Στην καρβουνόσκαλα δεμένο είνε ένα σλέπι.
που χρόνια εδούλεψε στου Ντούνα το ποτάμι.
Στρείδια γιομάτα τα βρεχάμενά του και χορτάρια
κι έχει η σκουριά τη λαμαρίνα του ξεκάμει.
Κοινές γυναίκες τ' όχουν κάμει τώρα «σπίτι».
Αλήτες και πρεζάκηδες η πελατεία.
Κι' όλη τη νύχτα σιγοτρίζει ως να στενάζει
του λιμανιού σαν το κουνάει σιγά η ρεστία.
«Νομίζομε συχνά πως οι ποιηταί μαζί με τους μυθιστοριογράφους “φαντάζονται” περισσότερο τα όσα γράφουν. Και όμως η πραγματικότης ξεπερνά πολλές φορές την φαντασία και του πιο μεγάλου τεχνίτη».
Αυτό κατάλαβε η συγγραφέας και ρεπόρτερ της εφημερίδας «Ακρόπολις» Λιλίκα Νάκου γυρίζοντας κάτω στον Πειραιά και βλέποντας «τη φοβερή δυστυχία ενός ολόκληρου κόσμου γυναικών που αγνοούμε και δυστυχώς συχνά περιφρονούμε. Και όλα αυτά γιατί δεν θέλομε να σκεφθούμε λίγο (ίσως από εγωισμό) ποια είνε τα αίτια της δυστυχίας όλων αυτών –αλλοίμονο!– των συνανθρώπων μας!».
Σαν διάβασε το περίφημο ποίημα του ποιητή τού «Μαραμπού» για κάποια ξεχασμένη μαούνα, που κατοικούν γυναίκες πειναλέες και παράνομες, δεν πίστευε ποτέ πως ήταν και αλήθεια!
Διάβαζε με συγκίνηση τους στίχους που δημιουργούν μια τέτοια ατμόσφαιρα, αλλά αν δεν έβλεπε με τα μάτια της το σλέπι αυτό, ναι, θα νόμιζε πως ήταν κάποιο βαπόρι φανταστικό, «που έφτιαξε ο νέος μας αυτός, θαυμάσιος ποιητής». Όμως το ποίημα αυτό ταίριαξε, σαν πρόλογος, στην κόλαση που ύστερα τα μάτια τους είδαν.
Η Λιλίκα Νάκου δεν ήξερε καθόλου πού βρίσκονταν. Ακουμπώντας στο μπράτσο της Κλάρας και ακολουθώντας πάντα τον Νίκο Καββαδία, περπατούσαν στον παραλιακό δρόμο. Βλέπανε μέσα στη νύχτα σκιές ανθρώπων, ξαφνικά, να σηκώνονται λες από τη γη και να χάνονται πάλι στο σκοτάδι.
Ήταν την ώρα που ανάβανε τα φανάρια σαν ξεκίνησε η Λιλίκα Νάκου με τον Νίκο Καββαδία και την Κλάρα την κουτσή να δούνε το «αφισμένο σλέπι». Βρισκόταν δεμένο πίσω από τα τελωνεία και για να πάνε έπρεπε να περάσουν όλη την παραλία. Η Λιλίκα Νάκου κοίταξε δεξιά της κάτι στενούς δρομάκους με χαμηλά σπίτια και λερή πρόσοψη, που ξεκινούσε από αυτά «ένας ύποπτος κόσμος κουρελής και νηστικωμένος, για μια παράξενη νυχτερινή ζωή».
Η Κλάρα η κουτσή φοβόταν να περάσει τέτοια ώρα από τα «Χιώτικα», τη συνοικία έξω από τη Δραπετσώνα που έμοιαζε σαν τη συνοικία της «Δημαρχίας» στη Μασσαλία. Οι ίδιοι στενοί δρόμοι και οι γυναίκες με τις ρόμπες στις πόρτες. Όμοιος και ο ήχος της φυσαρμόνικας που ακουγόταν από κάποιο δωμάτιο μισοσκότεινο.
«Το σλέπι δεν είναι μακριά, θα στρίψουμε μόνο πίσω από τα τελωνεία», τους έλεγε δίνοντάς τους κουράγιο ο Καββαδίας, τραβώντας τον δρόμο μπροστά.
Και αφού πηδήξανε σκοινιά και πέρασαν από εμπορεύματα και σάκους που ανέδιδαν παράξενες και τσουχτερές μυρωδιές, έφτασαν μπροστά σε μια χαλασμένη αποβάθρα. Από κει, πάλι τραβήξανε έναν σκοτεινό παραλιακό δρόμο γεμάτο λάσπες. Κάρα περνούσαν και οι καραγωγείς τραγουδούσαν περίλυπους αμανέδες με φωνή βραχνιασμένη για να ξαποστάσουν από την ολοήμερη δουλειά τους.
