ΜΕ ΑΥΤΟ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ, «6 κλαρίνα που άφησαν εποχή στην Ελλάδα...», υπάρχει ένας δίσκος βινυλίου από το 1978, τον οποίο είχε τυπώσει η εταιρεία της Ομόνοιας Venus (επί της Πανεπιστημίου 57, για όσους και όσες θυμούνται). Αυτό τον δίσκο τον έχω δεκαετίες, σίγουρα από το τέλος των 80s, και τον είχα αγοράσει λόγω του ωραίου βουκολικού εξωφύλλου του. Ένα από τα ωραιότερα, οπωσδήποτε, που είχαν σχεδιαστεί τότε.
Εκείνη την εποχή δεν αγόραζα δημοτικούς δίσκους –άλλα ήταν τα πιο προσωπικά ακούσματά μου–, και το λέω τούτο, παρότι δημοτικά άκουγα συχνά από το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, φυσικά στα πανηγύρια, και βεβαίως σε εθνικές και θρησκευτικές γιορτές, όπως όλος ο κόσμος. Τα δημοτικά τραγούδια, θέλω να πω, τα έχουμε όλοι «μέσα μας», είτε ακούμε ροκ, τζαζ, ποπ, λαϊκά ή ό,τι άλλο.
Όλοι αυτοί οι παλιοί οργανοπαίκτες ζούσαν κι εργάζονταν στο φυσικό τους περιβάλλον. Έπαιζαν σε γάμους, σε πανηγύρια των χωριών μας, σε φιλικά ή οικογενειακά γλέντια. Κι επειδή ήταν πιο κοντά στις ρίζες του δημοτικού τραγουδιού, γι’ αυτό το λόγο ήταν γνήσιοι και αυθεντικοί.
Ο δίσκος αυτός δεν έχει μόνον ωραίο εξώφυλλο, αλλά και πολύ ενδιαφέροντα ιστορικά οργανικά κομμάτια – ιστορικές ηχογραφήσεις, εννοώ, από μεγάλους κλαριντζήδες, που είχαν επιλεγεί από δύο σημαντικά ονόματα της εποχής. Τον παραγωγό Διονύση Μηλιόπουλο (γιος του ιστορικού παραγωγού της Columbia Νικάνδρου Μηλιόπουλου) και τον αρχειοφύλακα του δημοτικού Νίκο Μπαζιάνα (1930-2018), μαθητή του Σίμωνος Καρά. Οι Μηλιόπουλος και Μπαζιάνας έχουν επιμεληθεί, προφανώς, και τα κείμενα του οπισθόφυλλου του δίσκου, κι ένα πρώτο, γενικής φύσεως, για την ιστορία του κλαρίνου στην Ελλάδα, το μεταφέρω τώρα εδώ...
«Το κλαρίνο, όργανο ευρωπαϊκό, μπήκε τον περασμένο αιώνα στις λαϊκές κομπανίες κι αντικατέστησε σιγά-σιγά τις φλογέρες και τους ζουρνάδες. Από την Μακεδονία και την Ήπειρο, όπου πρωτοεμφανίστηκε γύρω στα 1840, διαδόθηκε και στην υπόλοιπη στεργιανή Ελλάδα –αργότερα και σε μερικά νησιά– κι έγινε πολύ γρήγορα το κυρίαρχο όργανο της δημοτικής μας μουσικής. Χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος με τον οποίο οι λαϊκοί-πρακτικοί οργανοπαίκτες εκμεταλλεύτηκαν τις μεγάλες τεχνικές δυνατότητες του κλαρίνου. Κατάφεραν να το προσαρμόσουν απόλυτα στο χρώμα και στο ύφος της μουσικής παράδοσης του τόπου μας, μεταφέροντας σ’ ένα όργανο ευρωπαϊκό τα διαστήματα και τις κλίμακες της βυζαντινής μουσικής, τους περίφημους ανατολίτικους “δρόμους”, που τόσο πολύ διαφέρουν από τις γνωστές ευρωπαϊκές κλίμακες.
