ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΑ ένα σημείο καμπής όταν μπαίνεις στον κόσμο των techno parties, που τον ενθουσιασμό από την ανακάλυψη νέων καλλιτεχνών διαδέχεται η πλήξη. Από τη μια υπάρχει η αναμενόμενη σωματική κούραση από τα ξενύχτια· από την άλλη, μετά τα τόσα καλά sets που έχεις ακούσει σε Ελλάδα και εξωτερικό, από όλους τους κορυφαίους DJs, αρχίζουν να σε ενοχλούν πράγματα που δεν σε ενοχλούσαν παλιά, κι αυτό είναι απόλυτα λογικό καθώς το αυτί εκπαιδεύεται. Και καταλήγεις να θες να ακούς μόνο μερικούς καλλιτέχνες που ξέρεις ότι δεν θα σε απογοητεύσουν και δεν θα έχουν «κακές» μέρες.
Ο θρύλος της house, Dixon, σε μια πρόσφατη συνέντευξή του στο Resident Advisor, τόνισε πως, κατά τη γνώμη του, οι DJs χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: «Στους καλούς ‒αυτό μπορεί να το καταφέρει πολύς κόσμος με προσπάθεια κι επιμονή, δεν είναι πυρηνική φυσική‒ και σε αυτούς που μέσα από τη μουσική τους διηγούνται μια ιστορία και με αυτόν τον τρόπο σε παρασύρουν στο set τους ‒ είναι ελάχιστοι εκείνοι που μπορούν να το κάνουν». Πράγματι, μπορώ να σκεφτώ πολύ λίγα τέτοια παραδείγματα από τη μέχρι τώρα εμπειρία μου. Η Paula Temple, o Ηector Oaks, η Hiroko ή ο S. Mendesidis παίζουν sets με καθηλωτικό storytelling.
Τη μεγάλη διαφορά στο set του Slater έκανε η μοναδική του ικανότητα να παράγει ήχο από το μηδέν. Ένα bassline από δω, ένα loop από κει, τα φωνητικά ενός τρίτου τραγουδιού και επιμέρους στοιχεία από ένα τέταρτο δημιουργούσαν ένα αποτέλεσμα που σε μαγνήτιζε.
Είτε σου αρέσουν είτε όχι, κάνουν κάτι πολύ παραπάνω από το να βάζουν στη σειρά τραγούδια με ομαλές μεταβάσεις και να μιξάρουν. Τα sets αυτών των καλλιτεχνών έχουν αρχή, μέση και τέλος, αψεγάδιαστη εκτέλεση και, κυρίως, μπορούν να «διαβάσουν» το κοινό. Ωστόσο, θα πρόσθετα και μια τρίτη, ακόμη πιο ξεχωριστή, ελίτ κατηγορία, που αποτελείται από μια χούφτα DJs που μπορούν να δημιουργούν ήχο εκ νέου. Σε αυτή την περίπτωση η πιο χαρακτηριστική τριάδα, κατά τη γνώμη μου, αποτελείται από τους Ben Klock, Richie Hawtin και Luke Slater.
Όταν άκουσα τον Ben Klock πρώτη φορά από κοντά νόμιζα πως έπαιζε με το μυαλό μου. Η δική του διάθεση καθόριζε και αυτήν του κοινού, σε έκανε ό,τι ήθελε. Τα όρια μεταξύ των τραγουδιών ήταν δυσδιάκριτα και η ροή απίστευτη, μια διαδικασία πνευματική που ξέφευγε από την αμιγή ψυχαγωγία. Στο ίδιο, αν όχι ανώτερο επίπεδο ήταν το set του Luke Slater στο SMUT. Ο πήχης ήταν ήδη πολύ ψηλά μετά το μαγευτικό live set που έκανε στο Photon ως Planetary Assault Systems και μου είχε φανεί το πιο ιδιαίτερο και με χαρακτήρα set εκείνου του πάρτι, έτσι αδημονούσα να τον ξανακούσω το περασμένο Σάββατο, 2 Μαΐου. Βοηθούσε, βέβαια, και το ότι η βραδιά συνέπεσε με τριήμερο, οπότε οι ουρές ήταν ελάχιστες και στο κλαμπ ο χώρος άνετος. Πολύ ικανοποιητικό ήταν και το άνοιγμα του Orbe, που έδωσε τον ρυθμό για τη συνέχεια.
Αυτήν τη φορά ο Luke Slater δεν ήρθε με κάποιο alias, άρα περιμέναμε ένα τυπικό 2,5ωρο set που δίνει άλλου είδους ευελιξία σε σχέση με τα live. Όντως ο ήχος ήταν αρκετά διακριτός από του live και είχε διαφορετικό αντίκτυπο πάνω σου. Με λίγα λόγια, ήταν το καλύτερο set που έχω ακούσει στο SMUT αλλά και από τα καλύτερα ανεξαρτήτως τόπου και χώρας διεξαγωγής.
Luke Slater - Awakenings Easter Festival 2022
Υπήρξε αδυσώπητος από τα πρώτα λεπτά και η κλιμάκωσή του ήταν σεμιναριακού επιπέδου ‒ καμία σχέση με τυπικά minimal sets που είναι ήσυχα, ατμοσφαιρικά και φτάνουν στην κορύφωση προς το τέλος. Εδώ δεν πρόφταινες να πάρεις ανάσα. Το μπάσο ήταν κοφτό, βαθύ και έντονο, με σύγχρονη χροιά και σίγουρα ένα πιο μελετημένο ηχοσύστημα θα το βοηθούσε να λάμψει περισσότερο. Εάν πρέπει να το παρομοιάσω με κάτι, θα έλεγα πως έχει όλη (σχεδόν) την ταραχή και τη βία του Ben Klock μαζί με τα ’80s στοιχεία και τη νοσταλγία της Ellen Allien. Ήταν ένα Βerlin, minimal techno set, μα αντλούσε έμπνευση από πολλά είδη ηλεκτρονικής μουσικής.
Τη μεγάλη διαφορά έκανε, ωστόσο, η μοναδική του ικανότητα να παράγει ήχο από το μηδέν. Ένα bassline από δω, ένα loop από κει, τα φωνητικά ενός τρίτου τραγουδιού και επιμέρους στοιχεία από ένα τέταρτο δημιουργούσαν ένα αποτέλεσμα που σε μαγνήτιζε και δεν θύμιζε τίποτα που να έχεις ακούσει έως τώρα. Ταυτόχρονα, ήταν τόσο ομαλό και φυσικό που έμοιαζε με παραγωγή-ηχογράφηση σε στούντιο. Ανά στιγμές στεκόμουν για μερικά δευτερόλεπτα κι αφουγκραζόμουν με θαυμασμό· νομίζω πως αυτό που με άφηνε έκπληκτο, πέρα από την αντίληψη και το ταλέντο, είναι το γεγονός ότι προλάβαινε να τα φέρει όλα αυτά εις πέρας σε τόσο λίγο χρόνο, δίχως λάθη. Μετά τα πρόσφατα sets- δυναμίτες του Chlär, της Anné και του Setaoc Mass στο SMUT, αυτό ήρθε πραγματικά να αναζωογονήσει μια party season που μου είχε αφήσει κάπως πικρή επίγευση. Αυτό δεν ήταν set, ήταν πολιτιστική κληρονομιά.