Ήταν τόση η μελαγχολία εκείνης της σκοτεινής και υγρής βραδιάς, που η ρεπόρτερ της «Ακροπόλεως» σίγουρα θα γύριζε πίσω, αν η περιέργειά της δεν στεκόταν μεγαλύτερη και από την αγωνία της. Ο παραλιακός δρόμος δεν τελείωνε και ο Πειραιάς πίσω τους μάκραινε με τα φώτα της παραλίας του, που τρεμόσβηναν σαν άστρα από μακριά. Ο βόγγος της θάλασσας όλο και πλησίαζε και καταλάβαιναν πως έξω στο πέλαγος θα ήταν μεγάλη η θαλασσοταραχή.
Η Λιλίκα Νάκου δεν ήξερε καθόλου που βρίσκονταν. Η υγρασία έκανε τα ρούχα να κολλάνε πάνω τους και ο αέρας μύριζε πότε θάλασσα και ιώδιο, πότε κανέλα, από το εμπόρευμα που ξεφόρτωναν, φαίνεται, κάπου εκεί.
Ακουμπώντας στο μπράτσο της Κλάρας και ακολουθώντας πάντα τον Νίκο Καββαδία, περπατούσαν στον παραλιακό δρόμο. Βλέπανε μέσα στη νύχτα σκιές ανθρώπων, ξαφνικά, να σηκώνονται λες από τη γη και να χάνονται πάλι στο σκοτάδι.
«Είναι οι πρεζάκηδες. Έρχονται ακόμα πολλοί και από “αυτούς” να πιούνε εδώ ναρκωτικά, ρουφώντας κανένα τσιγαράκι», είπε η Κλάρα σιγά.
Τέλος, έφτασαν σε μια σκάλα. «Πράγματι στην νύχτα ξεχώριζε σκοτεινότερη μια μεγάλη μαούνα που “σιγοέτριζε και στέναζε”, απαράλλακτα όπως στο ποίημα. Ακούγονταν ακόμα σιγανές ομιλίες, στεναγμοί, και κάποτε κανένα γέλιο στριγγό, που ήταν πολύ πιο πένθιμο και από το κλάμμα».
Ο Καββαδίας φώναξε σιγά το όνομα της Αρχόντως. Φώναξε μια και δυο φορές και στο τέλος φάνηκε κάποια έρπουσα σιλουέτα που έβγαινε από το αμπάρι της μαούνας. Ήταν μια γυναίκα, που στο φως του κλεφτοφάναρου φαινόταν το κατεστραμμένο από την ανεμοβλογιά πρόσωπό της.
«Έχομε μια άρρωστη δω πέρα λεχώνα. Ήρθε η μαύρη να ξεγεννήσει σε μας. Τη γύρευε η αστυνομία. Ήρθε ένα βράδυ να κοιμηθεί και την πιάσαν οι πόνοι. Περάστε μέσα».
Με κόπο πολύ, η Νάκου και η Κλάρα ανέβηκαν στη μαούνα. Η θάλασσα την κουνούσε και την τραβούσε από τη σκάλα. Κρατώντας στα χέρια το φαναράκι τους, μπόρεσαν και είδαν μια σκαλίτσα που τις ανέβασε πίσω στις «καμπίνες».
«Μήπως έχετε μέσα κανένα πελάτη;» ρώτησε ο Καββαδίας την Αρχόντω.
«Δεν έρχονται τώρα πολλοί. Την περασμένη μάλιστα εβδομάδα, δυο μέρες δεν φάνηκε κανείς και ψωμί δεν είχαμε να φάμε!»
Έπειτα στάθηκε μπροστά από την πόρτα κάποιας καμπίνας και φώναξε:
«Μαρία, μωρέ Μαρία. Ξύπνα και ήρθε η γιάτρισσα να σε δει!»
Κάποιος βόγγος ακούστηκε και κάτι σαν κλάμα μωρού. Η Αρχόντω λίγο έσπρωξε την πόρτα και βρέθηκαν μέσα σε μια στενή καμπίνα. «Το σκοτάδι ήταν λες πιο πηχτό δω μέσα, μαζί με την ακατανόμαστη μυρωδιά που έβγαινε από κει».
«Να, η λεχώνα», είπε η Αρχόντω. «Έχει κάψα μεγάλη και τη νύχτα όλο και παραμιλά. Χθες στην ταραχή της θέλησε να πέσει να πνιγεί και ένας πελάτης που έτυχε εδώ την κράτησε από τα πόδια».
«Να της κάνεις ζεστά καταπλάσματα, να της δώσετε να πιει ζεστά», συμβούλεψε η Κλάρα η κουτσή, που κάτι γνώριζε από γιατροσόφια.
