TO BLOG ΤΟΥ M.HULOT
Facebook Twitter

Ο fakemink δεν είναι απλώς hype, είναι το πιο καλοσχεδιασμένο glitch της νέας ραπ σκηνής

Ο fakemink δεν είναι απλώς hype, είναι το πιο καλοσχεδιασμένο glitch της νέας ραπ σκηνής

Από ένα υπνοδωμάτιο στο Έσεξ σε σκηνές όπως το Wireless Festival και το Coachella, ο 20χρονος δημιουργός ξεχώρισε χάρη στην εμμονική παραγωγικότητά του, σχεδιάζοντας, εκτός από τη μουσική, και τον μύθο του.

Ο fakemink δεν είναι απλώς hype, είναι το πιο καλοσχεδιασμένο glitch της νέας ραπ σκηνής Facebook Twitter
Γεννημένος το 2005 στο Basildon, με ινδικές και αλγερινές ρίζες, ο fakemink έμαθε μουσική προτού καν καταλάβει τι σημαίνει καριέρα. Στα 10 του, μέσα από το FL Studio, άρχισε να φτιάχνει beats, επηρεασμένος από τον Drake αλλά και από πιο απροσδόκητες φιγούρες όπως ο Dean Blunt, τον οποίο αναφέρει ως «ήρωά του».

Ανακάλυψα τον Fakemink από ένα τραγούδι νοσταλγικής indie electronica που μου θύμισε το «Loser» του Beck. Το «Makka», ένα κομμάτι που θα μπορούσε να είναι ένα κλασικό χιτ των αμερικανικών κολεγιακών σταθμών στις δόξες τους ή indie ύμνος από μια κασέτα των ’90s χωμένο κάπου ανάμεσα σε Folk Implosion και The Beta Band, βγήκε τον περασμένο Μάιο και εξακολουθεί να είναι το καλύτερο κομμάτι που έχει κυκλοφορήσει. Εμφανίστηκε από το πουθενά, κυκλοφορώντας τη μουσική που έγραφε μόνος του στο δωμάτιό του, και πριν ακόμα κλείσει τα 20 κατάφερε να δημιουργήσει τόσο μεγάλο hype γύρω από το όνομά του ώστε ένα σωρό σταρ έκαναν αναφορές στα social media τους ή τον κάλεσαν να κάνει guest εμφανίσεις στα live τους – τον περασμένο Ιούλιο ο Drake τον έβγαλε στη σκηνή κατά τη διάρκεια ενός από τα headline sets του στο Wireless Festival. Για τους Βρετανούς συνομηλίκους του ο fakemink -που σάρωσε την σκηνή, παίζοντας με εκρηκτικό τρόπο τα χιτ του- ήταν ένας ραπ μεσίας –αν και ο ίδιος αυτοπροσδιορίζεται ως «artist» και όχι ως «ράπερ». «Αυτό δεν σημαίνει ότι αποκηρύσσω το ραπ ή το ραπ των άλλων, απλώς σημαίνει ότι το δικό μου ραπ είναι η καλύτερη τέχνη» έλεγε στο «Dazed»τον περασμένο μήνα. «Είμαι ράπερ περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Αυτή είναι η μορφή τέχνης μου». 

