Νέλλη Σεμιτέκολο: «Όταν μεγαλώνεις και γερνάς, κάθε χρόνο κάτι χάνεις»

Νέλλη Σεμιτέκολο, πιανίστρια Facebook Twitter
«Μου αρέσει να σκέφτομαι τη ζωή μου, έφτασα μέχρι εδώ χωρίς μιζέρια». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LiFO
0

Γεννήθηκα στην Αθήνα. Είχα έναν αδελφό οκτώ χρόνια πιο μεγάλο που, όπως μου λένε, συνεχώς μού τραβούσε τα μαλλιά και με τσιμπούσε, γιατί πήρα όλη την αγάπη. Μέναμε σε μια μονοκατοικία με αυλή στην Καλλιθέα και υπήρχε μια μεγάλη μουριά, τεράστια – συνέχεια ανέβαινα και καθόμουν στα κλαδιά της, και έτρωγα και όλα τα μούρα.

• Η μάνα μου γεννήθηκε στην Πόλη. Ο πατέρας μου σε ένα χωριό της Ανατολικής Θράκης και οκτώ χρονών τον έστειλαν στην Πόλη, σε έναν θείο του που ήταν μητροπολίτης. Όταν ήταν 14 έγινε ο πόλεμος, πήγε ο θείος του στη Ρωσία και δεν γύρισε ποτέ κι έτσι ο πατέρας μου έμεινε μόνος του από τότε. Δούλευε από μικρό παιδί, ήταν ένα χωριατόπαιδο που εξελίχθηκε και πήγε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Ήταν από τους καλύτερους μαθητές, τους πιο έξυπνους, ήξερε άριστα ελληνικά, έγραφε υπέροχα αλλά ήταν δημοτικιστής, «μαλλιαρός», κι αυτό μέσα στη Σχολή ήταν επαναστατικό. Μετά, με τις ανταλλαγές πληθυσμών, βρέθηκε στην Κομοτηνή και τελικά έγινε τραπεζικός υπάλληλος.

• Η μητέρα μου ήταν από πιο καλή οικογένεια της Πόλης –έμποροι ήταν οι δικοί της–, με τη ζωγραφική, το πιάνο, τα γαλλικά της, όλα αυτά τα κλασικά, αλλά καλά ελληνικά δεν έγραφε γιατί πήγαινε σε γαλλικό σχολείο. Όταν πέθαναν και οι δυο και βρήκα τα γράμματά τους, έγραφε η μητέρα μου «Νάσο μου, με συγχωρείς που δεν γράφω καλά ελληνικά». Όταν ήρθαν στην Αθήνα, έμειναν στην Καλλιθέα. Η μαμά μου είχε γεννηθεί το 1904 και όταν γνώρισε τον πατέρα μου ήταν 26 χρονών και τη θεωρούσαν γεροντοκόρη – αυτά συνέβαιναν το 1930, της έκαναν διάφορα συνοικέσια και έλεγε όχι. Γνωρίστηκαν στην Κομοτηνή, όταν πήγε η μαμά μου να επισκεφθεί την αδελφή της που είχε παντρευτεί έναν καλό φίλο του μπαμπά μου. Τον ερωτεύτηκε πολύ, αλλά ο μπαμπάς μου δεν φαίνεται από τα γράμματά του ερωτευμένος, ήθελε να νοικοκυρευτεί.

«Τη σύγχρονη τέχνη την υποτιμάμε πολύ, όχι μόνο σήμερα, πάντα την υποτιμούσαμε. Ο Χατζιδάκις είχε πει κάποτε ότι ένας που καταλαβαίνει τον Μπραμς θα καταλάβει και τα καλά σύγχρονα έργα».

• Γεννήθηκα το 1939, αλλά την Κατοχή δεν τη θυμάμαι. Θυμάμαι μόνο μια φορά ένα οδόφραγμα που ήρθαν οι Εγγλέζοι και το έριξαν με ένα τανκς και έγινε μεγάλο νταβαντούρι – ξυπνήσαμε μέσα στη νύχτα, ήταν σαν πανηγύρι. Το ότι πιάσανε τον μπαμπά μου, όμως, δεν το θυμάμαι. Μάλλον δεν ήθελα να το θυμάμαι.

• Σχολείο πήγα σε ένα μικρό ιδιωτικό και αποφοίτησα πριν από τα 17. Ήταν ένα σχολείο όπου έκανες και όλα τα άλλα, εκτός από μαθήματα, χορό και πιάνο.

• Είχαμε πιάνο στο σπίτι, η μαμά μου έπαιζε μόνο τραγούδια αλλά είχε παρτιτούρες κι εγώ τις έψαχνα. Πρέπει να ξεκίνησα μαθήματα γύρω στα επτά. Το πιάνο ήταν μια κούκλα, ένα κόκκινο με καντηλέρια που το δώσαμε όταν παντρεύτηκα για να πάρω ένα πιάνο με ουρά – όταν το σκέφτομαι, ακόμα το νιώθω σαν αγκάθι στην καρδιά μου.

