοδεία στο αόρατο
Διαβάζοντας τη συνέντευξη του Δημήτρη Παπαϊωάννου στη lifo όχι ως αποτίμηση έργου, αλλά ως μαρτυρία μιας γενιάς που έμαθε να ζει, να αγαπά και να δημιουργεί χωρίς εγγυήσεις
Διαβάζοντας τη συνέντευξη του Δημήτρη Παπαϊωάννου, κατάλαβα ότι δεν τη διάβαζα σαν συνέντευξη. Τη διάβαζα σαν κάτι που με αφορά προσωπικά, χωρίς να με κατονομάζει. Και αυτό είναι πάντα το πιο δύσκολο είδος ανάγνωσης.
Δεν στάθηκα στα έργα. Τα έργα τα ξέρω. Στάθηκα στο πριν. Στο πώς ξεκινάνε τα πράγματα όταν δεν έχουν ακόμη μορφή. Η φιλία με τον Μπίστικα δεν μου φάνηκε ποτέ «αρχή καριέρας». Μου φάνηκε σαν το πρώτο σώμα που στέκεται δίπλα σε ένα άλλο σώμα, όταν δεν υπάρχει γλώσσα για να εξηγηθεί τι συμβαίνει. Το πρώτο queer βλέμμα, το θυμάμαι κι εγώ έτσι: όχι ερωτικό, αλλά σωτήριο. Κάποιος σε βλέπει και, χωρίς να σου λέει τίποτα, σου δίνει χώρο να υπάρξεις. Από εκεί ξεκινά η τέχνη. Όχι από τη σκηνή, αλλά από τη συνοδεία στο αόρατο. Από την τέχνη πριν από την τέχνη.
Όσο προχωρούσα, συνειδητοποιούσα ότι αυτό που περιγράφει δεν είναι απλώς μια γενιά. Είναι ένας τρόπος να μεγαλώνεις χωρίς λεξιλόγιο. Παιδιά χωρίς γλώσσα, που έπρεπε να επινοήσουν γλώσσα. Καλιαρντά, φανζίν, το Κοντροσόλ στο Χάος, κόμικς, queer punk, πρόχειρες παραστατικές χειρονομίες. Δεν τα έφτιαχναν για να εκφραστούν. Τα έφτιαχναν για να μη χαθούν. Ό,τι δεν υπήρχε, έπρεπε να κατασκευαστεί γρήγορα και άτσαλα. Κι εγώ, διαβάζοντάς τον, θυμήθηκα πόσο εύκολα σήμερα τα βαφτίζουμε όλα «πολιτισμό» και ξεχνάμε ότι τότε ήταν απλώς τρόποι να μείνεις ζωντανός.
Στάθηκα ιδιαίτερα στη φράση του για το queer segregated space. Όχι επειδή διαφωνώ ή συμφωνώ θεωρητικά, αλλά επειδή αναγνώρισα κάτι οικείο: την άρνηση να μιλήσεις μόνο στους δικούς σου. Όχι από φιλοδοξία. Από ανάγκη. Όταν κάτι γεννιέται στο περιθώριο, δεν αντέχει να μείνει εκεί. Τα έργα του Παπαϊωάννου λειτουργούν έτσι. Δεν δηλώνουν την queer καταγωγή τους. Την κουβαλούν. Μπαίνεις χωρίς ταμπέλα και, χωρίς να στο εξηγεί κανείς, βγαίνεις λίγο αλλιώς. Δεν είναι queer art. Είναι τέχνη που σε μετακινεί χωρίς να σου ζητά άδεια.
Το AIDS στη συνέντευξη δεν εμφανίζεται ως θέμα. Κι αυτό είναι που πονάει περισσότερο. Εμφανίζεται σαν καιρός. Σαν συνθήκη μέσα στην οποία έμαθες να ζεις. Διαβάζοντάς τον, συνειδητοποίησα πόσο ψεύτικη ακούγεται σήμερα η λέξη «νεότητα» για εκείνη τη γενιά. Η ασφάλεια δεν υπήρξε ποτέ δεδομένη. Η φιλία ήταν εργαλείο επιβίωσης. Η τέχνη εργαλείο επιβίωσης. Το σώμα επικίνδυνο. Το σεξ επικίνδυνο. Η έκθεση επικίνδυνη. Ο τρόμος δεν έγινε αφήγηση. Έγινε μορφή. Και αυτή η μορφή μας ακολουθεί ακόμη, όσο κι αν προσποιούμαστε ότι πέρασε.
Το Ρέκβιεμ για το τέλος του Έρωτα δεν μπορώ να το δω μόνο ως έργο. Δεν το είδα ποτέ έτσι. Το βλέπω ως τελετουργικό μηχανισμό. Ως την πρώτη φορά που η πόλη στάθηκε απέναντι στους νεκρούς της χωρίς να τους εξημερώσει. Η σκάλα, η πτώση, η μεγάλη τράπεζα, οι στεφανωμένοι νέοι, η διπλή θέση του θεατή να είσαι ταυτόχρονα νεκρός και επιζών. Μια παράσταση που δεν σε αφήνει να σταθείς ασφαλής. Σε βάζει μέσα. Και αυτό, ακόμη και σήμερα, παραμένει ενοχλητικό.