Πολλοί έχουν διαπρέψει παλιότερα στην τέχνη του κλαρίνου. Η φήμη, η προφορική παράδοση, η μνήμη μερικών υπερηλίκων που ζουν ακόμα, διέσωσαν ονόματα κλαριντζήδων που απόχτησαν μεγάλο όνομα για το ωραίο παίξιμό τους, όπως ο Ασλάνης, ο Τζάρας, ο Σουλεϋμάνης, ο Μέτος και ο Αμέτης, ο Αρίφης και ο Τζαμαλής, ο Φουσκομπούκας, ο Λαβίδας, ο Χαρισιάδης, ο Νικήτας, ο Καραγιάννης, ο Κυριακάτης, ο Σταμέλος, ο Γιαούζος, ο Καρακώστας και πολλοί άλλοι.
Όλοι αυτοί οι παλιοί οργανοπαίκτες ζούσαν κι εργάζονταν στο φυσικό τους περιβάλλον. Έπαιζαν σε γάμους, σε πανηγύρια των χωριών μας, σε φιλικά ή οικογενειακά γλέντια. Κι επειδή ήταν πιο κοντά στις ρίζες του δημοτικού τραγουδιού, γι’ αυτό το λόγο ήταν γνήσιοι και αυθεντικοί. Βρίσκονταν σε άμεση επαφή με τους πόθους, με τις λαχτάρες και τα μεράκια του λαού μας, δέχονταν τις γόνιμες επιδράσεις της μουσικής παράδοσης του κάθε τόπου, κι αυτή την παράδοση υπηρετούσαν πιστά. Σήμερα όλοι σχεδόν οι καλοί οργανοπαίκτες έχουν απομακρυνθεί από το φυσικό τους χώρο κι έχουν εγκατασταθεί στην Αθήνα ή στη Θεσσαλονίκη, παίζοντας σε διάφορα νυχτερινά κέντρα. Αυτό έχει ολέθριες επιπτώσεις και στην τέχνη τους και στην όλη υπόθεση του δημοτικού τραγουδιού.
Σ’ αυτό το δίσκο υπάρχουν διάφορες οργανικές εκτελέσεις με τους καλύτερους κλαριντζήδες. Για τον δίσκο αυτό πρέπει να είσαι επιεικής, γιατί καταβάλαμε κόπο μεγάλο, για να κατορθώσουμε να σου δώσουμε αυτό το καλό άκουσμα. Η αναφορά μας σ’ αυτούς γίνεται, για να τους αποδώσουμε την τιμή που τους οφείλουμε, αλλά και παράλληλα να δώσουμε ένα παράδειγμα κι ένα μάθημα στη σημερινή γενιά των λαϊκών οργανοπαικτών».
Σ’ αυτό το σύντομο, αλλά κατατοπιστικό κείμενο φανερώνονται πολλές αλήθειες. Αντιλαμβανόμαστε, κατ’ αρχάς, πως κάποιοι από ’κείνη ήδη την εποχή (τέλος της δεκαετίας του ’70) αντιμετώπιζαν με μεγάλο σκεπτικισμό τη λεγόμενη «εξέλιξη», θέλοντας να εφοδιάσουν τη νεότερη γενιά των οργανοπαικτών του δημοτικού (γιατί όχι και των τραγουδιστών και των θιασωτών ακόμη) με μια σειρά ιστορικών ηχογραφήσεων, που «έπιαναν» τα παλαιά ήθη και παιξίματα και βεβαίως το αυθεντικό πνεύμα. Και επέλεξαν για το συγκεκριμένο άλμπουμ έξι κορυφαία ονόματα, παλαιότερα μα και πιο σύγχρονα (σε σχέση με την εποχή του δίσκου), ορισμένα εκ των οποίων θα παρουσιάζονταν για πρώτη φορά σε LP.
Επίσης, στο οπισθόφυλλο του άλμπουμ διαβάζουμε σύντομα βιογραφικά των έξι κλαριντζήδων, τα οποία μεταφέρω στο παρόν κείμενο – μαζί με ορισμένες νεότερες πληροφορίες και προσθήκες. Και φυσικά με τις ανάλογες ηχογραφήσεις.
ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ (1887;-1957)
Γεννήθηκε σε χωριό της Λειβαδιάς. Ο πατέρας του έπαιζε καραμούζα κι ο ίδιος, από πολύ μικρός, έπαιζε σουραύλι. Σε ηλικία 7 χρονών άρχισε καραμούζα και κλαρίνο. Μαθήτεψε κοντά στους περίφημους κλαριντζήδες της εποχής, τον Μέτο, τον Αμέτη και τον Τζαμαλή. Εξελίχτηκε σε μεγάλο δεξιοτέχνη του κλαρίνου. O Καραγιάννης ήταν Roma και ακόμη παππούς του αγαπημένου τραγουδοποιού Κώστα Χατζή.