• Τώρα το βλέπω –μάλλον όταν άρχισα να διδάσκω το κατάλαβα– ότι είχα πολλές ευκολίες, αλλά ήμουν παιδί σφιγμένο, νευρικό. Παρ’ όλα αυτά, με θεωρούσαν ταλέντο, μάθαινα μόνη μου, η μαμά μου δεν με βοηθούσε. Μέχρι τα 14 έκανα πάντα ιδιαίτερα, πρώτη μου δασκάλα ήταν η μαμά του Σταύρου Παπασταύρου. Στη συνέχεια με πήγαν στο ωδείο για να προχωρήσω. Έμεινα τέσσερα χρόνια και μετά έφυγα στη Γερμανία. Φαίνεται προδιαγεγραμμένο ότι θα γινόμουν πιανίστρια, αλλά εγώ ήθελα να γίνω και ηθοποιός. Προτού πάω στη Γερμανία είχα μάθει τον μονόλογο από το Καλοκαίρι και καταχνιά που έπαιζε η Βέρα Ζαβιτσιάνου στο Τέχνης –ήταν τόσο φινετσάτη, αέρινη– και ένα ποίημα του Χατζόπουλου, το «Άσ’ τη βάρκα».  Φυσικά κρυφά από το σπίτι ετοιμαζόμουν, αλλά δεν έδωσα τελικά, γιατί δεν είχα υπολογίσει ότι θα με έστελναν στη Γερμανία. Δεν είχα υποτροφία, στριμώχτηκαν οι γονείς μου αλλά με έστειλαν. Μίλησα και με τη δασκάλα μου τότε, την Κρινιώ Καλομοίρη, που είχε έρθει από το Παρίσι, με τα ρούχα της τα πολύχρωμα, τα τσιγάρα της, με την τρέλα της, με την ομορφιά της και το Εθνικό Ωδείο άλλαξε όψη.  

Νέλλη Σεμιτέκολο, πιανίστρια Facebook Twitter
«Ακούω μουσική γιατί για μένα είναι ψυχοθεραπεία αλλά και καθαρή μορφή σκέψεων και συναισθημάτων». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LiFO

• Η Κρινιώ μού είχε διαλέξει δάσκαλο, τον Eric Ten-Berg. Έδωσα εξετάσεις που ήταν σχετικά εύκολες και έφτασα στο Μόναχο, όπου γύρισε ο κόσμος μου ανάποδα. Εκεί γνώρισα αμέσως άλλους δυο Έλληνες που ήταν πιανίστες. Εκεί γνώρισα και τη φίλη μου Καλλιόπη Πλατσούκα, που μου έδωσε να διαβάσω Μπέκετ και Κάφκα, που δεν τους είχαμε ακουστά. Έτσι πρωτοδιάβασα τη Δίκη του Κάφκα και το Murphy του Μπέκετ και μου άρεσαν πολύ. Μου άρεσε πολύ το διάβασμα, σε αντίθεση με τις κούκλες, που τις άφηνα στην άκρη. Μέχρι σήμερα διαβάζω πολύ· και ο αδελφός μου, θυμάμαι, διάβαζε πολύ, αλλά Έλληνες – δεν νομίζω να υπήρχαν τόσο καλές μεταφράσεις τότε. Θυμάμαι, διάβασα Κνουτ Χάμσουν που μου έκανε μεγάλη εντύπωση και σκέφτομαι καμιά φορά πώς είναι δυνατόν να είσαι φιλοναζί και να γράφεις έτσι.

• Στη Γερμανία τούς έβλεπα όλους που ήταν ψηλοί, ξανθοί, ενώ οι Έλληνες είμασταν κοντοί, στρουμπουλοί και μελαχρινοί, αλλά όταν τους γνώριζες από κοντά δεν ήταν όσο ωραίοι έμοιαζαν στην αρχή και δεν με ενδιέφεραν καθόλου. Βέβαια, στο τέλος δεν παντρεύτηκα ψηλό και ξανθό, ο Γρηγόρης (σ.σ. Σεμιτέκολο) ήταν μέτριος σε ύψος.

• Πώς μου φαινόταν η Γερμανία; Μια φορά πήγα σε κάτι πανέμορφες λίμνες κοντά στο Μόναχο και ένιωθα σαν να ήμουν μέσα σε καρτ ποστάλ, δεν είχα καμία μυρωδιά. Ωστόσο στη Γερμανία ένιωσα πολύ ελεύθερη, ίσως πιο ελεύθερη απ’ ό,τι θα ’πρεπε, με την έννοια ότι οι αστές Γερμανίδες δεν θα τα έκαναν αυτά.

