Κάθε εποχή έχει τις εικόνες της. Αλλά υπάρχουν στιγμές όπου η εικόνα δεν αρκεί και τότε μιλούν τα σώματα.
Αυτή η ΟΑΣΗ ακολουθεί ανθρώπους που έγιναν ορατοί όχι επειδή το επιδίωξαν, αλλά επειδή δεν είχαν άλλο τρόπο να υπάρξουν: τον Akyla που ανεβάζει στη σκηνή όσα τον διαμόρφωσαν, τον Blake Sterling που μετατρέπει την ευαλωτότητα σε φως, τον Bernardo Martins που αποτυπώνει τη δυσμορφία της εποχής μας, το τρυφερό, αθόρυβο σύμπαν του Pier Costantini, τον Γιάννη Βίτσο που επαναπροσδιορίζει τι σημαίνει καθημερινή αντοχή.
Όλοι τους λένε την ίδια ιστορία με διαφορετικά μέσα: πριν σε δουν, έχεις ήδη επιβιώσει
Και κάπως έτσι, μέσα από εικόνες, τραγούδια και πρόσωπα, η επιθυμία επιστρέφει όχι ως trend αλλά ως αλήθεια.
Φέρ’ το: ένα τραγούδι για όσα δεν ήρθαν
Ο Akylas, το «Ferto» και η στιγμή που η ελληνική ποπ έπαψε να ντρέπεται για την επιθυμία της
Δεν εμφανίζεται συχνά ένας καλλιτέχνης που να κουβαλά πάνω του μια ολόκληρη γενιά, όχι επειδή την εκπροσωπεί, αλλά επειδή την εξηγεί. Ο Akylas δεν έγινε γνωστός από τα τηλεοπτικά προγράμματα ταλέντων, τις σχολές ή τις γνωστές διαδρομές προς την αναγνωρισιμότητα. Ήρθε από κουζίνες και κρουαζιερόπλοια, από νυχτερινές βάρδιες, από TikTok που λειτούργησαν σαν άτυπα σχολεία επιβίωσης, από ομοφοβικά σοκάκια της Θεσσαλονίκης που δεν ξεχνιούνται εύκολα. Και, κυρίως, από εκείνη την παιδική αίσθηση που δεν περιγράφεται αλλά τη μοιράζονται χιλιάδες άνθρωποι: ότι ό,τι θέλεις, πρέπει να το κερδίσεις μόνος σου. Αλλιώς, δεν θα το έχεις ποτέ.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το «Ferto» δεν ακούγεται σαν τραγούδι ενός viral καλλιτέχνη. Ακούγεται περισσότερο σαν μια εξομολόγηση που μεταμφιέστηκε σε dance track για να μη φοβίσει κανέναν. Κάτω από το beat υπάρχει σώμα. Κάτω από το επαναλαμβανόμενο «φέρ’ το» υπάρχει ένα επίμονο «δεν το είχα». Και κάτω από το glow, μια ιστορία εργασίας, φόβου και αντοχής που δεν τελειώνει ποτέ πραγματικά, απλώς αλλάζει μορφές.
Η ελληνική ποπ κουλτούρα έχει μάθει να υποδέχεται queer καλλιτέχνες όταν είναι αρκετά γυαλισμένοι, αρκετά ασφαλείς, αρκετά ακίνδυνοι. Τους θέλει λαμπερούς και έτοιμους, χωρίς ίχνη διαδρομής. Ο Akylas, αντίθετα, έρχεται με κάτι πολύ πιο απαιτητικό: το παρελθόν του. Δεν προσποιείται ότι γεννήθηκε πάνω στη σκηνή. Η σκηνή μοιάζει, μάλλον, να είναι ο μόνος χώρος που μπορεί να χωρέσει όσα προηγήθηκαν χωρίς να σπάσει.
Ίσως γι’ αυτό το κοινό τον νιώθει πριν τον ακούσει. Και ίσως γι’ αυτό η Gen Z τον αναγνωρίζει σαν δικό της όχι επειδή είναι queer, αλλά επειδή είναι αληθινός μέσα στον τρόπο που το queer του έγινε μέθοδος επιβίωσης. Υπάρχει μια στιγμή στη σύγχρονη ποπ κουλτούρα όπου το τραγούδι παύει να λειτουργεί μόνο ως τραγούδι και μετατρέπεται σε μηχανισμό αναγνώρισης. Το «Ferto» βρίσκεται ακριβώς σε αυτό το σημείο: εκεί όπου το queer γίνεται εργαλείο ανάγνωσης της κοινωνικής τάξης και η κοινωνική τάξη αποκαλύπτει τι σημαίνει, τελικά, queer ύπαρξη.
Τι είναι, άλλωστε, το «φέρ’ το» αν όχι το σύνθημα μιας γενιάς που ενηλικιώθηκε μέσα στην έλλειψη; Μιας χώρας που πέρασε οικονομική κρίση, οικογενειακό κατακερματισμό, διαγενεακές αδικίες και περιορισμένες προοπτικές, και που τώρα μετατρέπει την επιθυμία σε χορευτικό ξόρκι. Το «φέρ’ το» δεν είναι λίστα καπιταλιστικής χλιδής. Είναι επίκληση υπαρξιακού κενού. Φέρ’ το γιατί δεν το είχα. Φέρ’ το γιατί δεν μου το έδωσαν. Φέρ’ το γιατί το παιδί μέσα μου δεν χόρτασε ποτέ.
Σε μια χώρα όπου η φτωχοποιημένη γενιά των τελευταίων δεκαπέντε χρόνων έμαθε να επιβιώνει με αυτοσαρκασμό και αυτοακύρωση, αυτή η επιμονή δεν είναι υπερβολή. Είναι πολιτική πράξη. Το queer του Akylas δεν λειτουργεί ως αισθητική επιφάνεια. Δεν είναι ύφος ούτε camp διακόσμηση. Είναι κοινωνιολογία. Είναι ταξική τοποθέτηση. Εδώ το queer δεν σημαίνει απλώς «διαφορετικός». Σημαίνει αναγκαστικά ευέλικτος, αναγκαστικά εκτεθειμένος, αναγκαστικά ευάλωτος, αναγκαστικά σε κίνηση.
O Akylas δεν ανήκει στα βελούδινα brunches ούτε στην queer glossy ασφάλεια των ψηφιακών μητροπόλεων. Ανήκει στα λαϊκά σπίτια με δυσκολίες, στα παιδιά που έμαθαν πρώτα να ντρέπονται για το σώμα τους και μετά να απολογούνται για την ύπαρξή τους. Στα working-class queer παιδιά που ήταν πάντα «πολύ» για τα πάντα και «λίγο» για όλους. Σε όσους δεν είχαν δίκτυα και άκουσαν το «μην κάνεις TikTok, ντροπιάζεις την οικογένεια» μέχρι τη στιγμή που τους είπαν να πάνε να γαμηθούν και ανέβηκαν στη σκηνή με φούξια τούλινη φούστα. Αυτό δεν είναι στιλ. Είναι κοινωνική μαρτυρία.
