ΕΙΝΑΙ ΙΔΕΑ ΜΟΥ ή έχει γίνει πλέον πολύ πιο δύσκολο για έναν καλλιτέχνη να αποκτήσει πραγματικά μαζική απήχηση σε σχέση με παλιότερα; Η Slayyyter, η 29χρονη δημιουργός από το Μιζούρι που πρόσφατα κυκλοφόρησε το νέο της άλμπουμ, είναι μια αρκετά χαρακτηριστική περίπτωση. Έχει ξεκάθαρη ταυτότητα, ιδιαίτερο ήχο, πιστούς φαν και μια αισθητική που ξεχωρίζει (αν και αυτό σηκώνει συζήτηση) – με λίγα λόγια, τα κάνει σχεδόν όλα «σωστά». Κι όμως, δεν έχει φτάσει ακόμη σε εκείνο το καθολικό breakthrough που θα τη μετατρέψει σε mainstream σταρ. Και αυτό από μόνο του λέει κάτι για την εποχή.
Κάτι παρόμοιο, αν και με διαφορετικές διαδρομές, έχει συμβεί και με καλλιτέχνιδες όπως η Sabrina Carpenter, η Charli XCX, η Olivia Dean ή ακόμα και η Chappell Roan, αν το σκεφτεί κανείς πιο προσεκτικά. Όλες έχουν ταλέντο, προσωπικότητα και απήχηση, αλλά η μετάβαση από το «ανερχόμενο όνομα» στο απόλυτο mainstream δεν είναι ούτε αυτονόητη ούτε γρήγορη. Καμιά φορά μοιάζει να απαιτείται πλέον ένα είδος «νομιμοποίησης» – είτε μέσα από νοσταλγικές αναφορές είτε μέσα από τη στήριξη παλιότερων pop icons, όπως είδαμε πρόσφατα στην περίπτωση της Carpenter με τη Madonna στο Coachella.
Τη Slayyyter φαίνεται να μην τη νοιάζει η αποδοχή αλλά το να δημιουργεί μουσική που την εκφράζει πλήρως – στόχος δεν είναι να κυνηγήσει κάποιο εφήμερο trend.
Ίσως τελικά να μην είναι απλώς σύμπτωση. Η μουσική βιομηχανία έχει αλλάξει ριζικά – κι αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο, το έχουμε δει και ξαναπεί. Η υπερπληθώρα περιεχομένου, οι αλγόριθμοι που καθορίζουν τι θα φτάσει σε ποιον και η διάσπαση του κοινού σε μικρότερες, πιο εξειδικευμένες κοινότητες έχουν μεταμορφώσει το τοπίο. Εκεί που κάποτε υπήρχαν λίγες μεγάλες πλατφόρμες που λειτουργούσαν ως κοινό σημείο αναφοράς, σήμερα ο καθένας κινείται στον δικό του μουσικό μικρόκοσμο.
Slayyyter - «Old Technology» (Official Video)
Οπότε ναι, ίσως η μουσική να έχει «γιγαντωθεί» σε τέτοιο βαθμό που η μαζική απήχηση να μην αποτελεί πλέον τον κανόνα αλλά την εξαίρεση. Και ίσως αυτό να μην είναι απαραίτητα αρνητικό αν ο στόχος είναι πάντα η καλή μουσική. Αν σημαίνει ότι η επιτυχία έχει αλλάξει μορφή και μετριέται με διαφορετικά κριτήρια, είναι παντελώς αδιάφορο. Ειδικά αν δεχτεί κανείς ότι δεν προκύπτει πια οργανικά όπως κάποτε, αλλά διαμορφώνεται αποκλειστικά μέσα από τους μηχανισμούς και τις στρατηγικές της ίδιας της βιομηχανίας.