• Δίπλωμα δεν πήρα από τη Γερμανία γιατί έπρεπε να παρακολουθήσω όλα τα θεωρητικά μαθήματα που απεχθανόμουν. Αν και μετά το μετάνιωσα, θα έχανα πολύ χρόνο και ο πατέρας μου δεν μπορούσε να το αντέξει οικονομικά.

• Στη Γερμανία γνώρισα τον Γρηγόρη, γίναμε φίλοι, στη συνέχεια ζευγάρι και επιστρέψαμε μαζί στην Ελλάδα. Ό,τι έμαθε, μου έλεγε, το έμαθε από τα μουσεία, αυτά θεωρούσε πιο σημαντικά για έναν καλλιτέχνη. Παντρευτήκαμε χωρίς λεφτά, χωρίς δεκάρα, και όταν επιστρέψαμε μέναμε στο ισόγειο αυτού του σπιτιού, γιατί εν τω μεταξύ είχαν μετακομίσει οι γονείς μου στην Αγία Παρασκευή, κλείσαμε τη βεράντα σε σχέδιο που έστειλε ο Γρηγόρης από το Μόναχο και ζούσαμε όλοι μαζί. Ευτυχώς για μένα υπήρχε ο θεσμός της προίκας και μου είχαν δώσει ένα σπίτι στην Καλλιθέα που το πουλήσαμε και πήραμε ένα μικρό σπίτι στους Αμπελόκηπους. Ήταν η πρώτη πολυκατοικία εκεί, στην Πανόρμου, μετά χτίστηκαν όλα γύρω γύρω και υποφέραμε. Θυμάμαι στην αρχή έβλεπες το Πολύγωνο σαν να ήσουν σε νησί, μικρά μικρά σπιτάκια. Μετά άλλαξαν όλα. Για να καταλάβεις, εγώ πήγαινα με μια φίλη μου βόλτες στη Βασιλίσσης Σοφίας, που θύμιζε Προυστ με όλα αυτά τα καταπληκτικά σπίτια που υπήρχαν.

Νέλλη Σεμιτέκολο, πιανίστρια Facebook Twitter
Ο Γρηγόρης Σεμετίκολο στην «Αναπαράσταση» του Γιάννη Χρήστου.

• Ο Γρηγόρης με έσωσε. Ήμουν κλειστός άνθρωπος, δεν έκανα εύκολα συντροφιές, με εκείνον άνοιξα γιατί ήταν πολύ κοινωνικός, δεν ντρεπόταν, είχε μεγάλη τρέλα, ήταν αυθόρμητος αλλά είχε και μια τραγικότητα που την ανακάλυψα αφότου την είδε ο Γιάννης Χρήστου. Και έχω την εντύπωση ότι όλα όσα τον απασχολούσαν δεν τα συζητούσε, παρόλο που φαινόταν τόσο ανοιχτός. Αυτό φαίνεται στη ζωγραφική του, που δείχνει έναν κόσμο μοναχικό και εσωστρεφή, γεμάτο σύμβολα. Για μένα το πιο σημαντικό και συμβολικό για τον Γρηγόρη είναι μια ανάμνηση που μου έχουν αφηγηθεί: όταν τέλειωνε το σχολείο άφηνε την τσάντα του και πήγαινε σε ένα αδιέξοδο, εκεί που έμενε, στην Αλκαμένους, σε μια πολύ υποβαθμισμένη περιοχή κοντά στον σταθμό Λαρίσης, έβαζε μια καρέκλα, καθόταν και φώναζε βοήθεια. Έκανε μια ιεροτελεστία, μια περφόρμανς για να φωνάξει βοήθεια. Αυτό δεν δείχνει τι ήταν; Επίσης ήταν σε μόνιμη αγανάκτηση, είχε δυσθυμία: πηγαίναμε σε μια παραλία μαγική και έβλεπε τα σκουπίδια, είχε όλη την ομορφιά γύρω του και έβλεπε το άσχημο. Τα έβλεπε όλα.

• Με τον Χρήστου γνωριστήκαμε και κάναμε πολύ παρέα για λίγα χρόνια, αλλά ήταν συμπυκνωμένα, σαν μια ζωή. Στο Μόναχο το 1968 κάναμε την «Αναπαράσταση», τον «Πιανίστα» –αυτά είναι μουσικοδράματα–, κι εγώ έπαιζα στο σύνολο. Έπρεπε να κάνω ένα μπουμ ή να χτυπάω μια νότα, αλλά είχε τόση ένταση η μουσική που θα μπορούσα να το κάνω κάθε μέρα χωρίς να βαριέμαι. Στο τέλος έπρεπε να βγάλω μια κραυγή μέσα στο πιάνο και δεν μπορούσα, ντρεπόμουν μάλλον, και λέει ο Γρηγόρης «να τη βγάλω εγώ;». Την έβγαλε και έτσι άρχισαν να δουλεύουν μαζί και έγινε ο «Πιανίστας», ήθελε έναν περφόρμερ ο Χρήστου, όχι έναν ηθοποιό. Ο Χρήστου κατάλαβε την τραγικότητα του Σεμιτέκολο γι’ αυτό του έδωσε τον ρόλο σε αυτό το έργο για ηθοποιό, οργανικό σύνολο και μαγνητοταινίες.