Ίσως γι’ αυτό η αναβίωσή του δεν μου φαίνεται νοσταλγική. Μου φαίνεται επίμονη.
Κάποια πράγματα επιστρέφουν όχι επειδή τα αγαπήσαμε, αλλά επειδή δεν τελείωσαν ποτέ.
Κάτω από όλα αυτά υπάρχει κάτι που αναγνωρίζω χωρίς να χρειάζεται να το ονομάσω: οι λίγοι που έμειναν. Όχι ως προνόμιο. Ως βάρος. Το ξέρω αυτό το βάρος. Αν ζεις ενώ οι άλλοι πέθαναν, η ζωή δεν σου ανήκει ολοκληρωτικά. Γίνεται καθήκον. Και η επανάληψη δεν είναι εμμονή. Είναι μαρτυρία.
Η γλώσσα του Παπαϊωάννου στη συνέντευξη είναι λιτή γιατί δεν μπορεί να είναι αλλιώς. Δεν στολίζει, δεν πείθει, δεν κλείνει όλες τις πληγές. Είναι η γλώσσα ανθρώπων που είδαν αρκετό θάνατο ώστε να μη φοβούνται πια την ακρίβεια. Δεν τελείωσα αυτή τη συνέντευξη με την αίσθηση ότι «έμαθα κάτι». Την τελείωσα με την αίσθηση ότι κάτι παλιό εξακολουθεί να με κοιτά. Και ότι, όσο κι αν θα ήθελα να το θεωρήσω ιστορία, δεν μου επιτρέπεται.
Υποθέτω ότι κάποια στιγμή θα έπρεπε να το ξεπεράσω· απλώς δεν είμαι σίγουρος ότι όσοι το ξεπέρασαν κατάλαβαν τι ακριβώς άφησαν πίσω.
photos by Julian Mommert
*Y.Γ/
Καθώς τελείωνα τη νέα ΟΑΣΗ, είδα ένα reel της εικαστικού Agnes Martin και νομίζω πως κάτι μέσα μου είπε: περίμενε. Την κοιτάζω και νιώθω πως κάτι με έχει ήδη πιάσει πριν καν καταλάβω τι λέει. Ίσως είναι η ηλικία της. Ίσως ο τρόπος που κάθεται εκεί, χωρίς βιασύνη, χωρίς να διεκδικεί τίποτα από εμένα. Σαν να λέει: αν θέλεις, μείνε. Αν όχι, πάλι καλά.
Δεν ήταν τόσο αυτά που έλεγε. Ήταν πώς τα έλεγε. Η ηλικία της. Οι παύσεις. Το βλέμμα που δεν βιάζεται. Σαν να αφήνει τον χρόνο να μιλήσει πρώτος και μετά να προσθέτει μια λέξη. Μία. Και να φτάνει. Mιλά για την ομορφιά και δεν το παίρνω σαν σκέψη. Το παίρνω σαν κάτι που της συνέβη. Λέει ότι η ομορφιά δεν είναι στο μάτι αλλά στο μυαλό, και εγώ νομίζω ότι εννοεί: δεν είναι στο «κοίτα», είναι στο «στάσου». Βλέπεις την κοιλάδα και λες, α, είναι τέλεια. Όχι wow. Όχι συγκίνηση. Απλώς τέλεια. Και μετά, αν δεν φύγεις αμέσως, αν δεν τρέξεις στο επόμενο πράγμα, κάτι ανοίγει. Και τότε, ναι, γίνεται όμορφη.
Η φωνή της δεν ανεβαίνει ποτέ. Κάνει χώρο. Στις παύσεις της χωράνε διαφορετικά είδη ευτυχίας: το μπλε του ουρανού, το σκοτάδι της νύχτας, ο άνεμος που περνά και κάνει το γρασίδι να μοιάζει χαρούμενο χωρίς να ξέρει γιατί. Καταλαβαίνω ότι η ευτυχία δεν είναι μία κατάσταση αλλά πολλές, και ότι η ομορφιά δεν τις εξηγεί, τις δείχνει. Κλείνω το βίντεο και νιώθω κάτι παράξενα καθαρό. Σαν να χαμηλώνει ο θόρυβος. Σαν υπενθύμιση ότι, μέσα στη βία, στη φθορά, στην επιμονή που χρειάζεται για να μείνεις όρθιος, υπάρχει ακόμη κάτι που δεν ζητά άμυνα. Κάτι που φαίνεται παντού, αν σταθείς.
Κι ίσως αυτό να ήταν και το μυστικό αυτής της εβδομάδας στην ΟΑΣΗ: ότι κάτω από το Ρέκβιεμ, κάτω από τις μνήμες που καίνε, κάτω από τα σώματα που επιμένουν, υπάρχει πάντα μια μικρή, σχεδόν ντροπαλή πρόταση του κόσμου προς εμάς.
Δεν σώζει τον κόσμο. Αλλά τον κάνει κατοικήσιμο έστω για λίγο. Και αυτό, τελικά, αρκεί.