«ΤΟ ΠΛΕΟΝ ΣΥΦΟΡΙΑΣΜΕΝΟ κατακάθι του κοινωνικού μας υποκόσμου εστασίασε. Και τι στάσις! Δεν αφήκε τίποτε όρθιον, σώον και ακέραιον. Τσανάκια, μπρίκια, μπουκάλες, φάρμακα, και πατσαβούρες, ό,τι τέλος πάντων υπάρχει εις το νοσοκομείον Συγγρού, εις τον μεγάλον προμαχώνα εναντίον της φρικτής σπειροχαίτης και των άλλων απαισίων νοσημάτων που ο δρομαίος έρως σκορπά, έγινε πολεμικόν υλικόν υπέρ αυτής της επαναστάσεως».
Με αυτά τα λόγια περιγράφει ο Ε. Θωμόπουλος, αστυνομικός ρεπόρτερ της εφημερίδας «Ακρόπολις», τα γεγονότα της 7ης Σεπτεμβρίου 1933, «την 1ην μ.μ. και ολίγον μετά το φαγητόν», οπότε «έγκλεισται γυναίκες ελευθέρων ηθών, κατόπιν προηγηθείσης προφανώς συνεννοήσεως, εστασίασαν, αποπειραθείσαι να δραπετεύσουν».
Της στάσης ηγείτο ως επικεφαλής η γνωστή στο «αστυνομικόν πάνθεον», Αλίκη Σαμαροπούλου, ενώ επίσης πρωτοστατούσαν οι Ελένη Γάντζου, Κατίνα Κωσταλίκου, Ελένη Πετροπούλου, Νίτσα Σουλτάνη κ.λπ.
Όλοι οι φοιτητές της Ιατρικής που διένυαν το πέμπτο έτος των σπουδών τους, όλοι οι μαθητές της Οδοντιατρικής και οι μαθήτριες του Δημοσίου Μαιευτηρίου εκπαιδεύονταν εκεί για να τελειοποιήσουν τις γνώσεις τους πάνω στα μεταδοτικά και δερματικά νοσήματα.
Αυτές έδωσαν το σύνθημα των κραυγών και κρατώντας πέτρες και ξύλα κατευθύνθηκαν προς τις εισόδους του νοσοκομείου με σκοπό να χτυπήσουν τους φύλακες και να βγουν. Εν ριπή οφθαλμού τις μιμήθηκαν κι άλλες «τρόφιμοι του ιδρύματος άσεμνοι γυναίκες», οι οποίες υπερέβαιναν τις 350 σε αριθμό, «σημειωθείσης ούτω αληθούς επαναστάσεως».
Αμέσως ειδοποιήθηκε η φρουρά και το γειτονικό αστυνομικό τμήμα, το οποίο και απέστειλε ισχυρή δύναμη. Εν τω μεταξύ, όμως, οι μαινόμενες στασιάστριες επετίθεντο κατά των φυλάκων και του άλλου προσωπικού του ιδρύματος, με τους οποίους ήρθαν στα χέρια. Πολλές πετούσαν ακαθαρσίες καθώς και ό,τι εύρισκαν μπροστά τους, ενώ με τις πέτρες και τα ξύλα που κρατούσαν τραυμάτισαν ελαφρώς πολλούς από τους νοσοκόμους και τους γιατρούς. Θρυμμάτισαν επίσης σχεδόν όλα τα τζάμια.
«Με μίαν λέξιν, ολίγον έλειψε να γίνουν κύριαι της καταστάσεως και να δραπετεύσουν».
Πολλές αναρριχήθηκαν στους μαντρότοιχους και θα έφευγαν, αν δεν απειλούνταν ότι θα «εφονεύοντο υπό της φρουράς και των προσδραμόντων αστυνομικών οργάνων». Αλλά και μετά την άφιξή τους, επί ώρα συνεχίστηκαν οι καθ’ ομάδες μικροσυρράξεις και διαπληκτισμοί.
Τι είναι το Νοσοκομείο Συγγρού;
«Αλλά τι είναι το νοσοκομείον Συγγρού; Είναι πραγματικά η κόλασις που φαντάζονται; […] Δεν είναι. Είναι κάτι εντελώς το αντίθετον: Μια απέραντη σύγχρονη κολυμβήθρα του Σιλωάμ, που, όπως εκείνη της παραβολής, έτσι και αυτή, χαρίζει στις χιλιάδες των ανθρώπων που προσέρχονται, είτε εκουσίως είτε διά της βίας, την υγεία». Αυτό αναρωτήθηκε κάποιος ανώνυμος δημοσιογράφος ο οποίος το είχε επισκεφθεί τέσσερα χρόνια νωρίτερα, τον Σεπτέμβρη του 1929, προκειμένου να μεταφέρει τις εντυπώσεις του στο αναγνωστικό κοινό της εφημερίδας «Ακρόπολις».