Γιάννης Χρήστου, Αναπαράσταση III [Ο Πιανίστας], 1968

• Πήγαμε τότε, το 1970, στη γιορτή του Γιάννη σε μια ταβέρνα στο Λιόπεσι, όπου κάναμε όλες τις γιορτές. Ο ταβερνιάρης είχε γεμίσει τον χώρο με λουλούδια και ο Γρηγόρης είπε «σαν Επιτάφιος είναι αυτό», σήκωσε ένα τραπέζι με λουλούδια και το περιέφεραν παντού. Αυτό είναι κάτι που σκέφτομαι μέχρι σήμερα. Βέβαια, μετά συνέβη το δυστύχημα και έκτοτε ψάχνουμε να βρούμε συνδέσεις, σημάδια. Εμένα μου αρέσει να πιστεύω σε τέτοια μεταφυσικά. Κάνω πολλές σκέψεις για τον θάνατο, πως όταν ο θάνατος είναι αιφνίδιος δεν υποφέρεις γιατί καθώς μεγαλώνεις και γερνάς, κάθε χρόνο κάτι χάνεις. Εγώ έχασα την Άνδρο, δεν μπορώ να ανέβω τα 127 σκαλιά. Είναι ένα μέρος που λατρεύω, στο οποίο μου άρεσε να πηγαίνω και μετά τον θάνατο του Γρηγόρη και να μένω μόνη μου.

• Στο αυτοκίνητο του Χρήστου εκείνη τη νύχτα ήμασταν έξι και μείναμε τρεις. Οι δυο σκοτώθηκαν επί τόπου, ο Χρήστου και η γυναίκα του Στέφανου Βασιλειάδη, ενώ η γυναίκα του Χρήστου πέθανε δυο εβδομάδες αργότερα. Ο Γρηγόρης ήταν ο πιο τυχερός, έπαθε ελαφριά διάσειση, ο Στέφανος Βασιλειάδης βαριά διάσειση κι εγώ έσπασα τη λεκάνη μου. Αλλά βρίσκω μια αδικία σε όλο αυτό· ο Γρηγόρης κι εγώ δεν είχαμε παιδιά και ζήσαμε, ο Βασιλειάδης είχε δυο παιδιά που έχασαν τη μητέρα τους. Ο Χρήστου είχε τρία παιδιά που έχασαν και τους δυο γονείς τους.

• Το γεγονός αυτό καθόρισε τη ζωή του Γρηγόρη απολύτως. Μάλιστα, τα πρώτα χρόνια άρχισε να θέλει να κάνει μουσική, να μάθει νότες, ρυθμούς και έκανε ένα-δυο πράγματα που είχαν ενδιαφέρον. Εκείνη την εποχή δεν ζωγράφιζε, ξεκίνησε αργότερα και πήγε καλά. Όταν έκανε τις «Κούκλες» έβαλε ήχους και μια μαγνητοταινία που έπαιζε σε λούπα, δεν απομακρύνθηκε δηλαδή από τον Χρήστου.

• Ο Χρήστου σε απελευθέρωνε. Από κει που δεν μπορούσα να βγάλω την κραυγή, αργότερα στα έργα του χτυπιόμουν ανεξέλεγκτα: χτυπούσα μέσα στο πιάνο, μέσα στις χορδές, με το ένα χέρι έπαιζα συγχορδίες και με το άλλο είχα έναν χάρακα πλαστικό και κοπανούσα τις χορδές. Αισθανόμουν διονυσιασμένη όταν το έκανα αυτό. Μάλιστα, μια φορά, στο τέλος της «Πράξης για 12», ήρθαν οι μουσικοί γύρω από το πιάνο και φώναζαν κι εγώ δεν καταλάβαινα, τόσο που χτύπησα με τον χάρακα μια βιολονίστρια στο σαγόνι και έπεσε κάτω. Τον Χρήστου δεν τον ενδιέφερε αυτό που έλεγε «η πόρνη αισθητική». Τον ενδιέφερε να βγάζει μόνο συναίσθημα.

Νέλλη Σεμιτέκολο, πιανίστρια Facebook Twitter
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LiFO

• Χωρίζω τη ζωή μου πριν και μετά τον Χρήστου και πριν και μετά τον Γρηγόρη. Αυτή είναι φοβερή μοιρασιά της ζωής σε κομμάτια.