Κώστας Καραγιάννης - Μαρία Τρικαλινή
ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΑΚΩΣΤΑΣ (1882 -1955)
Γεννήθηκε στην περιοχή της Καλαμπάκας. Η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στο Δομοκό, όπου ο Καρακώστας εργαζόταν ως τσαρουχάς. Είκοσι χρονών άρχισε να μαθαίνει κλαρίνο κι έγινε ένας από τους πιο φημισμένους οργανοπαίχτες του καιρού του. Ήταν περιζήτητος στους γάμους και τα πανηγύρια της Θεσσαλίας. Για αρκετά χρόνια δούλεψε στη Λαμία. Γύρω στα 1925 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και ως το τέλος της ζωής του έπαιζε στον Έλατο, το γνωστό κέντρο της πλατείας Λαυρίου.
Για μια Γαλαξειδιώτισσα - Κλαρίνο - Νίκος Καρακώστας
ΝΙΚΗΤΑΣ ΚΩΤΣΟΠΟΥΛΟΣ (1880-1947)
Ο καταγόταν από την Δομβραίνα. Στην αρχή έπαιζε πίπιζα. Δάσκαλοί του στο κλαρίνο ήταν ο Σουλεϋμάνης στο Αγρίνιο, ο Αμέτης και ο Τζαμαλής στο Βόλο. Ο Νικήτας διακρίθηκε για το αλα τούρκα παίξιμό του. Ήταν ξακουστός στην περιφέρεια της Λειβαδιάς και από τους πρώτους που έπαιξαν κλαρίνο στην περιοχή. Γύρω στα 1925 ήρθε στην Αθήνα και δούλεψε στο κέντρο Μέλισσα, στην πλατεία Λαυρίου. Φωνογράφησε αρκετά τραγούδια, αλλά σώζονται ελάχιστοι δίσκοι του.
Ιτιά (Οργανικό) - Νικήτας Κωτσόπουλος (Κλαρίνο).
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΥΡΙΑΚΑΤΗΣ (1884-1957)
Καταγόταν από χωριό της Θήβας. Από μικρός έπαιζε καραμούζα. Στα 1906 πήγε στην Αμερική κι εκεί άρχισε κλαρίνο. Σπούδασε 7 χρόνια μουσική στο Κονσερβατόριο της Νέας Υόρκης. Το 1917 κυκλοφόρησαν στην Αμερική δικοί του δίσκοι. Κάποια στιγμή, στη δεκαετία του 1920, γύρισε στην Ελλάδα. Αυτός πρωτόπαιξε στον Έλατο. Γλυκό και μαλακό το παίξιμο του Κυριακάτη, πιο κοντά στην τεχνική της φλογέρας.
Χειμαριώτικο - Γιάννης Κυριακάτης
ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΡΟΜΑΡΑΣ (1905-)
Από τα καλά κλαρίνα της Θεσσαλίας. Εργάζεται στην περιοχή του Βελεστίνου. Στον δίσκο μάς δίνει μία από τις καλύτερες εκτελέσεις του τσάμικου «Ήλιος». (σ.σ. Ο Βασίλης Τρομάρας πέθανε το 1996).
Βασίλης Τρομάρας - Ο ήλιος (1953)
ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΟΣ (1906-)
Γεννήθηκε στα Δερβενάκια και μεγάλωσε στη Βάλτσα της Κορινθίας. Μικρός ήταν τσομπάνης κι έπαιζε φλογέρα, κι αργότερα πίπιζα. Κλαρίνο έμαθε στο στρατό. Είναι σύμβουλος σε διάφορες φωνογραφικές εταιρείες για ηχογραφήσεις δημοτικών τραγουδιών. Κυκλοφόρησε και κυκλοφορεί πολλούς δίσκους. (σ.σ. Ο Κώστας Κοντογιώργος πέθανε γύρω στο μέσο της δεκαετίας του ’80).
Κοντογιώργος Κώστας - Μπαίνω μες στ´ αμπέλι