Σύμφωνα με εκείνο το ρεπορτάζ, το νοσοκομείο ξεκίνησε να λειτουργεί στις 4 Ιανουαρίου 1919 και θεωρούνταν το τελειότερο στο είδος του νοσοκομείο της Ανατολής, «υπερτερούν και πολλά των ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων».
Καταλάμβανε τεράστια έκταση και ήταν διαιρεμένο σε τρία τμήματα. Το ένα τμήμα χρησίμευε για την αναγκαστική νοσηλεία γυναικών, δηλαδή εκείνων που έφταναν ως εκεί με τη συνοδεία αστυφύλακα. Αποτελούνταν από τέσσερις μεγάλες αίθουσες εκατό κλινών, με ένα ιατρείο ανά δύο αίθουσες. Το άλλο τμήμα, που αποτελούνταν επίσης από τέσσερις αίθουσες εκατό κλινών και δύο ιατρεία, χρησιμοποιούνταν για τη νοσηλεία των γυναικών που προσέφευγαν οικειοθελώς στο νοσοκομείο. Σε αυτά τα δύο τμήματα περιλαμβάνονταν και ιδιαίτερες αίθουσες δεκαπέντε κλινών, στις οποίες νοσηλεύονταν με πληρωμή 60 δραχμών την ημέρα «γυναίκες κάποιας ανωτέρας κοινωνικής μορφώσεως, που προσφεύγουν εις το νοσοκομείον αυτό διά να εξασφαλίσουν κάποιαν αποτελεσματικήν θεραπείαν».
Τέλος, το τρίτο τμήμα, που βρισκόταν στην άλλη πτέρυγα του κτιρίου, αποτελούνταν από δύο αίθουσες πενήντα κλινών για τη νοσηλεία ανδρών, καθώς και από δύο μικρότερες αίθουσες πέντε κλινών, επίσης για τη νοσηλεία ανδρών, επί πληρωμή.
Μία ολόκληρη πτέρυγα με τέσσερις αίθουσες χρησιμοποιούνταν ως απομονωτήριο, με ξεχωριστά τμήματα για τις γυναίκες, τους άντρες και τα παιδιά που έπασχαν από ψώρα, τριχοφυτία, ερυσίπελα, φυματίωση του δέρματος κ.λπ. Εννοείται πως και αυτή η πτέρυγα είχε τα δικά της ιατρεία. Επιπλέον, υπήρχαν τα εξωτερικά ιατρεία ανδρών και γυναικών και φαρμακείο, από το οποίο οι άποροι εξωτερικοί ασθενείς έπαιρναν δωρεάν τα φάρμακά τους.
Όλα αυτά αφορούσαν το ένα μέρος της αποστολής του ιδρύματος αυτού, το καθαρά νοσοκομειακό.
«Αλλ’ έχει διττήν την αποστολήν το νοσοκομείον Συγγρού. Και εκτός της νοσοκομειακής, εκπληρώνει και μίαν αποστολήν εκπαιδευτικήν και μάλιστα κατά τρόπον προκαλέσαντα και των ξένων τον θαυμασμόν».
Όλοι οι φοιτητές της Ιατρικής που διένυαν το πέμπτο έτος των σπουδών τους, όλοι οι μαθητές της Οδοντιατρικής και οι μαθήτριες του Δημοσίου Μαιευτηρίου εκπαιδεύονταν εκεί για να τελειοποιήσουν τις γνώσεις τους πάνω στα μεταδοτικά και δερματικά νοσήματα.
«Προς τον σκοπόν αυτόν, το νοσοκομείον Συγγρού είναι πλουτισμένον με ένα μουσείον πλήρες προπλασμάτων εφ’ όλων των εκδηλώσεων των νόσων αυτών, του οποίου η αρτιότης υπερβαίνει και την των αμερικανικών νοσοκομείων, ένα εργαστήριον μικροβιολογικόν εφωδιασμένον με όλα τα τελειότερα τεχνικά μέσα, εις το οποίον δύνανται να εργάζωνται συγχρόνως πενήντα φοιτηταί, ένα αμφιθέατρον δυνάμενον να περιλάβει τριακοσίους φοιτητάς, με εγκαταστάσεις ακτίνων Ραίντγκεν και με τελειότατον μηχάνημα Φίνσεν, διά την θεραπείαν της φυματιώσεως του δέρματος».