• Για να βιοποριζόμαστε, έκανα μαθήματα ιδιαίτερα, δεν ήθελα να πάω σε ωδεία, δεν μου αρέσουν, και ο Γρηγόρης είχε ανοίξει ένα μαγαζί με τουριστικά αντικείμενα κοντά στο Αρχαιολογικό Μουσείο.

• Με ενδιέφερε η σύγχρονη μουσική. Είχα γνωριστεί με τον Θόδωρο Αντωνίου, που ήταν κι εκείνος στο Μόναχο και είχε πιανίστρια την Αλίκη Βατικιώτη. Ήμασταν λίγες οι πιανίστριες τότε και ήταν πιο εύκολα τα πράγματα, έκανες εύκολα καριέρα, αλλά δεν ζούσες αν δεν ήσουν σε ωδείο ή δεν έκανες μαθήματα. Κάποια στιγμή, που δεν μπορούσε να παίξει, έπαιξα εγώ στη θέση της και κόλλησα με τη σύγχρονη μουσική, ήμουν στο Ελληνικό Συγκρότημα Σύγχρονης Μουσικής που είχε ιδρύσει ο Θόδωρος. Έμεινα πολλά χρόνια εκεί κι αυτό ήταν και καλό και κακό, έφυγα από την κλασική μουσική λιγάκι. Με τη σύγχρονη μουσική υπάρχει ένας μεγάλος κίνδυνος. Μπορεί να μελετάς ένα έργο για μέρες και μετά να βλέπεις ότι το έργο είναι μάπα, αλλά πρέπει να το παίξεις. Ένιωσα κάποια στιγμή ότι είχα χάσει πολύ χρόνο γιατί στην κλασική μουσική παίζουμε τα καλά των καλύτερων – δηλαδή ο Μπετόβεν έχει γράψει και πράγματα που δεν είναι καλά. Εμείς ξέρουμε τα καλά, αυτά έχουν μείνει, αυτά παίζουμε. Καμιά φορά πας να ακούσεις «άγνωστα» ή «άπαιχτα» έργα και πλήττεις θανάσιμα: υπάρχει κάποιος λόγος που δεν παίζονται, δεν αρέσουν και καλώς έχουν μείνει άπαιχτα. Μη γελιόμαστε, αυτά που ακούμε είναι ο αφρός της μουσικής, σε αυτά πηγαίνουμε.

• Έπαιζα και στο Τρίτο Πρόγραμμα και λόγω της σύγχρονης μουσικής γνώρισα όλους τους συνθέτες που μετά απέκτησαν θέσεις, τον Κουρουπό, τον Γρηγορίου και άλλους. Με τον Σφέτσα και τον Μικρούτσικο ήμασταν πολύ κοντά. Αυτοί ήταν λίγα χρόνια νεότεροί μου, αλλά με αγαπούσαν γιατί ήμασταν δυο-τρεις πιανίστριες που παίζαμε σύγχρονα. Υπήρχε ένα πνεύμα εκείνη την εποχή, στη Μεταπολίτευση, οι συνθέτες έψαχναν πολύ, υπήρχε μεγάλος ενθουσιασμός. Θα μπορούσα να πω ότι έμοιαζε με τη Γαλλία της προηγούμενης δεκαετίας που ήταν όλοι μαζί οι δημιουργοί, μια τέτοια κατάσταση υπήρχε. Ο Χατζιδάκις ήταν ο κεντρικός πόλος. Βέβαια και μέσα στη χούντα, μπορεί λίγα έργα να ήταν σπουδαία, αλλά είχαμε ένα τρομερό νεανικό κοινό που έκανε αντίσταση μη ακούγοντας κλασική μουσική, ήταν ενθουσιώδες και επαναστατικό – ίσως και γι’ αυτό μου άρεσε η σύγχρονη μουσική. Σε μια συναυλία με τον Σπύρο Σακκά στο ΡΕΞ, που έγινε μέσα στη χούντα, στο τέλος άρχισε να τραγουδά ο Σπύρος το «Πότε θα κάνει ξαστεριά» κι εγώ χτυπούσα το πιάνο σαν κρουστό – το πήρε ο κόσμος και άρχισε να τραγουδά. Νομίζω αυτή ήταν η πιο συγκινητική στιγμή που έζησα σε όλη μου την καριέρα. Γενικά, στη χούντα τη γλιτώσαμε, αν και ο Γρηγόρης έκανε παράτολμα πράγματα. Όταν έγινε ο σταθμός του Πολυτεχνείου, έβαζε το ραδιόφωνο στη διαπασών στο μπαλκόνι – εγώ φοβόμουν τους σπιούνους, γιατί η γειτονιά δεν με χώνευε επειδή έπαιζα πιάνο όλη μέρα και τους ενοχλούσα.