Για να γυρίσουμε, όμως, στη Slayyyter, το «WOR$T GIRL IN AMERICA» είναι μία από τις πιο αξιοσημείωτες ποπ κυκλοφορίες της χρονιάς. Είναι το τρίτο της κατά σειρά άλμπουμ. Πρόσφατα δήλωσε στην «Guardian»: «Δεν αναζητώ απαραίτητα μια mainstream επιτυχία. Αν όμως συμβεί, καλώς». Ακούγεται κάπως απογοητευμένη ή μήπως όχι;
Η ίδια δεν φαίνεται να αναζητά πλέον τόσο το σταριλίκι όσο μια πιο ανεπιτήδευτη περσόνα και ίσως στην πορεία κάπου εκεί να γνωρίσει και την πολυπόθητη εμπορική επιβεβαίωση.
Με τα δύο προηγούμενα άλμπουμ της, το «Troubled Paradise» (2021) και το «Starfucker» (2023), που είχαν μερικά πιασάρικα κομμάτια τα οποία δυνητικά θα μπορούσαν να γίνουν μεγάλα χιτ, δεν κατάφερε να εδραιωθεί ως όνομα. Και η αλήθεια είναι ότι προσωπικά δεν ήξερα καν ποια είναι πριν από την κυκλοφορία του νέου της δίσκου, που παρεμπιπτόντως έχει πάρει διθυραμβικές κριτικές στο εξωτερικό.
Η Catherine Grace Garner, όπως είναι το πραγματικό της όνομα, αναδύθηκε μέσα από το διαδίκτυο. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Σεντ Λούις (όπως η Sexyy Red – ίσως αυτό εξηγεί τα πολλαπλά «y» στα ονόματά τους), είχε μια σχετικά απομονωμένη εφηβεία, μακριά από τα μεγάλα πολιτιστικά κέντρα, με μόνη διέξοδο το ίντερνετ και πλατφόρμες όπως το Tumblr και το Twitter.
Από μικρή ηλικία επηρεάστηκε από καλλιτέχνιδες όπως η Britney Spears και η Paris Hilton, οι οποίες εκπροσωπούσαν μια εποχή υπερβολής, λάμψης αλλά και απόλυτου χάους. Αυτή η διττή φύση της διασημότητας –ταυτόχρονα ελκυστική και προβληματική– θα αποτελέσει αργότερα βασικό θέμα στη μουσική της.
Προτού αφοσιωθεί πλήρως στη μουσική, εργάστηκε ως ρεσεψιονίστ σε κομμωτήριο, μια εμπειρία που συχνά αναφέρει ως πηγή έμπνευσης για τους στίχους της. Εκείνη την περίοδο άρχισε να δημιουργεί μουσική στον υπολογιστή της και να ανεβάζει τραγούδια στο SoundCloud. Χωρίς επαγγελματικό εξοπλισμό αλλά με έντονη δημιουργικότητα, έφτιαξε έναν ήχο που συνδύαζε hyperpop στοιχεία, κιτς αισθητική και μια συνειδητή υπερβολή. Το όνομα Slayyyter προέκυψε έπειτα από έναν χωρισμό και μέσα από την ανάγκη της να χτίσει μια ξεχωριστή ψηφιακή ταυτότητα, κάτι που πέτυχε με τη χρήση των τριών «y».
Το 2019 αποτέλεσε σημείο καμπής για την καριέρα της, καθώς κυκλοφόρησε το πρώτο της mixtape με επιρροές bubblegum pop των αρχών των 2000s και στίχους που κινούνται μεταξύ camp και υπερβολής, το οποίο βρήκε απήχηση κυρίως σε διαδικτυακές και queer κοινότητες.
Αποφάσισε να μετακομίσει στο Λος Άντζελες για να κυνηγήσει το όνειρό της. Εκεί ξεκίνησε να εργάζεται πιο συστηματικά πάνω στη μουσική της. Το πρώτο της στούντιο άλμπουμ, το «Troubled Paradise» (2021), σηματοδότησε μια σημαντική εξέλιξη: ο ήχος της έγινε πιο καθαρός, ενώ η θεματολογία της διευρύνθηκε. Εμπνευσμένη από κινηματογραφικές αναφορές και την εμπειρία της στη βιομηχανία, δημιούργησε ένα έργο που διερευνά τη φήμη, τις σχέσεις και την ψυχολογία της επιτυχίας. Τα synths παραμένουν βασικό στοιχείο, αλλά χρησιμοποιούνται με πιο σκοτεινό και δραματικό τρόπο.