Το μωρό το είχαν μέσα σε μια μικρή σκάφη αντί για κούνια και ολόκληρο ήταν φασκιωμένο με κουρέλια. «Μόνο το κεφαλάκι του ήταν ξέσκεπο. Δεν έκλαιγε το καψερό. Ίσως να μην είχε δύναμη ούτε φωνή να βγάλει».
Κάθισαν έπειτα με τις γυναίκες στο αμπάρι, γύρω από το κλεφτοφάναρο, πάνω σε κάτι τσουβάλια. Στην κακοκαιρία κοιμούνταν όλες μαζί εκεί μέσα, έξι μαζί με τη λεχώνα.
«Απάνω στις καμπίνες, σαν φυσάει, κάνει κρύο πολύ. Το νερό συχνά όμως μπαίνει δω. Και θα είχε βουλιάξει το σλέπι, αν οι πελάτες δεν μας λυπόντουσαν και δεν το σιάχναν αυτοί. Ένας πελάτης μας το άλειψε πίσσα και μας το μαστόρεψε».
Η ώρα ήταν περασμένη και οι γυναίκες μία μία σηκώνονταν και έφευγαν. Νέες γυναίκες, αλλά φαίνονταν γριές.
Η Αρχόντω τούς οδήγησε με το κλεφτοφάναρο ως τον παραλιακό δρόμο. Η δημοσιογράφος γύρισε πίσω το κεφάλι και έριξε μια τελευταία ματιά «στο σκοτεινό σλέπι, “γιομάτο στρείδια και χορτάρια”, που μέσα σε μια αφάνταστη δυστυχία, ζούσανε πουλώντας το γερασμένο κορμί τους οι πιο θλιβερές υπάρξεις που είδα ποτέ στη ζωή μου! […] Το πώς κατάντησαν εκεί είναι ιστορία θλιβερή που ούτε θέλησα να ρωτήσω. Μία μόνο από αυτές άρχισε να μου διηγείται κάτι από τη ζωή της. Και τότε πάλι σκέφθηκα πόσο η πραγματικότης είναι πιο “φανταστική” από τη φαντασία την ίδια».
«Χωρίς ο ίδιος να έχει πατήσει ποτέ του σε καράβι»
Δεν ήταν μόνο η Νάκου που αν δεν έβλεπε με τα μάτια της το σλέπι αυτό, θα νόμιζε πως ήταν κάποιο βαπόρι φανταστικό, «που έφτιαξε ο νέος μας αυτός, θαυμάσιος ποιητής». Υπήρχαν και αυτοί που τον χαρακτήρισαν ως έναν τύπο «φαντασιόπληκτου και μυθομανούς ποιητή που έγραψε τραγούδια για τη θάλασσα και τους καημούς εκείνων που την ταξίδευαν, χωρίς ο ίδιος να έχει πατήσει ποτέ του σε καράβι».
Αυτό αναφέρει ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Νίκος Μαράκης τον Μάρτη του 1938, προκειμένου να ενημερώσει τους αναγνώστες ότι «εις τον Πειραιά ετοιμάζουν γι’ αυτές τις μέρες μια διάλεξη για τον νέο ποιητή, Ν. Καββαδία. Η ομιλία τούτη οργανώνεται εις απάντησιν της διαλέξεως που δόθηκε στις 16 Μαρτίου από τον ποιητή κ. Κώστα Ουράνη στον “Παρνασσό”¹».
Μια αποκατάσταση της αλήθειας, σύμφωνα με τον Νίκο Μαράκη, έπρεπε να γίνει, γιατί ο «ποιητής του “Μαραμπού”, που πήρε μια εξέχουσα θέση στα νεοελληνικά γράμματα, πραγματικά ταξίδεψε, και πολύ μάλιστα, όχι ως επιβάτης απλός αλλά σαν ναύτης με φορτηγά και ποστάλ. Τούτο έρχουνται να πιστοποιήσουν με τη διάλεξη που ετοιμάζουν οι φίλοι του, ανάμεσα στους οποίους έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του ο Καββαδίας».
Γιατί όλοι αυτοί τον ήξεραν καλά και τον γνώρισαν. Τον αποχαιρέτησαν πολλές φορές όταν ξεκινούσε για τις Ινδίες και τον Περσικό και τον υποδέχτηκαν όταν επέστρεφε από το Μπλάιθ, το Νιουκάσλ ή τις Μαδέρες. Από 19 χρονών παιδί –εκείνες τις μέρες θα πλησίαζε τα τριάντα– ταξίδευε ο Καββαδίας. Κι όταν έφτανε στον Πειραιά με τη χοντρή μπλε ναυτική του φανέλα και το στραπατσαρισμένο από την υγρασία του πελάγους μαρσεγιέζικο κασκέτο του, κανείς δεν υποψιαζόταν πως μέσα σ’ αυτόν τον ανθρωπάκο κρυβόταν ένας αληθινός ποιητής.
