Κατά τον Μπαμπινιώτη, ως καψούρα ορίζεται ο «σφοδρός έρωτας και το πάθος που νιώθει κανείς για άλλο πρόσωπο», και καψούρης είναι «αυτός που είναι πολύ ερωτευμένος». Συχνά συνδέεται με παράπονο, αμφιβολία ή έρωτα που δεν ευδοκιμεί, με πόνο, λειτουργώντας ως μηχανισμός εθισμού.
Με κεντρικό θέμα τη χαρακτηριστική αυτή ελληνική έννοια, ο Βασίλης Βηλαράς συναντάει για πρώτη φορά τον Μίνωα Θεοχάρη στο live stage του Σταυρού του Νότου+(Plus) στις 8 Μαΐου και μαζί ανοίγουν διάπλατα την πόρτα σε μια βραδιά που αποθεώνει την ελληνική καψούρα unplugged, αλλά καθόλου διακριτικά. Χωρίς ενοχές, χωρίς προσχήματα, χωρίς το γνωστό σνομπάρισμα απέναντι στα τραγούδια που όλοι ξέρουν και πολύ συχνά αγαπούν περισσότερο απ’ όσο ομολογούν. Τραγούδια ερωτικά, βραδινά, λαϊκά, ποπ, υπερβολικά όσο πρέπει και αληθινά ακριβώς επειδή δεν προσποιούνται τίποτα. Οι δύο καλλιτέχνες αφιερώνουν τη βραδιά σε όλα τα πλάσματα που ερωτεύτηκαν βαθιά και γιόρτασαν με τα τραγούδια των δεκαετιών ’90 και ’00. Με χιούμορ, θράσος, τρυφερότητα και τη σωστή δόση δράματος βουτάνε σε ένα ρεπερτόριο που δεν ζητά ποτέ συγγνώμη για το συναίσθημά του.
Ο Βασίλης Βηλαράς μιλάει για την καψούρα και τα τραγούδια που δεν θα ντραπεί ποτέ να γουστάρει.
«Πιστεύω ότι όλα τα έθνη αγαπάνε και πονάνε. Και ενώ θεωρώ πώς η Ελλάδα είναι από τα χειρότερα έθνη παγκοσμίως, πρέπει να παραδεχτώ πως κανένα άλλο έθνος δεν έγραψε “Τα όνειρά μου σαν τα πέταλα μιας ανεμώνας, που τη σκόρπισες φυσώντας σαν να ’σουν χειμώνας”».
— Τι είναι η «καψούρα» για σένα; Είναι κάτι αυστηρά ερωτικό ή περισσότερο μια στάση ζωής;
Ας ξεκινήσουμε λέγοντας πως η καψούρα είναι κάτι πολύ ελληνικό. Δεν είμαι σίγουρος καν αν μεταφράζεται σε άλλες γλώσσες. Σαν το κέφι! Είναι σίγουρα ερωτική κατάσταση, αλλά όχι απαραίτητα. Δηλαδή μπορεί εγώ να καψουρευτώ τον γκόμενό μου, αλλά με έναν τρόπο καψούρα έχουν και πολλές κόρες με τους πατεράδες τους, όπως και πολλοί γιοι με τους πατεράδες τους. Πρόβλημα; Ναι. Καψούρα; Επίσης ναι.
— Πού τελειώνει ο έρωτας και πού αρχίζει η καψούρα;
Ο έρωτας και η καψούρα είναι εκείνα τα ξαδέλφια που γεννήθηκαν την ίδια χρονιά, οπότε μεγαλώνουνε μαζί, αλλά σε διαφορετικά σπίτια. Επίσης, βασική διαφορά: ο έρωτας είναι Ζυγός, ενώ η καψούρα Αιγόκερως.