• Γνωρίζαμε τον αδελφό του Λουκιανού Κηλαηδόνη που ήταν ζωγράφος και φαντάζομαι γι’ αυτόν τον λόγο με κάλεσε να παίξω στο «Πάρτυ στη Βουλιαγμένη» το 1983 – και επειδή έπαιζα σύγχρονη μουσική. Τι θυμάμαι από αυτό; Ξέρεις, είναι κάποιες συναυλίες εξαιρετικές που φεύγεις με ένα δράμα, σαν να κουβαλάς όλο το βάρος του κόσμου επάνω σου. Και σου αρέσει αυτό, δηλαδή άκουσες κάτι φοβερά καλό, που είναι ταυτόχρονα και κάτι λυτρωτικό που δεν σε αφήνει να πέσεις. Είναι και μερικές συναυλίες, ελάχιστες, που σου δημιουργούν ένα αίσθημα ευτυχίας, σαν να πετάς στον αέρα. Είδα μια τέτοια πρόσφατα και ενώ δεν θυμάμαι τι έφαγα χθες, τη θυμάμαι νότα-νότα.

Νέλλη Σεμιτέκολο - Scott Joplin New Rag / Πάρτυ στη Βουλιαγμένη

• Λοιπόν, με τη συναυλία του Λουκιανού, αισθανόμουν ότι ήμουν σε μια παρέα χιλιάδων ανθρώπων, σε μια εξέδρα, και παίζω, κουνιέμαι ελαφρά και έρχονται βαρκούλες κοντά μας. Είχα ένα αίσθημα ευτυχίας που δεν έχω νιώσει ξανά γιατί σε όλες τις συναυλίες έχω πολύ τρακ, ακόμα και σήμερα, είναι θέμα χαρακτήρα.

• Σχεδόν όλοι οι μουσικοί έχουν τρακ και ο καθένας το αντιμετωπίζει αλλιώς. Εγώ παίρνω χαπάκια για να μη διαλυθώ, τρέμω το Βατερλό, άλλους δεν τους νοιάζει, παίζουν κάνοντας και λάθη και αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον, καθένας βρίσκει κάτι να βοηθηθεί. Αν δεν έχεις τρακ, είσαι κομπιουτεράκι – πρόβλημα θα το έλεγα και αυτό. Νομίζω σε όλες τις συναυλίες ξεκινάς με τρακ, μετά κάπως προσαρμόζεσαι. Υπάρχουν κάποιες στιγμές που νιώθεις θεϊκά, ότι όλος ο κόσμος είναι δικός σου, κοντά σου, ακόμα και αν μερικοί κοιτάζουν το κινητό τους ή ψιλοκοιμούνται. Σε κάθε αίθουσα μπορεί να είναι πέντε άνθρωποι που σου στέλνουν μια ενέργεια απίστευτη. Γι’ αυτό και δεν μου αρέσουν οι ηχογραφήσεις, θέλω να μου στείλει μια δόνηση το κοινό, να μην είμαι εγώ και το μηχάνημα.

https://www.lifoshop.gr/product/nikos-valsamakis/
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

• Όλοι οι νεότεροι πιανίστες πιστεύω είναι καλύτεροι από ό,τι ήμασταν εμείς παλιά. Αυτό είναι καλό και το λέω και με την εμπειρία της δασκάλας, μια ιδιότητα που την κατανόησα και την εκτίμησα πολύ αργά, όταν πήγα να διδάξω στο Ωδείο της Καλαμάτας που διηύθυνε ο Σφέτσας. Πήγα λοιπόν σε μια πόλη θαυμάσια, μπήκα στο Ωδείο και είχε δυο πιάνα Steinway καινούργια και από ένα Yamaha καινούργιο σε κάθε αίθουσα. Και επειδή συνήθως πας σε ωδεία και βλέπεις παμπάλαια πιάνα που δεν παίζουν, μαγεύτηκα και άρχισα μια άλλη καριέρα. Στα ωδεία φοιτούν πολλά παιδιά επειδή «πρέπει», όταν μπαίνουν στα πανεπιστήμια εγκαταλείπουν τη μουσική ή παίρνουν ένα πτυχίο, το κάνουν κορνίζα και δεν ξαναπαίζουν. Για να γίνεις μουσικός πρέπει κάτι να σε τρώει μέσα σου, πολύ βαθιά, για να αντέξεις και την αποτυχία και τον ανταγωνισμό και την απελπισία. Πρέπει να έχεις γερά νεύρα, γερό μυαλό και μεγάλη υπομονή, σαν αυτή των αθλητών που προπονούνται πέντε χρόνια για να τρέξουν δέκα δευτερόλεπτα.

• Τη σύγχρονη τέχνη την υποτιμάμε πολύ, όχι μόνο σήμερα, πάντα την υποτιμούσαμε. Ο Χατζιδάκις είχε πει κάποτε ότι ένας που καταλαβαίνει τον Μπραμς θα καταλάβει και τα καλά σύγχρονα έργα.