Στην αίθουσα αναμονής
«Τι εξαιρετικό μπορεί να είναι μια αίθουσα αναμονής! Κι όμως, για τη συντροφιά που μόλις προ ολίγου άφησε το “ταξί” και συγκεντρώθηκε εκεί μέσα, η αίθουσα της αναμονής του νοσοκομείου Συγγρού είναι το εξαιρετικώτερο πράγμα στη ζωή τους. Στα πρόσωπά τους είναι ζωγραφισμένα χίλιων ειδών συναισθήματα, αναλόγως με τον χαρακτήρα της καθεμιάς. Σ' όλες ο φόβος. Και μαζί με το φόβο, σ’ άλλη η έκπληξις, σ’ άλλη η ντροπή, σ’ άλλη η ψυχική κατάπτωσι, σ’ άλλη η αναίδεια, σ’ άλλη η απλή περιέργεια του “τι θα γίνει τώρα;”».
Δύο νοσοκόμες κι ένας γιατρός παρέλαβαν, με βάση τον κατάλογο της αστυνομίας, τη συνοδεία των δυστυχισμένων. Και όταν η διαδικασία αυτή τελείωσε, οι αστυφύλακες πήραν μια απόδειξη παράδοσης κι έφυγαν. Από τη στιγμή εκείνη, έπαψε πια κάθε δεσμός με τον έξω κόσμο. Το βιβλίο του νοσοκομείου άνοιξε και η νέα εκείνη φουρνιά των θυμάτων της ζωής καταγράφηκε στη δύναμη των τροφίμων του νοσοκομείου.
Ο κανονισμός του νοσοκομείου ήταν αυστηρός. Καμία επίσκεψη δεν επιτρεπόταν και πολύ περισσότερο καμία επικοινωνία με τις γυναίκες αυτές, που ήταν κυριολεκτικά «κρατούμενες».
«Αλλά πώς και διατί; Ποιο ήταν το αιτιολογικό της στάσεως;»
Με όλα τα «τσανάκια» του νοσοκομείου, τα σκληρά, τα υγρά, τα πηκτά, οι τρόφιμές του θέλησαν να διαδηλώσουν την αγανάκτησή τους, αλλά και να δραπετεύσουν.
Σύμφωνα με τον Ε. Θωμόπουλο, η κεφαλή της στάσης, η Λουλού ή Λίτσα ή κοινώς Αλίκη Σαμαροπούλου, δεν είναι απλώς η «μάνα των παξιμάδων» αλλά και ακούσια αδυναμία όλων των «νταήδων των άλλοτε δυσωνύμων σπιτιών», ξέρει όλες τις ανείπωτες βρομοδουλειές που καλλιεργούνται την ημέρα στην Αθήνα και εκδηλώνονται τη νύχτα στους τεκέδες και τους «ναούς της κερδώας Αφροδίτης». Ήταν επίσης «η καλυτέρα πελάτις του Συγγρού, δίδουσα “το παρόν” το ολιγώτερον τρεις φορές τον χρόνο και μόνιμος ακόμη τρόφιμος των τμημάτων». Δυο φορές το είχε σκάσει επίσης από τα χέρια της αστυνομίας. Είχε, με άλλα λόγια, όλα τα προσόντα και τους τίτλους για να ηγείται όλου του «δυστυχούς συρφετού που νοσηλεύεται εις του Συγγρού».
Σύντροφός της αχώριστη ήταν η Ελένη Γάντζου, ενώ άλλο μέλος της επαναστατικής επιτροπής ήταν το Κατινάκι, «γνωστή περιφερομένη γροθιά που μασά τα μαχαίρια στους καυγάδες», η οποία ήταν υπηρέτρια στο σπίτι ενός αξιωματικού από το οποίο έφυγε «ξαφρίσασα ό,τι της ήτο εύκολο μετακίνητον, εν οις και ένα του περίστροφον». Η πέμπτη αρχηγίνα ήταν η Ελένη Πετροπούλου, «απασχολήσασα επανειλημμένως την αστυνομίαν και τον Τύπον με άθλους, όχι μόνον ερωτικούς, αλλά και ως συντρόφισσα κλοπών και διαρρήξεων».
Τέλος, η Νίτσα Σουλτάνη που κατέχονταν από «επαναστατικάς ιδέας», «φώναζε αγορεύουσα κατά την ώραν του επαναστατικού οργασμού πως “έχουν και οι γυναίκες και οι κοκότες δικαιώματα και δεν μπορούν να μας κρατούν τόσον καιρό εδώ πέρα για να κάνουν αυτοί μάθημα!”».