fakemink, ecco2k, mechatok - MAKKA

Η περίπτωση fakemink είναι πολύ ιδιαίτερη και ενδιαφέρουσα, σε ένα είδος που έχει χάσει τον ενθουσιασμό του και την έννοια του αναπάντεχου. Είναι κάτι φρέσκο και συναρπαστικό, παρότι πατάει πάνω σε παλιές φόρμες, γι’ αυτό και από τη στιγμή που τον εμφάνισε ο Drake ακολούθησε μια πλημμύρα αναφορών από διασημότητες: τον ακολούθησαν στα social η Clairo, ο Yung Lean και ο Yeat, ο Tιμοτέ Σαλαμέ εμφανίστηκε σε live του σε ένα ρινγκ πυγμαχίας, ενώ ο Frank Ocean ανέβασε φωτογραφίες του σε Instagram story του. Στις 14 Οκτωβρίου, ο Playboi Carti τον ανέβασε στη σκηνή του Crypto.com Arena κατά τη διάρκεια της περιοδείας Antagonist Tour. Στις 17 Νοεμβρίου ο Camille συμμετείχε στην καμπάνια Φθινόπωρο/Χειμώνας 2025 των Supreme x True Religion. Τον ίδιο μήνα εμφανίστηκε και στο Camp Flog Gnaw. Μέσα σε μερικούς μήνες είχε δύο εξώφυλλα σε περιοδικά που (ας πούμε ότι) ορίζουν τα trends, το «Face» και το «Dazed». Στην αρχή της χρονιάς ξεκίνησε την περιοδεία «A terrible beauty» στη Βόρεια Αμερική και την Ευρώπη στο πλαίσιο της προώθησης του επερχόμενου άλμπουμ του «Terrified» και στις 10 Απριλίου 2026 έκανε το ντεμπούτο του στο Coachella, όπου εμφανίστηκε στη σκηνή Gobi Tent. Τον Ιούνιο εμφανίζεται στο Primavera της Ισπανίας. Από το πουθενά, έχει καταφέρει σε μερικούς μήνες όσα δεν καταφέρνουν άλλοι σε μια ζωή.

Ο fakemink ανήκει σε εκείνη τη νέα γενιά καλλιτεχνών που δεν «εμφανίζονται» απλώς, σχεδιάζουν τον εαυτό τους από το μηδέν. Στην περίπτωσή του, όλα ξεκίνησαν από ένα δωμάτιο στο Έσεξ: blackout κουρτίνες, ένα laptop και η απόλυτη ελευθερία του να δημιουργείς χωρίς κοινό. Η ομορφιά του να είσαι bedroom artist είναι ακριβώς αυτή, μια ιδιωτικότητα που λειτουργεί ως θερμοκήπιο για ήχους που δεν χρειάζεται να εξηγηθούν σε κανέναν. Τα πρώτα του κομμάτια στο SoundCloud και το ντεμπούτο άλμπουμ του, «London’s Saviour», μοιάζουν με διαυγή όνειρα: δεν σε κατακλύζουν, αλλά κυλούν μέσα σου, με μια υπνωτική, ναρκωμένη μελωδικότητα που ισορροπεί ανάμεσα στη μελαγχολία και το παιχνίδι.

Ο fakemink δεν είναι απλώς hype, είναι το πιο καλοσχεδιασμένο glitch της νέας ραπ σκηνής Facebook Twitter
Στο εξώφυλλο του «Face», φωτογραφημένος από τον Εντί Σλιμάν.

Γεννημένος το 2005 στο Basildon, με ινδικές και αλγερινές ρίζες, ο fakemink έμαθε μουσική προτού καν καταλάβει τι σημαίνει καριέρα. Στα 10 του, μέσα από το FL Studio, άρχισε να φτιάχνει beats, επηρεασμένος τόσο από τον Drake όσο και από πιο απροσδόκητες φιγούρες όπως ο Dean Blunt, τον οποίο αναφέρει ως «ήρωά του». Για χρόνια, δούλευε σχεδόν εμμονικά: κάθε μέρα, ντυμένος σαν να πηγαίνει σε δουλειά γραφείου, παρήγε μουσική κρυφά κλεισμένος σε ένα δωμάτιο. Ανέβαζε ένα κομμάτι τη μέρα, δημιουργώντας «με ρυθμό πολυβόλου» – «ήταν σαν να πυροβολώ στο σκοτάδι», όπως έχει πει. Κανείς στην οικογένειά του δεν ήξερε ότι έφτιαχνε μουσική μέχρι που άρχισε να βγάζει χρήματα από streams στο Spotify και να κάνει live εμφανίσεις.

Η μουσική του είναι δύσκολο να κατηγοριοποιηθεί. Κινείται ανάμεσα στο cloud rap, στο lo-fi hip hop και μια ψηφιακή εκδοχή indie-electronica με ίχνη από hyperpop και nightcore. Το «Easter Pink», το πρώτο του viral χιτ, περιγράφηκε εύστοχα ως «bloghouse που συναντά cloud rap», ενώ κομμάτια όπως το «MAKKA» (με τους Ecco2k και Mechatok) αποκαλύπτουν μια πιο ώριμη, σχεδόν νοσταλγική πλευρά: ηλεκτρικές κιθάρες, beats που θυμίζουν νυχτερινή διαδρομή και φωνές που αιωρούνται σαν μνήμη. Είναι μουσική που δεν βασίζεται τόσο στους στίχους όσο στην αίσθηση, ένα σύμπαν από ηχητικές υφές, όπου το συναίσθημα υπάρχει αλλά σπάνια εξηγείται.