Το σώμα του Ακύλα είναι ένα σώμα που έμαθε να δουλεύει. Να χαμογελά στους πελάτες. Να τραγουδά σε κρουαζιερόπλοια. Να απορροφά την απόρριψη. Να συναντά τη βία και, την επόμενη μέρα, να συνεχίζει να υπάρχει. Εκεί όπου η queer εμπειρία παρουσιάζεται συχνά ως glamour, εδώ εμφανίζεται ως εργασία. Και αυτό ο ακροατής το καταλαβαίνει. Δεν τον θαυμάζει απλώς,τον εμπιστεύεται. Γιατί πίσω από το χορευτικό στυλ υπάρχει μια επιβίωση που, σε κάθε χώρα, αναγνωρίζεται ως αξιοπρέπεια. Αν κοιτάξει κανείς πιο βαθιά, θα δει ότι αυτό το σώμα κουβαλά μια ολόκληρη γενεαλογία. Ιστορίες που δεν γράφτηκαν σε βιβλία αλλά σε τρόπους ύπαρξης. Υπήρξαν γενιές σιωπής, όπου το queer υπήρχε ως φήμη και σκιά. Γενιές club, όπου το σκοτάδι έγινε προστασία και ο χορός ανακούφιση. Ήρθε η γενιά της κρίσης, όπου η queer επιβίωση ταυτίστηκε με την οικονομική επιβίωση. Και μετά η ψηφιακή γενιά, όπου η ορατότητα ήρθε χωρίς δίχτυ ασφαλείας και το σώμα έγινε avatar και καταφύγιο μαζί.
Και τώρα βρισκόμαστε εδώ. Σε μια στιγμή όπου η επιθυμία ζητά να ειπωθεί δημόσια όχι σαν όνειρο χλιδής, αλλά σαν ανάγκη δικαιοσύνης. Σαν αίτημα χώρου. Σαν επιβίωση που δεν πονάει. Ίσως γι’ αυτό το «Ferto» μοιάζει με κάτι που δεν είχαμε ποτέ. Κάτι σαν το νεο ελληνικό queer folklore. Όχι επειδή αντλεί από παραδοσιακά μοτίβα, αλλά επειδή κουβαλά κοσμοπολίτικη φόρμα με λαϊκό πυρήνα· queer έκφραση με οικογενειακό τραύμα· σύγχρονο ήχο με μια σχεδόν ντροπαλή ευγνωμοσύνη. Και έπειτα έρχεται η γέφυρα. Το «κοίτα μαμά». Εκεί το τραγούδι παύει να λειτουργεί και αρχίζει να σημαίνει. Η περσόνα υποχωρεί και μένει το παιδί, ο ενήλικος, ο queer άνθρωπος που κουβαλά τη working-class καταγωγή του χωρίς να τη μετατρέπει σε lifestyle. Είναι μια από τις πιο καθαρές στιγμές της ελληνικής ποπ τα τελευταία χρόνια, χωρίς ειρωνεία, χωρίς φίλτρο, μόνο παρουσία.
Κάπως έτσι καταλαβαίνεις ότι δεν μιλάμε για διαγωνισμούς ή κατηγορίες. Μιλάμε για κάτι πιο απλό και πιο μεγάλο: ένα queer working-class παιδί από τις Σέρρες έγινε, για λίγο, η γλώσσα μιας χώρας που δεν ήξερε πια πώς να μιλήσει για τον εαυτό της. Ό,τι κι αν ακολουθήσει, το «Ferto» θα μείνει. Όχι επειδή έπαιξε παντού, αλλά επειδή, για λίγες εβδομάδες, μια χώρα που ντρεπόταν για την queer επιθυμία της έμαθε να τη χορεύει.
Και κάπου ανάμεσα στο bassline και στη γέφυρα, ανάμεσα στο camp και στο παιδικό αίτημα, γεννήθηκε κάτι σπάνιο: η στιγμή που η ποπ δεν διασκεδάζει το τραύμα. Το μεταμορφώνει. Και αυτό δεν είναι απλώς πολιτισμός. Είναι θεραπεία σε ρυθμό 120 bpm.
Το Αγόρι που Φτιάχτηκε από Φως και Φόβο
Ο Blake Sterling καταγράφει τη στιγμή που η Νέα Υόρκη σε δείχνει και σε εξαφανίζει ταυτόχρονα.
Κάποιες φορές εμφανίζονται μερικοί καλλιτέχνες που δεν μοιάζουν με αρχή, αλλά με προαίσθημα. Σαν κάποιον που ήρθε από το μέλλον για να μας θυμίσει κάτι επικίνδυνα αρχαίο: ότι το σώμα είναι γραφή και κάθε εικόνα είναι μαρτυρία. Ο μόλις 21 ετών φωτογράφος Blake Sterling ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Όχι επειδή το επιδιώκει, αλλά επειδή το έργο του ξεκινά πριν από την κάμερα από το ρίγος της ορατότητας, από εκείνη τη στιγμή που καταλαβαίνεις πως το φως δεν αποκαλύπτει μόνο, αλλά πληγώνει.
Είναι από εκείνα τα αγόρια που μεγάλωσαν μέσα στο φως χωρίς να έχουν εκπαιδευτεί να το αντέχουν. Αγόρια για τα οποία το σώμα έγινε νωρίς εξομολόγηση, η επιθυμία απόδειξη και η ορατότητα μια μορφή ενοχής που δεν θυμάσαι πότε διέπραξες. Κοιτάζοντας τις εικόνες του Sterling δεν βλέπεις μοντέλα· βλέπεις το αγόρι που προσπαθεί να μείνει αγόρι. Ένα σώμα που ψιθυρίζει boy, be boy, tonight όχι σαν πρόσκληση, αλλά σαν μικρή επίκληση πριν από μια κατάρρευση που θα συμβεί μπροστά στον φακό.
Ο Sterling φωτογραφίζει σαν κάποιος που του πήραν τον κόσμο νωρίς και τώρα προσπαθεί να τον ξαναχτίσει από σάρκα, σκιά και φόβο. Δεν υπάρχει επίδειξη, μόνο επιμονή. Ένα queer αγόρι της Νέας Υόρκης που ξέρει πως το να σε βλέπουν μπορεί να είναι σωτηρία και βία ταυτόχρονα. Κι έτσι, μέσα στις εικόνες του, δεν μας δείχνει απλώς αυτό που βλέπει. Μας δείχνει αυτό που φοβάται ότι θα γίνει.
Το αγόρι εμφανίζεται στο έργο του σαν υπόσχεση που ήρθε πολύ νωρίς. Σαν να πρόλαβε η ευαλωτότητα την ενήλικη ζωή. Τα ποιήματα, οι πρόχειρες σημειώσεις, οι αποσπασματικές φράσεις -he kisses himself sweet goodbye, forgive me, there are no boys lasting me- στο ημερολόγιο που διατηρεί στο site του σχηματίζουν ένα σώμα που μαθαίνει να κοιτά τον εαυτό του όταν κανείς άλλος δεν το κοιτά. Τα σώματα στις φωτογραφίες του δεν ποζάρουν· καταθέτουν. Το δέρμα λέει όσα η φωνή δεν προλαβαίνει, η σκιά κρατά όσα το σώμα δεν τολμά να πει, και η τρυφερότητα εμφανίζεται πάντα μισή, σαν να μην αντέχει το ίδιο της το βάρος.