— Πιστεύεις ότι η καψούρα είναι κάτι βαθιά ελληνικό ή απλώς εμείς της δώσαμε καλύτερο soundtrack;
Πιστεύω ότι όλα τα έθνη αγαπάνε και πονάνε. Και ενώ θεωρώ πώς η Ελλάδα είναι από τα χειρότερα έθνη παγκοσμίως, πρέπει να παραδεχτώ πως κανένα άλλο έθνος δεν έγραψε «Τα όνειρά μου σαν τα πέταλα μιας ανεμώνας, που τη σκόρπισες φυσώντας σαν να ’σουν χειμώνας». Μπορεί κάπου στη Λιθουανία ή στη Σενεγάλη, για παράδειγμα, να έχει γραφτεί κάτι καλύτερο. Δεν το γνωρίζω.
— Η καψούρα σήμερα βιώνεται αλλιώς σε σχέση με τα ’90s και τα ’00s που τιμάτε στη βραδιά;
Η καψούρα σήμερα έχει iPhone, social media, texting, παρ’ όλα αυτά εξακολουθείς να μην ξέρεις τι θέλει ο άλλος από σένα. Η καψούρα τότε είχε σταθερό τηλέφωνο και πολλή αναμονή. Και επίσης συχνά δεν ήξερες τι θέλει ο άλλος από εσένα. Άρα; Διαφορετικά μονοπάτια, ίδιος προορισμός.
— Ποιο είναι το πρώτο τραγούδι που σου έρχεται στο μυαλό όταν ακούς τη λέξη «καψούρα»;
«Χωρίς νερό μπορώ, χωρίς εσένα όχι», Πάνος Κιάμος.
— Συνδέεις το «guilty pleasure» με την καψούρα;
Δεν συμφωνώ με τον όρο «guilty pleasure». Καταλαβαίνω γιατί υπάρχει, αλλά θα ήθελα σιγά σιγά να κανονικοποιήσουμε τις επιθυμίες μας, ακόμα κι αν μας κάνουν να μοιάζουμε μη έξυπνοι. Γιατί περί αυτού του φόβου πρόκειται. Δεν θα ντραπώ ποτέ που γουστάρω τη Λίτσα Γιαγκούση, sorry.
— Τι έχουν αυτά τα τραγούδια και, όσο κι αν τα κοροϊδεύουμε, επιστρέφουμε πάντα σε αυτά;
Σίγουρα έχουν μια νοσταλγία. Άλλωστε οι άνθρωποι είμαστε αρκετά προγονόπληκτοι. Πιστεύουμε ότι παλιά ήταν καλύτερα. Δεν ήταν. Επίσης υπάρχει μια αίσθηση σκανταλιάς στο να σου αρέσουν αυτά τα τραγούδια, γιατί κοινωνικά δεν χαίρουν εκτίμησης. Σαν να κάνεις κάτι που πρέπει να κρύψεις. Σαν να μην πρέπει να παραδεχτείς ότι σου αρέσει η Πέγκυ Ζήνα, να πρέπει να σου αρέσει η Δήμητρα Γαλάνη. Μεγαλώνοντας όμως ανακαλύπτεις ένα τεράστιο μυστικό: δεν χρειάζεται να διαλέξεις.
— Γιατί πιστεύεις ότι αυτά τα τραγούδια για χρόνια αντιμετωπίζονταν με σνομπισμό;
Γιατί πολλά από αυτά τα τραγουδάνε γυναίκες με ελαφριά ρούχα. Και ο σεξισμός ορίζει τα πάντα στην κοινωνία που ζούμε. Επίσης, είναι τραγούδια που κατά βάση αφορούν την εργατική τάξη, και τις μάζες. Δύο πράγματα που επίσης είναι κοινωνικώς ασυγχώρητα: να είσαι φτωχός και να μοιάζεις με τους άλλους.
