Ο ΚΛΕΜ ΜΠΕΡΚ αγαπούσε με πάθος το ροκ εν ρολ. Για τον αείμνηστο ντράμερ των Blondie, η μουσική ήταν η σωτηρία του. Ο Μπερκ πέρασε την εφηβεία του πηγαινοερχόμενος σε διάσημα στέκια της πανκ σκηνής της Νέας Υόρκης, όπως το CBGB και το Max’s Kansas City, και ερωτεύτηκε παράφορα τους New York Dolls και τον Ντέιβιντ Μπόουι. Tρεφόταν με φθηνά σάντουιτς από το μίνι μάρκετ και μυριάδες τσιγάρα, ενώ ό,τι χρήματα του περίσσευαν τα ξόδευε σε ρούχα και ποτά. Το όνειρό του; Να γίνει ροκ σταρ. Τότε εμφανίστηκαν οι Blondie.
Τα απομνημονεύματά του με τίτλο «The οther side of the dream» («Η άλλη πλευρά του ονείρου») δεν είναι η τυπική αυτοβιογραφία ενός ροκ σταρ, αλλά περισσότερο μια ωδή στα συγκροτήματα που άλλαξαν τη ζωή του, πολύ προτού οι Blondie γίνουν διάσημοι. Ο Μπερκ, ο οποίος πέθανε από καρκίνο πέρυσι σε ηλικία 70 ετών, χρειάστηκε είκοσι χρόνια για να γράψει το βιβλίο, το οποίο ολοκληρώθηκε με τη βοήθεια της παντοτινής φίλης του, Κάθι Βάλενταϊν, της γυναικείας μπάντας των Go-Go's, που γνώρισε με τη σειρά της μεγάλη επιτυχία στα '80s.
Σε όλο το βιβλίο, η Ντέμπι Χάρι και ο Κρις Στάιν μοιάζουν περισσότερο με μοντέρνα, απόμακρα μεγαλύτερα αδέλφια του Μπερκ παρά με ισότιμα μέλη του συγκροτήματος.
Μεγαλωμένος στο Νιου Τζέρζι, ο Μπερκ τελειοποίησε τις δεξιότητές του στα ντραμς σε νεανικά συγκροτήματα που περιόδευαν σε τοπικές χοροεσπερίδες. Όταν ήταν 17 ετών, η μητέρα του πέθανε από καρκίνο. Λίγο μετά, εγκατέλειψε το σχολείο για να βρεθεί στο Μανχάταν, το μαγικό νησί στον ποταμό Χάντσον. Η Νέα Υόρκη εκείνων των χρόνων κατέχει σημαντική θέση στις αναμνήσεις του Μπερκ: οι επικίνδυνοι δρόμοι του downtown Μανχάταν τη δεκαετία του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980, γεμάτοι υπόγεια κλαμπ και συναρπαστικά νέα συγκροτήματα, πρόσφεραν τόσες υποσχέσεις όσες και τα λαμπερά φώτα της μυθικής Χώρας του Οζ.
Παρότι δηλωμένος αγγλόφιλος και ερωτευμένος με τους Βρετανούς μουσικούς από μικρή ηλικία –ειδικά με τους Beatles, τους Kinks και τον Μπόουι–, ο Μπερκ παραδόθηκε ολοκληρωτικά στην πανκ σκηνή της Νέας Υόρκης. Μέσα από την αφήγησή του περνάμε τις πόρτες του CBGB και παρακολουθούμε το αγόρι από το Νιου Τζέρζι να βυθίζεται σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούν προσωπικότητες όπως ο Τζόνι Θάντερς και οι Ramones, για να μην αναφερθούμε στο –άγνωστό του ακόμα– ζεύγος Ντέμπι Χάρι και Κρις Στάιν, τους οποίους θα γνώριζε σε μια οντισιόν για την μπάντα που ήθελαν να φτιάξουν, σ’ ένα λοφτ στο Lower East Side του Μανχάταν. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι εκείνες οι πρώτες πρόβες θα κατέληγαν σε sold-out παγκόσμιες περιοδείες και σε τεράστιες επιτυχίες από το «Heart of Glass» μέχρι το «Dreaming» και ότι οι Blondie θα γίνονταν μια μέρα «συνώνυμοι με το CBGB όπως οι Ramones, οι Television, οι Talking Heads και η Πάτι Σμιθ».