Η ενηλικίωση, στο σύμπαν του Sterling, δεν είναι μετάβαση αλλά τελετή. Κάθε εικόνα μοιάζει με μικρή εξόδιο ακολουθία του παιδιού που δεν επιβίωσε. Το forgive me δεν ζητά συγχώρεση· ζητά άδεια. Να υπάρξει. Έστω για ένα βράδυ.
Όμως κανένα αγόρι δεν σώζεται μόνο του. Πίσω από κάθε σώμα υπάρχει ένας τόπος που το γεννά και το δοκιμάζει. Για τον Sterling, αυτός ο τόπος είναι η πόλη. Όχι ως σκηνικό, αλλά ως επιμελητής της μοίρας του. Η Νέα Υόρκη δεν τον φιλοξενεί απλά, τον διαμορφώνει. Διαμερίσματα που ρίχνουν τη σκιά τους πάνω σε ξένα σώματα, δρόμοι όπου η επιθυμία και η θλίψη έχουν το ίδιο φως, πάρτι όπου όλοι είναι παρόντες και κανείς δεν υπάρχει πραγματικά.
Ο Sterling καταλαβαίνει μια από τις πιο σκληρές queer αλήθειες των πόλεων: ότι η ορατότητα είναι προϊόν αρχιτεκτονικής. Οι τοίχοι αποφασίζουν ποιο κομμάτι σου ανήκει στον κόσμο. Οι δρόμοι καθορίζουν ποια επιθυμία επιβιώνει. Και οι σκιές, συχνά, είναι πιο ειλικρινείς από το φως. Όταν γράφει shadows reveal how i am not seen, δεν περιγράφει αίσθηση περιγράφει μηχανισμό. Η πόλη τον δείχνει και τον κρύβει ταυτόχρονα. Του επιτρέπει να υπάρχει μόνο μέσα από τις παραμορφώσεις της. Κι έτσι η σκιά γίνεται το δεύτερο σώμα του· εκείνο που αντέχει.
Τα πάρτι λειτουργούν σαν ναοί. Ένταση, επαφή, δέρμα, χέρια, στόματα που αγγίζουν χωρίς πρόθεση. Και μέσα σε αυτό το φως που ποτέ δεν ήταν δικό του, ο Sterling αντιλαμβάνεται ότι το πλήθος δεν είναι κοινότητα, αλλά διάλυση. I need you to see me to exist. And I fear your seeing and mis-seeing of me. Η πόλη είναι η σωτηρία του και ο αφανισμός του μαζί.
Όσο προχωρά βαθύτερα, τόσο καταλαβαίνει ότι η ορατότητα δεν είναι θέμα φωτός, αλλά τελετουργίας. Κάθε φωτογραφία μοιάζει με μικρή λειτουργία. Κάθε σώμα με θυσιαστήριο. Υπάρχει μια σχεδόν θρησκευτική ένταση στο έργο του. Οι λέξεις λειτουργούν σαν ψαλμοί, τα σώματα σαν μάρτυρες, το φως σαν αποκάλυψη και η σκιά σαν μεταφυσική της επιθυμίας.
Όταν γράφει στο ημερολογιό του The Unprotected Have to Die Young, δεν υπερβάλλει. Περιγράφει την ηθική της εποχής: όποιος δεν έχει εικόνα, αφήγηση ή προστασία, παραμένει εκτεθειμένος. Φωτογραφίζοντας τους άλλους, φοβάται μήπως τους καταστρέψει. Φωτογραφίζοντας τον εαυτό του, φοβάται μήπως τον προδώσει. Έτσι γεννιέται η πρακτική του: η φωτογραφία ως μετάληψη και ως ρίσκο. Η έκθεση ως εξομολόγηση. Η ορατότητα ως πληγή. Το έργο του Sterling είναι θρησκευτικό όχι γιατί επικαλείται το Θείο, αλλά γιατί μιλά για την ευθραυστότητα της ανθρώπινης εικόνας. Κάθε κάδρο είναι ένα amen χωρίς υπόσχεση σωτηρίας.
Στο τέλος μένει αυτό: ένα αγόρι που προσπαθεί να σταθεί όρθιο κάτω από ένα φως που δεν φτιάχτηκε ποτέ για εκείνον. Οι εικόνες του δεν ορίζουν τη νιότη· είναι τα κατάλοιπά της. Σώματα που διπλώνουν, σκιές που μιλούν, πόλεις που σε ξεχνούν πριν μάθουν το όνομά σου. Κι ένας νέος καλλιτέχνης που ξέρει πως για να υπάρξει, πρέπει να γίνει εικόνα πριν γίνει μνήμη.
Αν κάτι μένει αιώνιο εδώ, δεν είναι η εικόνα, αλλά η πρόθεση. Η μικρή, άγρια επιμονή να πει: εδώ ήμουν. Κι αν με δείτε λάθος, ας με δείτε τουλάχιστον ζωντανό. Αυτό είναι το φως που μένει. Το φώς ενός αγοριού που έμαθε ότι η ομορφιά δεν είναι πόζα, αλλά τρόπος να επιβιώνεις μέχρι την επόμενη νύχτα.
Το μιούζικαλ όπου η μόδα θυμήθηκε πώς είναι να νιώθει
Ο Willy Chavarria, το Eterno και το αληθινό ως η πιο απρόσμενη σκηνοθεσία
Τον είδα πρώτα από πίσω. Και αυτό αποδείχθηκε αρκετό. Υπάρχουν σώματα που δεν χρειάζονται εξήγηση για να καταλάβεις τι κουβαλάνε, πλάτες που έχουν μάθει να στέκονται όχι από αυτοπεποίθηση, αλλά από ανάγκη. Εκεί, σε αυτή τη σιωπηλή στάση, κατάλαβα ότι Willy Chavarria δεν σχεδιάζει απλώς ρούχα: συντονίζει μνήμες, εμπειρίες και ζωές που δεν τους επετράπη ποτέ να βρεθούν στο κέντρο. Παίρνει ανθρώπους που η ιστορία τους έμαθε να σκύβουν και τους δίνει χώρο να σταθούν όπως έμαθαν, όχι όπως τους ζητήθηκε. Αυτό που κάνει δεν μοιάζει με αναφορά ούτε με δήλωση· μοιάζει με αποκατάσταση. Κι έτσι, πριν ακόμη δω το ETERNΟ, ήξερα ότι δεν πρόκειται για ένα show, αλλά για έναν τρόπο να μάθεις να βλέπεις ξανά τον άνθρωπο μέσα στη μόδα.
Υπάρχουν στιγμές που η μόδα σε εκπλήσσει όχι επειδή σε σοκάρει, αλλά επειδή για μια στιγμή σταματά να υποδύεται ότι είναι κάτι άλλο. Σταματά να προσπαθεί να εντυπωσιάσει, να φουσκώσει, να σε πείσει για κάτι που δεν πιστεύει ούτε η ίδια. Και γυρίζει σε αυτό που ήταν πάντα: ένας τρόπος να κοιτάξεις τον κόσμο όταν ο κόσμος μοιάζει αφόρητα σκληρός.
