ΣΤΙΣ 17 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1961, ένας πολύ νεαρός Μικ Τζάγκερ συναντά τον ελαφρώς νεότερό του Κιθ Ρίτσαρντς σε μια αποβάθρα τρένου στο Ντάρτφορντ, νοτιοανατολικά του Λονδίνου. Ο Κιθ, μανιακός της κιθάρας, παρατηρεί ότι ο Μικ κρατάει μια στοίβα δίσκων, μεταξύ των οποίων διακρίνει άλμπουμ του Τσακ Μπέρι και του Μάντι Γουότερς. Οι δύο γνωρίζονταν από τα χρόνια του δημοτικού, αλλά δεν ήταν φίλοι, και τώρα συναντιούνται ξανά ως αδέξιοι έφηβοι που όμως έχουν εξασκηθεί στην υπέρτατη αρετή της εφηβείας – δηλαδή πώς να φαίνεσαι «κουλ».
Από εκείνη τη στιγμή μοιάζουν να συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον, όπως παρατηρεί ο συγγραφέας Μπομπ Σπιτζ στο νέο βιβλίο του που έχει τίτλο «The Rolling Stones: The Biography». Ο Μικ τραγουδούσε με μερικούς φίλους του σε τοπικές νεανικές λέσχες, αλλά όχι με τον παραδοσιακό τρόπο, και χόρευε «παρελαύνοντας περήφανα σαν κόκορας». Ωστόσο, ακόμη και τόσο νωρίς, το κοινό δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω του. Ο Κιθ, επιφυλακτικός αλλά έντονος χαρακτήρας, δεν έδινε δεκάρα για την επίδειξη και τη φιγούρα, τόσο στη σκηνή όσο και εκτός. Καθώς η φιλία τους βάθαινε, φαινόταν πως οι δύο τους δημιουργούσαν μια ενιαία ταυτότητα που μπορούσε να αναγνωρίσει ενστικτωδώς τι λειτουργεί σε ένα τραγούδι και τι όχι.
Καθώς το συγκρότημα «μεγάλωνε» και προσπαθούσε να διαχειριστεί τη φήμη του που αυξανόταν ραγδαία, συνέβησαν διάφορα διαβόητα περιστατικά, τα οποία μπορεί να αμαύρωσαν τη δημόσια εικόνα των Stones, συνέβαλαν όμως και στη δημιουργία του μύθου τους.
Σε ένα τζαζ κλαμπ γνωρίζουν τον Μπράιαν Τζόουνς, κιθαρίστα και φανατικό οπαδό των αυθεντικών μπλουζ, ο οποίος αναλαμβάνει αμέσως τα ηνία, ορίζοντας το πρόγραμμα των προβών και φροντίζοντας ώστε η μουσική που παίζουν να είναι όσο το δυνατό πιο κοντά στο παραδοσιακό αμερικανικό μπλουζ. Θέλουν διακαώς να ενταχθεί στην μπάντα τους ένας ντράμερ ονόματι Τσάρλι Γουότς, εκείνος όμως παίζει ήδη με τρεις άλλες μπάντες, ενώ παράλληλα εργάζεται σε μια διαφημιστική εταιρεία. Στο μεταξύ προσλαμβάνουν έναν μπασίστα με το όνομα Μπιλ Περκς, ο οποίος αντισταθμίζει την έλλειψη γνώσεών του στα μπλουζ με έναν τεράστιο ενισχυτή που φέρνει μαζί του.
Μετά από λίγο καιρό οι Rollin’ (που σύντομα θα γίνουν Rolling) Stones καταφέρνουν να προσελκύσουν τον Τσάρλι Γουότς στο συγκρότημα, ενώ ο Μπιλ Περκς παίρνει το επώνυμο ενός φίλου του που υπηρετούσε στη Βασιλική Αεροπορία και γίνεται Μπιλ Γουάιμαν. Η μπάντα είναι πλέον πλήρης, αν υπολογίσουμε και τον αφανή Ίαν Στιούαρτ, ο οποίος παίζει υπέροχα πιάνο στο στούντιο, αλλά θεωρείται πολύ συμβατικός εμφανισιακά για παρουσιαστεί μαζί τους δημόσια.