Το επόμενο άλμπουμ, το «Starfucker», κινήθηκε ακόμη πιο βαθιά σε αυτήν τη σκοτεινή κατεύθυνση. Η Slayyyter παρουσίασε μια πιο ωμή και ειλικρινή εκδοχή της εμπειρίας της στο Λος Άντζελες, εστιάζοντας στις αντιφάσεις της διασημότητας. Ο ήχος έγινε πιο βαρύς, με επιρροές από το industrial και το electro, ενώ οι στίχοι ανέδειξαν θέματα όπως η επιθυμία και η αποξένωση με αρκετές δόσεις χιούμορ. Ίσως σε κάποια σημεία να θυμίζει παραπάνω απ’ όσο πρέπει τη Lady Gaga για τα γούστα μου, κάτι που δεν γνωρίζω αν ήταν εσκεμμένο και αν είναι εν τέλει καλό ή κακό. Παρ’ όλα αυτά είναι ένα αξιοπρεπέστατο άλμπουμ που δεν σημείωσε την εμπορική επιτυχία που ίσως περίμενε, γεγονός που την επηρέασε έντονα, κάνοντάς τη να θέλει να τα παρατήσει.
Slayyyter - «Unknown Loverz» (Official Video)
Η απογοήτευση και ο θυμός έγιναν η αφετηρία για το «Worst girl in America», ένα άλμπουμ που ξεκίνησε ως ένα ηχηρό αντίο, αλλά κατέληξε να επαναπροσδιορίσει την καριέρα της. Η ίδια το περιγράφει ως το πιο αυθεντικό άλμπουμ της, καθώς επιστρέφει στις ρίζες της και στις μουσικές επιρροές της εφηβείας της. Γενικά, ο ήχος του συνδυάζει την ηλεκτρονική ποπ με ’80s πανκ και indie sleaze στοιχεία, δημιουργώντας ένα πιο επιθετικό στυλ. Σε αντίθεση με το πιο «γυαλισμένο» ύφος που είχαν οι προηγούμενες δουλειές της, εδώ η παραγωγή είναι πιο τραχιά και άμεση.
Το αποτέλεσμα είναι ένας δίσκος που δεν φοβάται να είναι αντιδραστικός, προκλητικός, υπερσεξουαλικός και συναισθηματικά φορτισμένος και που ταυτόχρονα κρύβει μερικά bangers όπως το «Old Technology» και το «Crank» αλλά και πιο ευάλωτες στιγμές όπως το «Unknown Loverz».
Ο τίτλος, «Worst girl in America», αντικατοπτρίζει τόσο την προσωπική της εμπειρία όσο και μια ειρωνική στάση απέναντι στη δημόσια εικόνα της. Προέρχεται από μια έκφραση που χρησιμοποιούσε η παρέα των skaters που είχε στη γενέτειρά της. Μέσα από αυτό το πρότζεκτ, τη Slayyyter φαίνεται να μην τη νοιάζει η αποδοχή αλλά το να δημιουργεί μουσική που την εκφράζει πλήρως – στόχος δεν είναι να κυνηγήσει κάποιο εφήμερο trend. Έχει μιλήσει ανοιχτά για την πίεση που ένιωσε να κάνει «επιτυχίες» και για το πώς αυτό επηρέασε τη δημιουργικότητά της.
Αντί να συνεχίσει σε αυτή την κατεύθυνση, επέλεξε να αποστασιοποιηθεί και να επικεντρωθεί σε κάτι που θεωρεί πιο ουσιαστικό. Αυτό την έκανε να αυτοπροσδιορίζεται ως «anti-pop star», ως μια δημιουργός που λειτουργεί έξω από τα παραδοσιακά πρότυπα. Τουλάχιστον ακούγεται διαφορετική απ’ ό,τι κυκλοφορεί τελευταία στην ποπ –βλέπε Olivia Rodrigo– και αυτό σίγουρα την κάνει must.
Slayyyter - «Crank» (Official Video)