Το Eterno ήταν ακριβώς αυτό.Ένα έργο όπου δεν κοιτούσες τα looks πρώτα∙ κοιτούσες τον άνθρωπο που τα φορά. Που μπαίνει στη σκηνή σαν να κουβαλά μέσα στο παλτό του μια ιστορία ολόκληρη. Ένα κομμάτι της ζωής που δεν θα γραφτεί πουθενά, αλλά υπάρχει κι εσύ το νιώθεις πριν το δεις. Το Dojo de Paris είχε μεταμορφωθεί σε υβριδική πόλη: λίγο Νέα Υόρκη, λίγο τηλεοπτικό στούντιο, λίγο μνήμη από γειτονιά που δεν έζησες αλλά θα μπορούσες. Ο φωτισμός χτυπούσε τις επιφάνειες σαν να έχει περάσει από επεξεργασία σε χέρι, όχι σε software. Η διάταξη του χώρου, με τα δωμάτια σε παράλληλες ζωές, θύμιζε ότι κάθε ιστορία έχει τουλάχιστον άλλες έξι που τη διασταυρώνουν. Κανείς δεν περπατούσε μόνος, ούτε όταν ήταν τελείως μόνος στο πλάνο.
Αυτό το one-take φιλμ που συνέβαινε μπροστά σου είχε κάτι παράξενο: δεν προσπαθούσε να είναι τέλειο. Προσπαθούσε να είναι αληθινό. Να κρατήσει τον παλμό, όχι την εικόνα. Και αυτό, από μόνο του, το ένιωθες σαν μια μικρή queer πολιτική πράξη όχι στο περιεχόμενο, αλλά στον τρόπο. Ο Chavarria ξέρει ότι η πολιτική δεν είναι τοράντο να το φορέσεις πάνω σου. Είναι το πώς στέκεσαι. Το πώς πιάνεις χώρο. Το πώς κοιτάς κάποιον στη σκηνή χωρίς να τον υποδύεσαι. Αυτό έκανε και στο Eterno: δεν μίλησε για τα σώματα∙ άφησε τα σώματα να μιλήσουν. Και κάπως έτσι, το πολιτικό βάρος του show λειτουργούσε υπόγεια. Σαν νερό που περνά από κάτω σου και δεν το ακούς αμέσως. Δεν υπήρχε τίποτα κραυγαλέο αλλά υπήρχε η αίσθηση ότι αυτό που βλέπεις δεν είναι φτιαγμένο για να γίνει viral. Είναι φτιαγμένο για να μείνει.
Όταν μπήκε η Mon Laferte στη σκηνή, ο χώρος άλλαξε θερμοκρασία. Εκείνη η μίξη femme fatale και μελαγχολίας, με την leopard fur και το κόκκινο satin, είχε κάτι από παλιό λατινοαμερικανικό δράμα που δεν ντρέπεται για τα συναισθήματά του. Ο Lunay, ιδρωμένος και σχεδόν εξωπραγματικός, έμπαινε σαν κάποιος που ξέρει πως τον βλέπουν και το επιτρέπει. Ο Mahmood, ήρεμος και σκοτεινός, στεκόταν σαν μαρτυρία σαν κάποιος που κρατά μια αλήθεια που δεν θα ειπωθεί ποτέ επί σκηνής.
Και εκεί, ανάμεσα στους Santos Bravos, στη Latin Mafia, στους χορευτές και στους σταθμούς του μικρού αυτού μυθιστορήματος, καταλάβαινες γιατί ο Chavarria το ονόμασε Eterno: επειδή δεν ζητούσε διάρκεια. Ζητούσε ανάμνηση. Οι σκηνές είχαν μια ποιότητα που δύσκολα συναντάς στη μόδα: δεν ήταν για να βγουν φωτογραφίες∙ ήταν για να τις νιώσεις. Να σου αφήσουν εικόνες που δεν καταγράφονται τέλεια, αλλά επιστρέφουν αργότερα, όταν δεν το περιμένεις. Η κίνηση ενός ώμου. Το βλέμμα που δεν ήξερε αν παίζει ή ποθεί. Λεπτομέρειες που δεν θα βρεις σε κανένα press release.
Και όμως, μέσα σε όλο αυτό το χάος που ήταν σκόπιμα χάος τα ρούχα στάθηκαν. Ήσυχα, αλλά σταθερά. Τα slimmer κοστούμια, τα bomber σαν μικρές δηλώσεις, το rose motif που έμοιαζε με προσωπικό σημείωμα, τα Adidas κομμάτια που έφεραν τη μνήμη του μεξικανικού ποδοσφαίρου χωρίς να την εξηγήσουν∙ όλα αυτά δεν ήταν “showpieces”. Ήταν κομμάτια μιας ζωής. Το πιο σημαντικό: δεν “στόλιζαν” κανέναν. Τον τοποθετούσαν. Αυτό είναι σπάνιο. Είναι δύσκολο. Και είναι αυτό που ξεχωρίζει τον Chavarria από τόσους άλλους που κάνουν θόρυβο χωρίς αφήγηση.
Η μόδα συχνά φοβάται την υπερβολή, λες και τα συναισθήματα είναι κάτι ντεμοντέ. Ο Chavarria τα αφήνει να μπαίνουν στη σκηνή χωρίς ντροπή. Δεν τα κρύβει πίσω από minimalism ούτε πίσω από “κώδικες”. Τα αφήνει να φανούν γιατί ξέρει ότι αυτό λείπει περισσότερο: το δικαίωμα να νιώθεις. Και κάπου εκεί, χωρίς να το καταλάβεις, το Eterno γίνεται κάτι μεγαλύτερο από μια απάντηση στη μόδα. Γίνεται μια υπενθύμιση ότι ο κόσμος φτιάχνεται ακόμη από ανθρώπους που χρειάζονται ιστορίες για να αντέξουν. Όχι θεωρίες. Ιστορίες. Κι όταν στο τέλος της παράστασης περνά εκείνη η φιγούρα μέσα από το φως, ούτε μοντέλο, ούτε χαρακτήρας, αλλά κάτι ανάμεσα έχεις μια σκέψη που δεν προλαβαίνεις να διατυπώσεις: αν αυτό μπορεί να υπάρξει έστω για μια ώρα, τότε κάτι επιμένει ακόμη μέσα μας.
Αυτό είναι το Eterno. Όχι η αιωνιότητα, αλλά η στιγμή που σε αγγίζει πριν προλάβεις να την καταλάβεις. Η στιγμή όπου η μόδα σταματά να προσποιείται ότι είναι η πραγματικότητα και αποφασίζει για λίγο να θεραπεύσει ό,τι η πραγματικότητα μόλις χάλασε.