Ερχόταν με τη λαχτάρα της στεριάς, μα σε λίγες μέρες πάλι τον έπιανε κείνη η αφόρητη ανία που πιάνει όλους τους ναυτικούς που μένουν ξέμπαρκοι. Ζητούσε να φύγει μακριά απ’ το πόρτο στο οποίο νόμιζε ότι τον κρατούσαν αιχμάλωτο. Και τότε φορτωνόταν τον ναυτικό του σάκο στη ράχη και ξεκινούσε για τα μακρινά ταξίδια του Ειρηνικού ή της Μεσογείου.
Εκείνες τις μέρες βρισκόταν πάλι ξέμπαρκος. Μελετούσε γιατί επρόκειτο να δώσει εξετάσεις για ασυρματιστής. Είχε βαρεθεί πια τη ζωή του «τζόβενου» στα φορτηγά.
Στο λιμάνι
Ο δημοσιογράφος Νίκος Μαράκης συνάντησε τον φίλο του ποιητή στο μουράγιο του λιμανιού. Ήταν γεμάτος θλίψη και κατήφεια για όσα είχαν ειπωθεί στη διάλεξη του Παρνασσού εις βάρος του.
«Και μόνο που δε δάκρυζε από το παράπονο. Ύστερα όμως άλλαξε μεριά στις τσέπες και χάζευε παρακολουθώντας τις μανούβρες ενός μεγάλου αμερικάνικου φορτηγού που προσπαθούσε να διπλώσει στον ντόκο της ελευθέρας ζώνης».
«Ο πιλότος δεν ξέρει καλά τη δουλειά του. Είμαι μισή ώρα εδώ και παρακολουθώ τις μανούβρες του τιμονιέρη. Το παιδεύουν πολύ το καράβι».
«Και πραγματικά. Όλος ο θυμός του μεγάλου πλοίου ξεσπούσε στα σκούρα νερά του λιμανιού που η προπέλα τα χτυπούσε σε κάθε εντολή “πρόσω” ή “ανάποδα”. Κι η θάλασσα, ανήμπορη, άφριζε από τα ραπίσματα τούτα των μεγάλων σιδερένιων φτερών της πρύμνης.
Είχε βαριά καρδιά ο νέος ποιητής κείνη τη μέρα. Μα σίγουρα σε λίγο το πρόσωπό του θα ξαναπάρει το χαρούμενο κι απλό ύφος. Οι φίλοι του για αυτό ίσα ίσα οργανώνουν τη διάλεξη στον Πειραιά».
¹Σε διάλεξή του στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός», ο Κ. Ουράνης είχε πει για τον Καββαδία: «Κι αν δεν ταξίδεψε ποτέ του, είναι ωστόσο πιο πραγματικός Ταξιδιώτης, πιο άξιος να ονομαστεί Ταξιδιώτης από όλα τα πλήθη των περιηγητών που τα ταξιδιωτικά πρακτορεία περιφέρουν στον κόσμο γιατί, αντίθετα προς όλους αυτούς που δεν αισθάνονται παρά “επιδερμικές” χαρές στα ταξίδια τους, αυτός έζησε με τη φαντασία του και μετέδωσε στα ποιήματά του ό,τι ωραιότερο και πολυτιμότερο μπορεί να προσφέρει το Ταξίδι: την προέκταση του εαυτού μας και την απόδραση από τον εαυτό μας». Σε αυτή την αδικία, της αμφισβήτησης της ναυτικής εμπειρίας του Καββαδία, ένιωσε την ανάγκη να αντιπαρατεθεί και ο Μ. Καραγάτσης μέσω επιστολής του στο περιοδικό «Νεοελληνικά Γράμματα». Σε απάντηση του Μ. Καραγάτση, η οποία δημοσιεύτηκε στο επόμενο τεύχος του περιοδικού, ο Κώστας Ουράνης σημείωσε: «Κρίμα μου ’ρχεται να πω – όχι βέβαια γιατί έτσι τα ποιήματά του χάνουν σε τίποτα ως ποιήματα, αλλά γιατί ο ίδιος αυτός παύει πια να είναι κάτι σπάνιο, το μαγικό και το θαυμαστό, όπως ο νέος Ρεμπό που έγραψε το “Μεθυσμένο καράβι” χωρίς να ’χει ιδεί τη θάλασσα». (Πηγή: Νίκος Γελασάκης, «Νίκος Καββαδίας: Ο αρμενιστής ποιητής», εκδόσεις Άγρα).