— Έχει αλλάξει αυτό σήμερα; Είμαστε πιο ειλικρινείς με τα συναισθήματά μας ή απλώς πιο κυνικοί;
Δεν νομίζω ότι έχει αλλάξει. Ακόμα ο κόσμος και οι τάχα έντεχνοι δημιουργοί κράζουν, ας πούμε, τη Eurovision και την αποκαλούν πανηγύρι. Λες και το πρόβλημα εκεί είναι η μουσική. Όλοι αυτοί οι δήθεν σκεπτόμενοι άνθρωποι γιατί δεν λένε κουβέντα για το γεγονός πως η Eurovision είναι ένα φεστιβάλ που έχει για χορηγό μια εταιρεία από το Ισραήλ και πως γι' αυτόν τον λόγο θα έπρεπε να το μποϊκοτάρουν όλοι; Οι μεγάλες ιδέες περί τέχνης έχουν να κάνουν μόνο με τη μουσική; Όταν παράλληλα συμβαίνουν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, οι «σκεπτόμενοι» άνθρωποι τι κάνουν; Λένε απλώς «πουτάνες» τις κοπέλες που τραγουδάνε στα μπουζούκια;
— Τι έχουν αυτά τα τραγούδια και επιβιώνουν, ενώ αλλάζουν τα πάντα γύρω τους;
Χτυπάνε στο θυμικό, σε ένα αίσθημα λαϊκότητας που έχουμε μέσα μας ή που δεν έχουμε και θα θέλαμε να έχουμε. Οι λαϊκές μορφές τέχνης ήταν πάντα στο επίκεντρο της απόλαυσης των ανθρώπων. Είναι πολύ λίγα τα χρόνια που δεν θεωρούνται καθωσπρέπει τα λαϊκά θεάματα, σε σχέση με το πόσα χρόνια υπάρχει η ανθρωπότητα.
— Υπάρχει τραγούδι που δεν αντέχεις πια να ακούς γιατί κουβαλάει πολλή προσωπική ιστορία;
Άκουγα το «Πράγματα» της Βίσση παίζοντας μποξ για να ξεπεράσω έναν χωρισμό. Από τότε δυσκολεύομαι και να το ακούσω και να παίξω μποξ.
— Υπάρχει κάτι σχεδόν «εξομολογητικό» στο να τραγουδάς τέτοια κομμάτια μπροστά σε άλλους;
Σε αυτό το live συναντάω επί σκηνής τον Μίνωα Θεοχάρη, που είναι ο πιο κατάλληλος άνθρωπος γι' αυτό το πρότζεκτ. Ταυτόχρονα εκπληρώνεται και ένα όνειρο που είχα να βρεθώ μαζί του επί σκηνής. Η ευαισθησία του και ο κόσμος που γεννάει όταν τραγουδά με αφήνουν ακόμα κατάπληκτο. Σίγουρα ο τρόπος που λέμε μαζί αυτά τα τραγούδια έχει κάτι το εξομολογητικό. Είναι πολύ ήσυχος και απλός ο τρόπος μας. Χτυπάει στον πυρήνα του ανθρώπινου πόνου. Νιώθω ότι μοιραζόμαστε εμπειρίες μιας ζωής ενώ τραγουδάμε Γαρμπή, δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω. Επίσης, με ενδιαφέρει πολύ το γεγονός ότι παίρνουμε τραγούδια που γράφτηκαν σε ένα πατριαρχικό ετεροκανονικό σύμπαν και ενώ μιλάνε για τον στρέιτ έρωτα εμείς τα φέρνουμε στα μέτρα δύο γκέι αγοριών που μιλάνε για τη δική τους καψούρα.
— Το unplugged format τι φέρνει διαφορετικό σε αυτά τα τραγούδια;
Κάνει αυτά τα τραγούδια να μοιάζουν με προσευχές, όσο περίεργο κι αν ακούγεται αυτό. Ακούμε για πρώτη φορά, στ’ αλήθεια, τους –πολύ συχνά– υπέροχους στίχους που έχουν αυτά τα τραγούδια. Εμάς μας συνοδεύει επί σκηνής ο Γιάννης Καρύγιαννης με το πιάνο του μόνο. Αφαιρώντας λοιπόν αυτές τις φασαριόζικες ενορχηστρώσεις, αναδεικνύεται η ομορφιά της μελωδίας, το βάθος του στίχου και η ευθραυστότητα της ερμηνείας.
— Έχεις υπάρξει ποτέ η «καψούρα» κάποιου άλλου;
Πολύ φοβάμαι πως ναι.
Βρείτε περισσότερες πληροφορίες για την unplugged βραδιά εδώ.