Bernardo Martins: Τα AI Πορτρέτα που Ξεγυμνώνουν την Εποχή
Οι μορφές του δείχνουν το ανείπωτο: κάθε queer σώμα κουβαλά ένα δεύτερο, τραυματισμένο σώμα που επιβιώνει εκεί όπου η ομορφιά αποτυγχάνει
Υπάρχουν εικόνες που δεν τις κοιτάς. Σε διαπερνούν σαν να επιστρέφουν από ένα μέλλον στο οποίο δεν έχεις επιβιώσει ακόμη. Με τα ai generated πρόσωπα του Bernardo Martins συμβαίνει ακριβώς αυτό: βλέπεις κάτι που κάποτε ήτανε ανθρώπινο, αλλά τώρα σε κοιτά με το βλέμμα ενός πλάσματος που ξέρει πού πονάς πριν ανοίξεις καν το στόμα σου.
Δεν είναι ai slop generated πορτρέτα. Είναι encostos, μικρά μεταφυσικά υπολείμματα μιας εποχής που μας μεγάλωσε μπροστά σε οθόνες, μας δίδαξε την ομορφιά ως υποχρέωση, και την δυσμορφία ως κληρονομιά. Κι έτσι, η εικόνα του άλλου γίνεται αίμα: ένα σιωπηλό «σε νιώθω», ένα ακόμη πιο σιωπηλό «σε φοβάμαι».
Κάποτε πίστευα ότι η δική μου γενιά απέφευγε την ασχήμια για να επιβιώσει. Αλλά ο Martins κάνει το αντίθετο: μπαίνει στο πιο σκοτεινό σημείο του βλέμματος και το κρατά εκεί, σαν να λέει:Το τέρας που βλέπεις δεν είμαι εγώ. Είναι εσύ που δεν άντεξες να κοιτάξεις τον εαυτό σου πριν γίνει avatar.
Η σκοτεινή οθόνη που μας μεγάλωσε
Ο Bernardo μιλά συχνά για το πώς η ζωή του χωρίστηκε στα δύο από ένα αντικείμενο: τον υπολογιστή. Την οθόνη που δεν ήταν δική του, που έπρεπε να δανειστεί μετανάστευσε από την Βραζιλία στο Βερολίνο για να μπει σε έναν κόσμο που δεν είχε ακόμη τα λόγια να τον τραυματίσει, αλλά τα είχε για να τον διαμορφώσει.
Μου θυμίζει κάτι από εκείνο το πρώτο βλέμμα που ρίχνεις στον εαυτό σου μέσα σε μια κάμερα που δεν σε ξέρει ακόμα. Το βλέμμα που δεν έχει μάθει να εξαπατά. Αυτό που δείχνει ό,τι είσαι πριν μάθεις πώς να φαίνεσαι.
Ο Martins δεν έγινε καλλιτέχνης. Έγινε κανάλι, όπως το λέει ο ίδιος. Ένας αγωγός ανάμεσα στον εσωτερικό εφιάλτη και το εξωτερικό πρόσωπο. Ανάμεσα στο «ποιος είμαι» και στο «πώς επιβιώνω μέσα στην εικόνα μου». Κι αυτό εξηγεί γιατί τα πλάσματά του μοιάζουν πάντα λίγο βρεγμένα, λίγο απόκοσμα, τρομακτικά, σαν να βγήκαν μόλις από έναν κακό ύπνο που δεν θέλει να τελειώσει. Γιατί έχουν μια υγρασία ψυχής, ένα δέρμα που θυμίζει τόσο κάτι ζωντανό όσο και κάτι τελετουργικά νεκρό.
Αυτό δεν είναι dystopia. Είναι αναγνώριση. Η στιγμή που καταλαβαίνεις πως μέσα σε κάθε queer σώμα υπάρχει ένα δεύτερο, μικρότερο ψυχικό σώμα που κουβαλά όλη τη δυσμορφία της εποχής. Που δεν θέλει να γίνει όμορφο. Θέλει μόνο να το αφήσεις να υπάρξει.
Η ομορφιά ως επιθετικότητα
Ζούμε στη χρυσή εποχή της ψηφιακής ναρκισσιστικής τελετουργίας. Κάθε feed ένα μικρό κατηχητικό για το ωραίο. Κάθε πορτρέτο μια δήλωση επιβίωσης. Κάθε εικόνα μια ευχή: Μη με ξεχάσεις. Μη με απορρίψεις. Μη με διαγράψεις. Και εκεί ο Martins κάνει κάτι σχεδόν πολιτικό. Αντί να εξιδανικεύει την ομορφιά, την αποσυνθέτει και την δείχνει όπως είναι: ένας μηχανισμός που μας καταπίνει και μας επιστρέφει αλλοιωμένους, τερατώδεις,αποκομμένους από το σώμα μας.
Οι encosto φιγούρες του δεν είναι τέρατα. Είναι σχήματα εσωτερικής queer κοινωνιολογίας. Αποτυπώσεις της ai εποχής που μας έμαθε πως το άσχημο είναι επικίνδυνο και το ωραίο είναι ένας τρόπος να μην πάθουμε κοινωνικό θάνατο.
Γι’ αυτό οι εικόνες του έχουν εκείνη τη λεπτή μεμβράνη τρόμου πάνω από τη γοητεία. Το sexy που χρειάζεται μόνο μια χαραμάδα για να γίνει διαστροφή. Το ωραίο που γίνεται σάρκα, και η σάρκα που γίνεται κάτι υγρό, άφωνο, πανέμορφο και τρομακτικό. Είναι σαν να σου λέει: Έτσι θα έμοιαζες αν σταματούσες να προσπαθείς να είσαι εσύ.
Και κάπου εδώ, η ομορφιά παύει να είναι απόλαυση και γίνεται ένστικτο επιβίωσης.
Εκεί όπου μας περιμένει το σώμα που αποφεύγουμε
Κάθε καλλιτέχνης παράγει εικόνες. Ο Martins παράγει κάτι πιο παράξενο: ai διασπάσεις συνείδησης. Δεν κοιτάς ένα έργο του. Κοιτάς μια στιγμή στην οποία το δικό σου είδωλο γυρίζει το κεφάλι και σε αναγνωρίζει. Και σε εκείνη τη μία στιγμή, νιώθεις το βάρος του Encosto εκείνου του μικρού, γκρι, αθόρυβου πράγματος που ζει μέσα σου και δεν θα φύγει ποτέ. Όχι ως κατάρα. Ως υπόμνηση. Ότι η ομορφιά δεν είναι σωτηρία. Και η ασχήμια δεν είναι ντροπή. Είναι απλώς δύο τρόποι με τους οποίους το σώμα προσπαθεί να πει: Είμαι εδώ. Μη με προσπεράσεις.
Το έργο του Bernardo Martins δεν μας δείχνει το μέλλον. Μας δείχνει αυτό που ήδη είμαστε, εκεί που δεν τολμάμε ακόμη να κοιτάξουμε. Και γι’ αυτό η εικόνα του δεν κλείνει ποτέ. Ανασαίνει.
Πάνω στο δέρμα μας.
Dead Knot: μια ταινία που σε δένει πριν τη δεις
Μια queer ταινία του ’69 που δεν σοκάρει. εξομολογείται· ένας δεσμός όπου ο πόνος γίνεται γλώσσα και η κατοχή η μόνη μορφή προσανατολισμού.