Ο Μπερκ περιγράφει γλαφυρά τις συναντήσεις του και τις εμφανίσεις του με τα είδωλα των εφηβικών του χρόνων, όπως ο Μπόουι και ο Ίγκι Ποπ: ο πρώτος ήταν απείρως ευγενικός, ο δεύτερος χαρισματικός αλλά χαοτικός («Σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Ίγκι, στo catering των συναυλιών του, στα παρασκήνια, δεν επιτρεπόταν φαγητό, μόνο αλκοόλ και ναρκωτικά»). Ο Μπερκ κάπνισε μαριχουάνα με τον Άλεν Γκίνσμπεργκ, έκανε παρέα με τον Ζαν-Μισέλ Μπασκιά και διασκέδασε αγρίως με τον Τζον Μπελούσι. Στα χρόνια μετά τους Blondie, ενώ συνεργαζόταν με την Άνι Λένοξ και τον Ντέιβ Στιούαρτ των Eurythmics στο βόρειο Λονδίνο, συνάντησε τον Μπομπ Ντίλαν, ο οποίος τον ρώτησε μια μέρα τι προκάλεσε τη διάλυση των Blondie. «Τα ναρκωτικά», απάντησε απλά εκείνος.
Blondie - «Heart of Glass»
Ωστόσο, οι οπαδοί του συγκροτήματος που ελπίζουν να μάθουν με λεπτομέρειες γιατί οι Blondie διαλύθηκαν το 1982 μπορεί να αισθανθούν απογοητευμένοι από τη διπλωματική αφήγηση του Μπερκ. Μαθαίνουμε, πάντως, ότι η πρωτοβουλία της Χάρι και του Στάιν να παραμερίσουν τον κιθαρίστα Φραν Ινφάντε προκάλεσε εσωτερική αναταραχή (ο Ινφάντε και ο Μπερκ ήταν φίλοι από παιδιά σχεδόν), ενώ ο εθισμός του Στάιν στην ηρωίνη με όλα τα δυσάρεστα παρελκόμενα προκάλεσαν επίσης σοβαρά προβλήματα. (Μια κρίση κατά τη διάρκεια της περιοδείας του γκρουπ στη Βρετανία οδήγησε σε καβγά επί σκηνής στο Λονδίνο μεταξύ του Στάιν και του Μπερκ που κατέληξε με την Ντέμπι Χάρι να «πλακώνει στο ξύλο» τον ντράμερ για να προστατεύσει τον σύντροφό της.)
Σε όλο το βιβλίο, η Χάρι και ο Στάιν μοιάζουν περισσότερο με τα μοντέρνα, απόμακρα μεγαλύτερα αδέλφια του Μπερκ παρά με ισότιμα μέλη του συγκροτήματος. Αυτοί ήταν που έπαιρναν τις αποφάσεις και επέβαλλαν τους κανόνες, εκείνος ήταν η δημιουργική ψυχή που απλώς χαιρόταν που βρισκόταν εκεί. Ειδικά η Χάρι δεν μπαίνει ποτέ πραγματικά στο επίκεντρο της αφήγησης, η οποία απλώς μας θυμίζει την ομορφιά, το ταλέντο και το χάρισμά της, και τίποτα περισσότερο. Μετά από δεκαετίες σε ένα συγκρότημα με επικεφαλής μία από τις εμβληματικές γυναίκες του ροκ και τον ίδιο κρυμμένο πίσω από τα ντραμς του, ο Μπερκ γίνεται στο βιβλίο του ο πρωταγωνιστής της παράστασης. Ως ένας από τους σημαντικότερους ντράμερ του σύγχρονου αμερικανικού ροκ, το αξίζει.
Με στοιχεία από την «Telegraph»