Κι όμως, ο ίδιος παραμένει αντιφατικός. Από τη μία, γράφει σχεδόν ημερολογιακά –«προσπαθώ να φτιαχτώ, αλλά νιώθω πολύ πεσμένος»–, από την άλλη καλλιεργεί μια εικόνα αλαζονείας και ελέγχου. Στο Instagram είναι ο «London’s Saviour», ο Σωτήρας του Λονδίνου, ένας 20χρονος που ποζάρει με designer ρούχα, ζει ανάμεσα σε Λος Άντζελες, Νέα Υόρκη και Λονδίνο και χτίζει ένα αφήγημα επιτυχίας. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για κάποιον που δεν πίνει αλκοόλ (είναι Μουσουλμάνος), προτιμά να μένει εκτός πόλης, βλέπει «The Simpsons» με τον αδελφό του και αποκαλεί την οικογένειά του «παράδεισο». Η Κόλαση, για εκείνον, δεν είναι φωτιά, είναι η αποξένωση της επιτυχίας.

Ο fakemink δεν είναι απλώς hype, είναι το πιο καλοσχεδιασμένο glitch της νέας ραπ σκηνής Facebook Twitter
Στο εξώφυλλο του «Dazed» φωτογραφημένος από τη Ρόουζι Mαρκς.

Αυτή η ένταση μεταξύ του hype και της εσωστρέφειας καθορίζει και το lifestyle του. Ο fakemink λειτουργεί ως creative director του εαυτού του: ελέγχει τα social media, το στυλ, τον ήχο, ακόμη και το αφήγημα γύρω από το όνομά του. Έχει επίγνωση ότι «τα social media είναι ένα ψέμα», αλλά επιλέγει να το χρησιμοποιήσει ως εργαλείο. Η άνοδός του μοιάζει με μοντάζ: ένα hit κάθε μήνα, μια εικόνα που χτίζεται σε πραγματικό χρόνο.

Παράλληλα, η σκηνή γύρω του, η νέα UK underground, είναι εξίσου ρευστή: καλλιτέχνες όπως οι EsDeeKid ή ο Nettspend κινούνται σε ένα περιβάλλον όπου το ίντερνετ είναι η βασική πλατφόρμα μέσα από της οποία μπορείς να υπάρξεις. Ο fakemink, όμως, δείχνει ήδη να την ξεπερνά. Το hype γύρω του έχει φτάσει σε σημείο που κάποιοι τον αποκαλούν «industry plant», ακριβώς επειδή η επιτυχία του μοιάζει υπερβολικά γρήγορη για να είναι οργανική.

Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι ο ίδιος δεν φαίνεται να απαντά άμεσα σε αυτό. Στο πρόσφατο EP του, «The boy who cried terrified», η ατμόσφαιρα παραμένει ομιχλώδης και γοητευτική, αλλά οι στίχοι σπάνια αγγίζουν το βάρος της φήμης. Αντίθετα, επικεντρώνεται σε στιγμές: χρήματα που ξοδεύονται, πόλεις που αλλάζουν, σχέσεις που περνούν σαν εικόνες. Είναι σαν να καταγράφει την επιφάνεια της ζωής του χωρίς να βουτάει πλήρως μέσα της, κάτι που θυμίζει έντονα τον πρώιμο Kid Cudi, όπου η αμεσότητα είναι ταυτόχρονα δύναμη και περιορισμός.

fakemink - «Night, Blooming Jasmine»

Και ίσως εκεί βρίσκεται το κλειδί: ο fakemink δεν είναι τόσο αφηγητής όσο αρχιτέκτονας εμπειριών. Αντιμετωπίζει τη μουσική του ως design, ως κάτι που χτίζεται, δεν γράφεται απλώς. Το επερχόμενο άλμπουμ του, το «Terrified», υπόσχεται να πάει αυτήν τη λογική ακόμη πιο μακριά: ένα πλήρως self-produced έργο, επηρεασμένο από τον Δάντη, με ζωντανές κιθάρες και αυστηρό έλεγχο σε κάθε λεπτομέρεια.