Υπάρχουν ταινίες που δεν τις βλέπεις με τα μάτια. Σαν να σε αγγίζουν εκεί που νόμιζες ότι είχες χτίσει άμυνες. Το Dead Knot είναι μία από αυτές: μια ταινία τόσο μικρή, τόσο σιωπηλή, που μοιάζει να σου ψιθυρίζει κάτι που δεν έχεις πει ούτε στον εαυτό σου. Δεν ξέρω αν είναι η ηλικία των πρωταγωνιστών, η υγρασία του ’69, ή το βλέμμα του διάσημου τώρα, νεαρού τότε σκηνοθέτη John Woo προτού μάθει να παίζει τον ρόλο του άνδρα στην οθόνη.
Αλλά υπάρχει κάτι που σε σταματά. Το queer σαδομαχιστικό trope. Ο τρόπος που ο ένας άνδρας δένει τον άλλον. Όχι σαν απειλή. Σαν ομολογία. Σαν να λέει: αν φύγεις, θα χαθώ. Το Dead Knot δεν είναι ιστορία έρωτα, είναι ιστορία κατοχής. Μια ομοερωτική sado-masochist σχέση που δεν προσπαθεί να σοκάρει, γιατί δεν θεωρεί τον εαυτό της αφύσικο. Είναι δύο άνδρες που έχουν μάθει να αναπνέουν μόνο μέσα από τον πόνο που προκαλούν ο ένας στον άλλον.
Εκεί, στο πάτωμα, δεμένος, ο Woo γίνεται ο καθρέφτης μιας εποχής: μιας γενιάς που δεν είχε τη λέξη “queer”, που δεν είχε χώρο να πει “πονάω έτσι”, που νόμιζε ότι η διαφυγή είναι θέμα βούλησης, ενώ ήταν θέμα δέρματος. Αυτό που με συγκλονίζει δεν είναι η αισθητική του φιλμ, είναι η ειλικρίνεια του. Το Dead Knot δεν προσποιείται τίποτα. Δείχνει την επιθυμία στο σημείο όπου γίνεται πεδίο μάχης. Δείχνει τον δεσμό όπως πραγματικά είναι: όχι ρομαντικός, όχι απελευθερωτικός, αλλά απαραίτητος. Ένα συναίσθημα που δεν επιλέγεις. Ένα σώμα που δεν ξέρει να ξεφύγει από τον άλλον, γιατί χωρίς αυτόν δεν έχει προσανατολισμό. Και ίσως εκεί βρίσκεται η τρυφερότερη στιγμή της ταινίας: στην παραδοχή ότι υπάρχουν σχέσεις που δεν λύνονται γιατί δεν θέλουν να λυθούν.Όχι επειδή είναι σωστές, αλλά επειδή είναι αληθινές.
Το Dead Knot είναι ένας σινεφιλ queer κόμπος φτιαγμένος από επιθυμία, φόβο, ανάγκη, εξάρτηση και μια οικειότητα που δεν αντέχει το φως της ημέρας. Και όμως, όσο το παρακολουθείς, δεν νιώθεις voyeur· νιώθεις κάτι άλλο: ότι κάποτε υπήρξες εκεί. Ίσως δεμένος. Ίσως αυτός που έδενε.
Γι’ αυτό η ταινία σε δένει πριν τη δεις. Γιατί σου θυμίζει τη στιγμή που έμεινες με έναν άνθρωπο όχι επειδή ήταν σωστό, αλλά επειδή αν έφευγες, δεν θα θυμόσουν ποιος είσαι.
Trans σώματα στο φως που δεν μιλά
Ο Pier Costantini και η τρυφερότητα της απλής παρουσίας
Μερικές φωτογραφίες δεν σου ζητούν να τις καταλάβεις∙ σου ζητούν να σταθείς όσο χρειάζεται, μέχρι να νιώσεις ότι κάποιος άλλος βρέθηκε εκεί πριν από εσένα. Οι εικόνες του Pier Costantini έχουν ακριβώς αυτή την ησυχία: πρόσωπα που δεν ποζάρουν, χώροι που δεν προσπαθούν να είναι κάτι περισσότερο από αυτό που είναι, μια καθημερινότητα που δεν φωνάζει, αλλά επιμένει.
Σε αυτές τις μικρές, άναρχες σκηνές – μια πόρτα που ανοίγει σε σκοτεινό δωμάτιο, ένα κρεβάτι που κρατάει ακόμη το βάρος της προηγούμενης νύχτας, ένας ροζ τοίχος που αντιστέκεται στη φθορά – υπάρχει μια απλή, καθαρή δήλωση: οι άνθρωποι δεν χρειάζεται να γίνουν εικόνες για να φανούν. Αρκεί να σταθούν όπως είναι.
Τα trans σώματα που φωτογραφίζει ο Costantini δεν διεκδικούν τίποτα. Δεν ζητούν να αποδείξουν την αντοχή τους, ούτε να εξηγήσουν την ιστορία τους. Υπάρχουν με μια ειλικρίνεια που συχνά λείπει από την κουλτούρα που καταναλώνουμε: ντυμένα πρόχειρα, καθισμένα άβολα, φωτισμένα από παράθυρα που δεν κολακεύουν. Κι όμως — κάπου εκεί, σε αυτή τη μη-σκηνοθετημένη στιγμή, γεννιέται κάτι που μοιάζει με αξιοπρέπεια.
Όχι την αξιοπρέπεια που προκύπτει από την υπεράσπιση του εαυτού, αλλά εκείνη που εμφανίζεται όταν ο άνθρωπος απλώς επιτρέπει στον φακό να τον κοιτάξει. Όταν δεν χρειάζεται να γίνει «ιστορία» για να έχει σημασία.
Κοιτάζοντας αυτές τις εικόνες, σκέφτομαι ότι η ομορφιά δεν βρίσκεται στο πρόσωπο, ούτε στους χώρους γύρω τους. Βρίσκεται στη στιγμή που το βλέμμα μας συναντά ένα κομμάτι ζωής που δεν προοριζόταν για μας, αλλά μας επιτρέπει να μείνουμε λίγο. Να δούμε ένα σώμα που ξεκουράζεται. Ένα σώμα που περιμένει. Ένα σώμα που ανασαίνει σε έναν χώρο που δεν το αγκαλιάζει, αλλά δεν το διώχνει.
Κι ίσως αυτό να είναι αρκετό.
Ο Άνθρωπος που Περπατά Εκεί όπου η Κοινωνία Διστάζει να Κοιτάξει
Στο πρόσωπο του Γιάννη Βίτσου καθρεφτίζεται μια χώρα που δυσκολεύεται να δει κι ένας άνθρωπος που συνεχίζει να περπατά, όχι επειδή τον χωρά ο δρόμος αλλά επειδή τον χαράζει ο ίδιος
Υπάρχουν queer άνθρωποι που τους συναντάς και νιώθεις πως κουβαλούν πάνω τους μια ολόκληρη χώρα. Όχι σαν βάρος, αλλά σαν καθρέφτη. Σαν εκείνο το ήσυχο σημείο όπου η κοινωνία αποκαλύπτει, χωρίς να το θέλει, τι φοβάται και τι δεν ξέρει ακόμη να αγαπήσει. Ο Γιάννης Βίτσος είναι ένας από αυτούς τους ανθρώπους. Και αν κάτι κάνει η παρουσία του, είναι να μας φέρνει αντιμέτωπους με μια αλήθεια που συνήθως αποφεύγουμε: όταν είσαι και queer και τυφλός στην Ελλάδα, η ζωή σου δεν είναι αφήγηση ταυτότητας. Είναι γεωγραφία. Μια διαρκής πλοήγηση ανάμεσα σε κόσμους που δεν σε σχεδίασαν ποτέ για να περπατήσεις μέσα τους. Κι όμως, εκείνος περπατά.