• Εμένα με ενοχλεί να είμαστε διαρκώς σε θέση κριτή, να κρίνουμε την ώρα που ακούμε. Ο Πογκορέλιτς κάνει ό,τι θέλει, πες το αντιεπαγγελματικό, αντιμουσικό, κι εγώ δεν ξέρω τι, αλλά σε μαγεύει, αυτό έχει σημασία. Οι μεγάλοι ερμηνευτές είναι πιο «δημιουργοί» από τους μέτριους συνθέτες. Έχουμε πάρα πολύ καλούς νέους μουσικούς, αλλά δεν υπάρχει σιγουριά επαγγελματική και αναζητούν μια θέση σταθερή. Βέβαια τις θέσεις τις καλύτερες δεν τις έχουν οι καλύτεροι, αλλά αυτή είναι η ιστορία της χώρας μας.

• Μου αρέσει να σκέφτομαι τη ζωή μου, έφτασα μέχρι εδώ χωρίς μιζέρια. Ακούω μουσική γιατί για μένα είναι ψυχοθεραπεία αλλά και καθαρή μορφή σκέψεων και συναισθημάτων. Αγαπάω τη φύση, την τέχνη και τους νέους ανθρώπους και δεν καταλαβαίνω γιατί οι άνθρωποι δέχονται τις δικαιολογίες μιας επιτιθέμενης χώρας όταν όλοι ξέρουν τι εμπεριέχει ένας πόλεμος. Ξέρω ότι δεν είναι δημοφιλές αυτό που θα πω, αλλά ελπίζω σε μια παγκόσμια καταστροφή που θα γεννήσει ένα νέο είδος ανθρώπου.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO. 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Μουσική
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«O Γιάννης Χρήστου δεν είναι ο "αναρχικός" που νόμιζαν κάποιοι κάποτε»

Βιβλίο / «O Γιάννης Χρήστου δεν είναι ο "αναρχικός" που νόμιζαν κάποιοι κάποτε»

Ο ιδιοφυής μουσικός έφυγε αναπάντεχα στα 44 του, αφήνοντας πίσω του ανεκπλήρωτα σχέδια. Ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, ο οποίος ουσιαστικά δεν τον γνώρισε ποτέ, αλλά η ζωή τα έφερε έτσι ώστε να παίξει καθοριστικό ρόλο στη διάσωση του έργου του, υπογράφει σήμερα το πιο ενημερωμένο βιβλίο για εκείνον.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Παναγιώτης Κουνάδης

Οι Αθηναίοι / Παναγιώτης Κουνάδης: «Η Μπέλλου ήταν μάγκας. Ο Τσιτσάνης, θεός»

Από τη μεταπολεμική Νέα Φιλαδέλφεια μέχρι τις πολύτιμες παρέες των ρεμπετών, η διαδρομή του είναι ταυτισμένη με την ιστορία του λαϊκού τραγουδιού. Δημιούργησε ένα μοναδικό αρχείο 10.000 δίσκων, διασώζοντας έναν ολόκληρο κόσμο που χανόταν. Ο ερευνητής και μελετητής της ελληνικής μουσικής, Παναγιώτης Κουνάδης, αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Χάρις Αλεξίου

Οι Αθηναίοι / Χάρις Αλεξίου: «Ένα καθαρό σπίτι θέλω να είμαι, γεμάτο ζωή και αίσθημα»

Από το δημοτικό τραγούδι, στο «Δι' ευχών», στην «Οδό Νεφέλης», ως τις μεγάλες περιοδείες στην άκρη του κόσμου, η φωνή της δεν άφησε κανέναν ασυγκίνητο. Κι αν σήμερα την έχει κερδίσει το θέατρο και η τηλεόραση, αυτό δεν αλλάζει ούτε στο ελάχιστο την ιστορία που έχει γράψει στο ελληνικό τραγούδι. Η Χάρις Αλεξίου αφηγείται τη ζωή της στη LiFO.
M. HULOT
Κορμί κι αλάτι, Μπέσσυ μου!

Οι Αθηναίοι / Κορμί κι αλάτι, Μπέσσυ μου!

Η καριέρα της μετράει πάνω από μισό αιώνα. Αν και έχει να βγάλει δίσκο από το 1983, τα τραγούδια που ηχογράφησε μέσα σε μια δεκαετία έχουν απήχηση σήμερα σε 17χρονα παιδιά, κι αυτό την κάνει να νιώθει έφηβη. Η Μπέσσυ Αργυράκη αφηγείται τη ζωή της στη LiFO.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Αγγελική Στελλάτου

Οι Αθηναίοι / Αγγελική Στελλάτου: «Έχει σημασία να μιλήσω για μένα;»