Αυτές οι πέντε είχαν την ιδέα της στάσης ενώ άλλες έντεκα, όπως αποδείχτηκε από τις ανακρίσεις, την προπαγάνδισαν με συνθήματα «συντομία της θεραπείας» και «κάτω οι αγγαρείες υπέρ του Ιδρύματος».
Με τέτοιο άνθος ως κεφαλή, γαλβανώθηκαν και οι υπόλοιπες 360 τρόφιμες του Συγγρού, «προϊόντα του τροτουάρ και των κακοφήμων σπιτιών, όχι μόνον της Αθήνας, αλλά και πάσης ελληνικής γωνίας».
Σύμφωνα με τον ρεπόρτερ της «Ακρόπολις», ο βαθύτερος σκοπός της στάσης ήταν άλλος. Οι «τζέδες» των τροφίμων βρίσκονταν τελευταία σε μεγάλη αναδουλειά, εξαιτίας της συστηματικής καταδίωξης «των κακόφημων σπιτιών» από την Ασφάλεια. Η πιάτσα είχε ρημάξει κυριολεκτικά και οι τζέδες συμβούλευσαν τη στάση για να αποβληθούν οι ταραχοποιοί από το ίδρυμα και να «τεθούν πάλι σε κυκλοφορία». Ο διευθυντής του Ιδρύματος, Φωτεινός, είχε δηλώσει επανειλημμένα στην αστυνομία, και τηρούσε την αρχή, ότι δεν δεχόταν ταραχοποιούς ασθενείς και τις έδιωχνε μόλις εκδήλωναν τάσεις ανταρσίας. Ο σκοπός λοιπόν ήταν, αν δεν τα κατάφερναν τρομοκρατώντας τους φύλακες να αποδράσουν, να πετύχουν την αποβολή τους, εξοργίζοντας τον διευθυντή.
Με τόσες αιτίες και αφού είχε καταστρωθεί πλήρως το σχέδιο, λίγο μετά το φαγητό, με πολλά και ποικίλα όπλα ανά χείρας –καραβάνες, πιρούνια, κουτάλια, μαχαίρια–, η Λουλού κραύγασε:
«Κάτω το Συγγρού! Ζήτω η ελευθερία!»
«Ελευθερία ή θάνατος», φώναξε αμέσως η Νίτσα, με φωνή γεμάτη λαχτάρα, οξεία.
«Πάνω τους», πρόσθεσε το Κατινάκι και μια πέτρα εκσφενδονίστηκε από τα χέρια της προς το μέρος της πόρτας.
«Και αυτές οι ακαθαρσίες, τα φάρμακα, έγιναν αγχέμαχα όπλα κατά των κεφαλών του προσωπικού, των ιατρών και των φυλάκων. Εις τας εξωθύρας έγιναν κυρίως οι ομηρικοί αγώνες, όπου αι μαινάδες εποδοκυλίοντο με τους φρουρούς και τους φύλακας, ενώ η ογκώδης οπισθοφυλακή των στασιαστριών εσκίαζε τον ήλιον, όπως ηθέλησε και ο Λεωνίδας εις τας Θερμοπύλας τον πόλεμον με τους Πέρσας, με τα πετούμενά της».
Λόγω του πλήθους τους επικρατούσαν και το μαινόμενο στίφος θα έφευγε είτε πάνω από τους τοίχους είτε από τις πόρτες και θα συγύριζε για τα καλά τη νυχτερινή Αθήνα. Δεν επικράτησαν όμως, αφενός διότι κατέφτασαν πολυάριθμοι αστυνομικοί και τα κλομπ κινήθηκαν αποτελεσματικά και αφετέρου διότι σκίστηκαν πολλά φουστάνια κατά τις ομηρικές συρράξεις. Επιπλέον, όσες σκαρφάλωσαν μέχρι τους μαντρότοιχους είδαν τους τζέδες να φεύγουν τρέχοντας μόλις είδαν να καταφθάνει η αστυνομική δύναμη.
Έτσι αποκαταστάθηκε η τάξη. Περίπου πενήντα από αυτές θα στέλνονταν στο νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, όπου υπήρχαν και ανάλογες φυλακές. Στο μεταξύ, οι 16 από αυτές θα οδηγούνταν σε δίκη για να τιμωρηθούν, ενώ οι πρωταίτιες κλείστηκαν στα κρατητήρια που υπήρχαν στο ίδρυμα, όπου και θα παρέμεναν υπό αυστηρή απομόνωση μέχρι να σταλούν στις ειδικές φυλακές Θεσσαλονίκης «προς σωφρονισμόν». Οι ζημιές πάντως από τη στάση στο νοσοκομείο, ιδίως σε σκεύη, έπιπλα και τζάμια, ήταν σημαντικότατες.