Υπάρχει κάτι βαθιά τρυφερό, σχεδόν παιδικό, αλλά ταυτόχρονα αμείλικτα πολιτικό στον τρόπο που μιλάει. Η γλώσσα του έχει την καθαρότητα ανθρώπου που μεγάλωσε γρήγορα, όχι όμως κυνικά· μια σοφία που δεν προέρχεται από θεωρία, αλλά από την ανάγκη να εξηγεί ξανά και ξανά τον εαυτό του σε ανθρώπους που δεν έβλεπαν αυτό που είχαν μπροστά τους. Ο ίδιος το λέει σχεδόν αθώα: πρέπει κάθε φορά να αποδεικνύω ότι δεν είμαι η ιδέα που έχεις για μένα. Και αυτή η φράση, ειπωμένη χωρίς ένταση, χωρίς θυμό, κουβαλά μέσα της ολόκληρη την κόπωση μιας ζωής που προηγείται πάντα της ίδιας της συνάντησης.
Στους ανάπηρους χώρους, πρέπει να δείξει ότι το queer του δεν είναι υπερβολή, απειλή ή μόνιμο flirty συννεφάκι. Στους queer χώρους, ότι η αναπηρία του δεν τον καθιστά εύθραυστο, ανέτοιμο ή λιγότερο διαθέσιμο. Στους «έξω» χώρους, ότι δεν χρειάζεται βοήθεια απλώς και μόνο επειδή περπατά. Αυτό δεν είναι κοινωνιολογία. Είναι κόπωση. Η κόπωση που δεν φαίνεται πουθενά, γιατί στους ανθρώπους σαν τον Γιάννη δεν επιτρέπεται να κουράζονται. Και κάπως έτσι γεννιέται η μεγάλη αντίφαση: ο άνθρωπος που πέρασε τη μισή του ζωή προσπαθώντας να μη γίνει βάρος στους άλλους, καταλήγει να κουβαλά πάνω του τα βάρη των άλλων χωρίς καν να το ζητήσει.
Αν υπάρχει μια φράση που ξεκλειδώνει τη διαδρομή του, είναι εκείνη που λέει πως στα dating apps καταλήγουμε γιατί εκεί τουλάχιστον ξέρουμε ότι ο άλλος δεν θα τρομάξει απ’ το τίποτα. Το «τίποτα» εδώ δεν είναι καθόλου κενό. Είναι η στιγμή που βλέπεις έναν άνθρωπο, αναγνωρίζεις ότι είναι queer, ακούς ότι είναι τυφλός και ξαφνικά τρέχεις κυριολεκτικά. Έχει συμβεί. Έχει συμβεί επίσης να σπάσει μπαστούνι από άνθρωπο που έτρεχε για το μετρό και δεν σταμάτησε ούτε για ένα συγγνώμη. Έχει συμβεί να του αρνηθούν συνοδεία επειδή νόμιζαν ότι συμμετέχει σε κοινωνικό πείραμα. Έχει συμβεί να δεχτεί ανεπιθύμητα αγγίγματα από καλοσύνη που δεν ξέρει να ρωτήσει. Έχει συμβεί να τον αντιμετωπίσουν σαν παιδί και σαν απειλή μέσα στο ίδιο λεπτό.
Και μέσα σε όλα αυτά, πρέπει να παραμένει ευγενικός. Για να μη δημιουργήσει «κακό παράδειγμα τυφλού». Για να μη χαρακτηριστεί αχάριστος. Για να μη γεννηθεί το κουτί που θα φορέσουν στον επόμενο. Και παρ’ όλα αυτά, προσπαθεί να ερωτευτεί. Να φλερτάρει σε έναν κόσμο χτισμένο πάνω στην εικόνα, όταν εκείνος φλερτάρει με φωνές, μυρωδιές, ρυθμούς, ανάσες. Προσπαθεί να αναγνωρίσει ποιος άνθρωπος βρίσκεται απέναντί του χωρίς να έχει στη διάθεσή του το πρώτο και πιο πρόχειρο όπλο όλων: το βλέμμα.
Ζει σε πόλεις που δεν τον σκέφτηκαν ποτέ. Με δέντρα σε ύψη που χτυπούν κεφάλια, με πεζοδρόμια που στενεύουν, με κολόνες που δεν προειδοποιούν και με ανθρώπους που κοιτούν το κινητό τους μέχρι να πατήσουν τον ίδιο τον άνθρωπο. Κι όμως, αυτό που φοβάται περισσότερο δεν είναι το εμπόδιο. Είναι η στιγμή που κάποιος τον αγγίζει χωρίς να έχει ρωτήσει. Γιατί εκεί το σώμα του μαθαίνει μια αλήθεια που δεν θα έπρεπε ποτέ να χρειαστεί να μάθει: ότι θεωρείται πάντα διαθέσιμο στον έλεγχο κάποιου άλλου.
Χωρίς να το επιδιώκει, ο Γιάννης αποκαλύπτει μια βαθιά ρωγμή της ελληνικής κοινωνίας. Δεν ξέρουμε πώς να δούμε δύο ταυτότητες μαζί. Το ανάπηρο σώμα τοποθετείται έξω από την επιθυμία· το queer σώμα φορτώνεται υπερσεξουαλικότητα. Όταν αυτά τα δύο συνυπάρχουν, το σύστημα βραχυκυκλώνει. Άλλοτε γεννιέται ο ήρωας, άλλοτε η λύπηση, άλλοτε η παγωμάρα. Αλλά σχεδόν ποτέ η απλή, ανθρώπινη συνύπαρξη. Αυτή η σύγχυση δεν αφορά τον Γιάννη. Αφορά εμάς. Τους φόβους μας, τις προσλαμβάνουσές μας, τους ρόλους που έχουμε μάθει να παίζουμε.
Σε ηλικία μόλις είκοσι πέντε ετών, έχει ήδη καταλάβει κάτι που οι θεσμοί μας δεν έχουν ακόμη συνειδητοποιήσει: η ορατότητα δεν είναι θέαμα, ούτε inspiration porn. Είναι κοινωνική υποδομή. Αν είχαμε δει ανάπηρους δασκάλους, γονείς, συναδέλφους, queer ανθρώπους που δεν χρειάζεται να δηλώνουν διαρκώς την ύπαρξή τους, τότε δεν θα χρειαζόταν καμία εξήγηση. Καμία συνέντευξη. Καμία υπερανάλυση. Αλλά επειδή η Ελλάδα μένει συχνά πίσω από την ίδια της την ανάγκη, κάποιοι άνθρωποι γίνονται γέφυρες χωρίς να το ζητήσουν. Ο Γιάννης είναι μία από αυτές.