Το ερώτημα δεν είναι αν αξίζει το hype αλλά αν μπορεί να το ξεπεράσει. Προς το παρόν, ο fakemink μοιάζει να ζει σε μια διαρκή μετάβαση: από το δωμάτιο στο οποίο κανείς δεν τον άκουγε σε έναν κόσμο όπου όλοι τον παρακολουθούν. Και κάπου ανάμεσα, συνεχίζει να φτιάχνει μουσική που ακούγεται σαν κάτι που δεν έχει συμβεί ακόμα, αλλά ήδη σου έχει μείνει.

Αν υπάρχει ένα πράγμα που ξεχωρίζει τον fakemink από το hype, είναι η σχεδόν εμμονική παραγωγικότητά του. Δεν μιλάμε απλώς για έναν νέο καλλιτέχνη που «ανεβάζει συχνά» αλλά για κάποιον που αντιμετωπίζει τη μουσική ως καθημερινή άσκηση, σχεδόν ως εργασιακή ρουτίνα.

fakemink - «Easter Pink»

Στα πρώτα του χρόνια, ειδικά την περίοδο του SoundCloud, έφτιαχνε και ανέβαζε μικρής διάρκειας κομμάτια (κάτω των δύο λεπτών) με ρυθμό που θυμίζει περισσότερο ιντερνετικό παραγωγό παρά ράπερ με καριέρα. Έχει πει ότι υπήρξε περίοδος που ανέβαζε ένα track την ημέρα, δοκιμάζοντας ιδέες χωρίς να τις φιλτράρει. Μόνο μέσα στο 2024 κυκλοφόρησε δεκάδες singles (σε κάποιες εκτιμήσεις πάνω από 50-80), κάτι που εξηγεί γιατί ο ήχος του εξελίσσεται τόσο γρήγορα: κάθε release είναι και ένα μικρό πείραμα.

Αυτή η υπερπαραγωγικότητα φαίνεται και στα ίδια τα κομμάτια του. Τραγούδια όπως το «Just Kitten», το «Truffle» ή το «Shampoodle» έχουν αυτήν τη ρευστή, ονειρική αίσθηση, σαν στιγμές έμπνευσης αποτυπωμένες άμεσα, που όμως λειτουργούν ολοκληρωμένα. Δεν είναι «βαριά» τραγούδια με παραδοσιακή δομή· είναι περισσότερο στιγμές, λούπες συναισθήματος που επαναλαμβάνονται μέχρι να σε υπνωτίσουν.

fakemink - «Crying»

Με το «London’s Saviour», που λέγεται ότι φτιάχτηκε μέσα σε λίγες μέρες, έδειξε πόσο γρήγορα μπορεί να μετατρέψει αυτήν τη ροή ιδεών σε ολοκληρωμένο πρότζεκτ. Το viral «Easter Pink», από την άλλη, είναι ίσως το καλύτερο παράδειγμα της ικανότητάς του να συμπυκνώνει το internet zeitgeist σε ένα track: electroclash ενέργεια, cloud rap αισθητική και hooks που «κολλάνε» χωρίς να προσπαθούν πολύ.

Το ενδιαφέρον είναι ότι, παρόλο που είναι τόσο παραγωγικός, δεν δίνει την εντύπωση ότι «γεμίζει» απλώς τη δισκογραφία του. Αντίθετα, λειτουργεί σαν να χτίζει ένα αρχείο ήχων και διαθέσεων, κάτι σαν ψηφιακό ημερολόγιο. Κάθε κομμάτι είναι μια εκδοχή του ίδιου κόσμου, με μικρές μετατοπίσεις.

Σίγουρα το 2026 είναι μια χρονιά που ο ίδιος θα θυμάται για πάντα· αναμένεται το νέο άλμπουμ του με μεγάλο ενδιαφέρον για να φανεί αν θα τον θυμάται και το κοινό του, που τον ακολουθεί φανατικά και με αφοσίωση.

Nothing Days

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

THE GOOD LIFO ΔΗΜΟΦΙΛΗ