Το άστρο της ξεχώρισε δίπλα στον Δημήτρη Παπαιωάννου τα πρώτα χρόνια της Ομάδας Εδάφους. Μετά, διέγραψε τη δική της αταλάντευτη πορεία. Η Αγγελική Στελλάτου αφηγείται τη ζωή της στη LiFO, αν και πιστεύει ότι δεν «έχει σημασία να μιλάμε για εμάς σε έναν κόσμο όπου συμβαίνουν πράγματα τρομακτικά»
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Fíglio Böler: «Η bass culture είναι για όλους, δεν έχει κάτι να αποδείξει»

Μουσική / Ένας 22χρονος φέρνει ξανά την κουλτούρα του μπάσου στην πόλη

Ο νεαρός μουσικός παραγωγός Fíglio Böler βρίσκεται πίσω από το Bass Asylum, ένα νέο event που έρχεται στην Αθήνα σε συνεργασία με τη βρετανική διαδικτυακή πλατφόρμα Keep Hush, και έχει στόχο την αναβίωση της bass κουλτούρας.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Η επιστροφή των Massive Attack με τον Tom Waits σε ένα τραγούδι για τους πολέμους του τώρα

M.Hulot / Η επιστροφή των Massive Attack με τον Tom Waits σε ένα τραγούδι για τους πολέμους του τώρα

Στο «Boots on the Ground», οι Massive Attack επιστρέφουν με ένα σκοτεινό, υπνωτικό κομμάτι όπου η φωνή του Tom Waits μετατρέπει τον πόλεμο, την αστυνομική βία και την κοινωνική αποσύνθεση σε έναν ενιαίο, εφιαλτικό βρόχο χωρίς διέξοδο
M. HULOT
Όταν οι σημαντικότεροι djs της εποχής μας μίλησαν στη LifO

Μουσική / Όταν οι σημαντικότεροι djs της εποχής μας μίλησαν στη LifO

Είχαμε προβλέψει before it was cool το τεράστιο κύμα της techno μουσικής που βιώνουμε τώρα γι' αυτό και δώσαμε χώρο και φωνή στους καλλιτέχνες που καθόρισαν με τη δουλειά τους το είδος. Η dj Φώφη Τσεσμελή ήταν ο καταλληλότερος άνθρωπος για να τους μιλήσει.
ΦΩΦΗ ΤΣΕΣΜΕΛΗ
Borderline 2026: Το μουσικό φεστιβάλ της Στέγης επιστρέφει στο Onassis Ready

Μουσική / Borderline 2026: Το μουσικό φεστιβάλ της Στέγης επιστρέφει στο Onassis Ready

Στα 15 του χρόνια, το Borderline Festival επιστρέφει δυναμικά, μετατρέποντας για ακόμη μία χρονιά την Αθήνα σε ένα ζωντανό πεδίο ηχητικών πειραματισμών, με 25 ονόματα από τη διεθνή και εγχώρια σκηνή και οπτικοακουστικές παραγωγές σχεδιασμένες ειδικά για το φεστιβάλ.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Η Ολίνα γράφει τραγούδια για όσα την συγκινούν

Μουσική / ολίνα: «Με ενοχλεί που οι πλατφόρμες στηρίζουν απαίσιους ανθρώπους»

Το ντεμπούτο της «Τi se sygkinise?» είναι ένα τρυφερό άλμπουμ με γυναικεία ματιά και ιστορίες που κινούνται στα όρια του σουρεαλισμού, περιγράφοντας τις αμέτρητες εναλλαγές συναισθημάτων που βιώνουμε σε μια μέρα.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Παναγιώτης Κουνάδης

Οι Αθηναίοι / Παναγιώτης Κουνάδης: «Η Μπέλλου ήταν μάγκας. Ο Τσιτσάνης, θεός»

Από τη μεταπολεμική Νέα Φιλαδέλφεια μέχρι τις πολύτιμες παρέες των ρεμπετών, η διαδρομή του είναι ταυτισμένη με την ιστορία του λαϊκού τραγουδιού. Δημιούργησε ένα μοναδικό αρχείο 10.000 δίσκων, διασώζοντας έναν ολόκληρο κόσμο που χανόταν. Ο ερευνητής και μελετητής της ελληνικής μουσικής, Παναγιώτης Κουνάδης, αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Χάρις Αλεξίου

Οι Αθηναίοι / Χάρις Αλεξίου: «Ένα καθαρό σπίτι θέλω να είμαι, γεμάτο ζωή και αίσθημα»

Από το δημοτικό τραγούδι, στο «Δι' ευχών», στην «Οδό Νεφέλης», ως τις μεγάλες περιοδείες στην άκρη του κόσμου, η φωνή της δεν άφησε κανέναν ασυγκίνητο. Κι αν σήμερα την έχει κερδίσει το θέατρο και η τηλεόραση, αυτό δεν αλλάζει ούτε στο ελάχιστο την ιστορία που έχει γράψει στο ελληνικό τραγούδι. Η Χάρις Αλεξίου αφηγείται τη ζωή της στη LiFO.
M. HULOT