Εκεί που άλλοι ζητούν προστασία, εκείνος ζητά κάτι απροσδόκητο: ένα καλό αστείο. Όχι ευγένεια από υποχρέωση, όχι προσεκτικές σιωπές, αλλά πρωτοτυπία. Το χιούμορ, στη δική του περίπτωση, δεν είναι άμυνα. Είναι πολιτική πράξη. Είναι ο τρόπος να ξαναχτίσει τον κόσμο στα μέτρα του, να πατήσει παύση στις προβολές των άλλων και να πάρει πίσω τον χώρο που του αφαιρούν οι ερμηνείες. Γελάει όχι για να ελαφρύνει το βάρος, αλλά για να το κατευθύνει.
Κάποια στιγμή λέει, σχεδόν ψιθυριστά, ότι θέλει η ζωή του να είναι απρόβλεπτη. Να τον ξαφνιάζει. Να μη φοβάται τις νέες ιδέες που του έρχονται. Εκεί βρίσκεται όλο το ποίημα. Όχι γιατί το να είσαι τυφλός ή queer στην Ελλάδα είναι εύκολο. Δεν είναι. Αλλά γιατί το να είσαι και τα δύο, με αξιοπρέπεια, χιούμορ και καθαρότητα, χωρίς να ζητάς ηρωοποίηση, είναι μια πράξη βαθιά ανθρώπινη. Ζητά μόνο το πιο απλό πράγμα: να τον δούμε όπως είναι και όχι όπως φοβόμαστε ότι είναι.
Κάπου ανάμεσα στα δέντρα που χτυπούν το κεφάλι του και στους ανθρώπους που σπάνε το μπαστούνι του, ανάμεσα στις εφαρμογές που μπλοκάρουν και στους φίλους που κρατούν σημειώσεις ασφαλείας, ανάμεσα στο φλερτ και στην άμυνα, στην ορατότητα και στην εξάντληση, υπάρχει ένας άνθρωπος που ζει. Ολόκληρος. Με χιούμορ. Με όρια. Με φωνή. Και αυτό, με έναν παράξενο και σχεδόν ποιητικό τρόπο, μας κάνει όλους λίγο πιο ικανούς να δούμε. Όχι τον ίδιο. Εμάς.
***Υ.Γ./
***Τι κάνει η ομορφιά σε έναν επιζώντα;
Υπάρχει ένας άνθρωπος που γεννιέται σε έναν κόσμο που δεν τον περιμένει. Δεν τον διώχνει ανοιχτά, δεν τον διεκδικεί ποτέ. Τον αφήνει απλώς να μάθει να ζει σε μια αρχιτεκτονική που δεν σχεδιάστηκε για το σώμα του. Μαθαίνει να αναπνέει εκεί όπου ο αέρας δεν είναι φτιαγμένος για τα πνευμόνια του. Να στέκεται σε χώρους που δεν τον αναγνωρίζουν. Να υπάρχει χωρίς επιβεβαίωση.
Δεν είναι η επιθυμία για ζωή που τον δυσκολεύει. Είναι η ακεραιότητα. Το να υπάρξει ολόκληρος. Με τη μνήμη του, με το τραύμα του, με την ηλικία του, με την τρυφερότητα και την αγριότητά του μαζί. Με όλα όσα δεν χωρούν εύκολα σε φόρμες. Με όλα όσα περισσεύουν από τις λέξεις. Το σώμα του δεν ζητά χώρο· ζητά συνθήκη.
Κάθε σώμα, αργά ή γρήγορα, αναζητά έναν μάρτυρα. Όχι κάποιον να το κοιτάζει, αλλά κάποιον να το αντέχει. Γιατί η ομορφιά δεν είναι ποτέ αθώα. Δεν είναι στολίδι. Είναι γεγονός. Είναι συμβάν. Κουβαλά κόστος. Κουβαλά βλέμματα. Κουβαλά εξουσία ή φροντίδα. Και συνήθως, κουβαλά και τα δύο.
Οι πόλεις μαθαίνουν να παράγουν μοναξιά όπως μαθαίνουν να παράγουν κίνηση. Τη ντύνουν με φώτα, με ρυθμούς, με προσόψεις, με υποσχέσεις. Σου δείχνουν τον κόσμο, αλλά σου κρύβουν τη θέση σου μέσα του. Σου προσφέρουν εικόνες, αλλά σου αφαιρούν τη διάρκεια. Σε ταξινομούν πριν σε ακούσουν. Σε μετρούν πριν σε γνωρίσουν. Η πόλη γίνεται το στόμα που μασά τα queer σώματα πριν τους επιτρέψει να μιλήσουν.
Η τρυφερότητα, για τα queer σώματα, δεν είναι αυτονόητη. Δεν είναι φυσικό πεδίο. Είναι ρίσκο. Είναι άνοιγμα. Είναι έκθεση. Κάθε άγγιγμα κουβαλά μνήμη απώλειας. Κάθε ορατότητα κουβαλά ενδεχόμενο βίας. Κάθε επιθυμία κουβαλά πιθανότητα ακύρωσης. Έτσι η τρυφερότητα μετατρέπεται σε πράξη θάρρους,όχι σε συναίσθημα, αλλά σε στάση ζωής.
Και υπάρχει κι εκείνο το λεπτό νήμα της ηλικίας, που περνά σχεδόν αόρατο μέσα στη νιότη των άλλων. Το σώμα που κουβαλά χρόνο σε έναν πολιτισμό που λατρεύει μόνο το νέο. Η εμπειρία που δεν φαίνεται. Η μνήμη που δεν χωρά στην εικόνα. Το παρελθόν που δεν γίνεται αισθητικό αντικείμενο, αλλά παραμένει βάρος.
Και μέσα σε όλα αυτά, εσύ κι εγώ. Όχι για να φωτίσουμε ο ένας τον άλλον, αλλά για να ανταλλάξουμε σκιά. Γιατί κάποιοι άνθρωποι δεν χρειάζονται άλλο φως, έχουν καεί αρκετά. Χρειάζονται χώρο. Προστασία. Γλώσσα που δεν τους καταναλώνει. Αφήγηση που δεν τους εκθέτει. Βλέμμα που δεν τους αποσπά από το σώμα τους.
Η ΟΑΣΗ δεν γεννιέται από την επιθυμία της ορατότητας. Γεννιέται από την ανάγκη της επιβίωσης. Δεν απευθύνεται σε όσους θέλουν να φαίνονται, αλλά σε όσους πληγώθηκαν επειδή φάνηκαν. Σε όσους έμαθαν ότι η αναγνώριση δεν είναι πάντα λύτρωση. Ότι η επιβίωση προηγείται της εικόνας. Ότι η ύπαρξη προηγείται της αποδοχής. Γιατί η ομορφιά, σε έναν επιζώντα, δεν είναι προνόμιο. Είναι δοκιμασία. Είναι βάρος. Είναι ευθύνη. Είναι μνήμη που δεν σβήνει.
Είναι χώρος.
Είναι σκιά.
Είναι καταφύγιο.
Η απλή, ήσυχη πράξη του να λες:
«Δεν χρειάζεται να καείς άλλο για να υπάρξεις.»