Μεγάλο μέρος της πρώιμης περιόδου της μπάντας περνάει σε ένα μικρό διαμέρισμα στο Τσέλσι του Λονδίνου. Το μέρος ήταν ήδη αχούρι και γίνεται ακόμα πιο άθλιο αφού μετακομίζουν εκεί ο Μικ, ο Κιθ και ο Μπράιαν. Γόπες τσιγάρων πλημμυρίζουν το πάτωμα, μουχλιασμένα φαγητά σαπίζουν σε λιγδιασμένα πιάτα και το ταβάνι έχει μαυρίσει από την αιθάλη των κεριών. Ο χειμώνας του 1962-63 είναι ένας από τους πιο κρύους που έχουν καταγραφεί στην ιστορία του Λονδίνου. «Καθόμασταν και παίζαμε κιθάρα όλη την ώρα», θυμόταν αργότερα ο Κιθ Ρίτσαρντς. «Ήταν ο φθηνότερος τρόπος για να ζεσταθούμε».
Συγχρόνως, βλέπουν να τους προλαβαίνει ένα γκρουπ από το Λίβερπουλ που κυκλοφορεί το 1962 δύο επιτυχημένα singles, τα «Love me do» και «Please please me», τραγούδια που θα άλλαζαν για πάντα την ποπ σκηνή. Οι Stones δεν έχουν ακόμη υπογράψει δισκογραφικό συμβόλαιο (θα υπογράψουν με την Decca τον επόμενο χρόνο), αλλά ξέρουν ότι έχουν κάτι διαφορετικό. Το ροκ εν ρολ τους, με βάση τα μπλουζ, είναι πιο σκοτεινό, πιο παθιασμένο. Είναι ήδη προκλητικό, τραχύ και επαναστατικό – και θα γινόταν ακόμη περισσότερο.
Καθώς το συγκρότημα «μεγάλωνε» και προσπαθούσε να διαχειριστεί τη φήμη του που αυξανόταν ραγδαία συνέβησαν διάφορα διαβόητα περιστατικά, τα οποία μπορεί να αμαύρωσαν τη δημόσια εικόνα των Stones, συνέβαλαν όμως και στη δημιουργία του μύθου τους: η περιβόητη έφοδος σε «πάρτι με ναρκωτικά» το 1967 στο Redlands, την παραμυθένια έπαυλη του Ρίτσαρντς· η απομάκρυνση του Τζόουνς από το συγκρότημα που ο ίδιος είχε διαμορφώσει και ο μυστηριώδης θάνατός του από πνιγμό το 1969· το φεστιβάλ στο Altamont εκείνο το καλοκαίρι, όπου ένας θεατής δολοφονήθηκε από ένα μέλος των Hell’s Angels που είχαν προσληφθεί για την ασφάλεια του συγκροτήματος. Υπήρξαν, επίσης, μέσα στα χρόνια σημαντικές αλλαγές στο «δυναμικό»: η αποχώρηση του Γουάιμαν το 1993, η άφιξη και η αποχώρηση του κιθαρίστα Μικ Τέιλορ, η προσθήκη ακολούθως του Ρόνι Γουντ, ο οποίος παίζει με το συγκρότημα μέχρι σήμερα, και ο θάνατος του Τσάρλι Γουότς το 2021.
Υπήρξαν ακόμα σοβαρές ρήξεις, ειδικά μεταξύ Τζάγκερ και Ρίτσαρντς, οι οποίοι για ένα διάστημα έπαψαν να συμφωνούν ως προς το τι λειτουργεί και τι όχι, τελικά όμως συνέχισαν. «Η μουσική ήταν το μόνο πράγμα που πάντα έσωζε αυτό το συγκρότημα από τον εαυτό του», διευκρινίζει ο συγγραφέας. «Το σημαντικό ήταν να συνεχίσουμε να το κάνουμε», σύμφωνα με τον Ρίτσαρντς, «όχι το πόσο καλό είναι ή δεν είναι».
Με στοιχεία από τη «The Wall Street Journal»