Το ντεμπούτο του δεν ξεχνιέται. Ο «Ντετέκτιβ Ζώων» με πέτυχε σε πλήρη αμηχανία, έγραφα τότε για το «Σινεμά», κι ενώ δεν θυμάμαι να έχω αναλάβει να καλύψω την κριτική, ήμουν σίγουρα σε άλλη φάση –σε αναζήτηση του φρέσκου ανεξάρτητου διαμαντιού– και, με το μυαλό στραμμένο σε κλασικές και auteur ταινίες, ο άνθρωπος-λάστιχο περίσσευε. Κι ενώ τον είχα σταμπάρει από το τηλεοπτικό «In living color», που παρακολουθούσαμε τότε από το Seven X, η αποχαιρετιστήρια ατάκα του, «Alrighty then», μου κόλλησε σαν παροδικό χιτάκι, όπως και οι απίστευτες γκριμάτσες από το «Pet detective». Αυτός ο Βεντούρα της συμφοράς ήταν σίγουρα ένας άσος ακροβάτης στις σωματικές συστροφές και τις μιμητικές συσπάσεις προσώπου. Πολύ αστείος, μόλις ξεπερνούσες το πρώτο χαμογελαστό σοκ, αλλά ήταν ηθοποιός στ’ αλήθεια;
Το ευεργετικά εκρηκτικό γέλιο αξίζει τον σεβασμό μας. Σημαίνει πολλά γιατί συμβαίνει σπάνια, ειδικά όταν προκύπτει από μια κατάσταση και όχι από την επίκληση στα ταπεινά ένστικτα, τις βρισιές και τις ταπεινωτικές τούμπες, ή τουλάχιστον μόνο από αυτές. Έμενε να συνδεθεί ο Τζιμ Κάρεϊ με μια κάποια συνεκτικότερη μυθοπλασία, κάτι που έγινε το 1994, εις διπλούν. Εκείνη τη χρονιά αναρριχήθηκε στη στρατόσφαιρα, έγινε σημείο αναφοράς για τις επόμενες γενιές και ποπ φαινόμενο που χαρακτήρισε σε απόλυτα μεγέθη τη δεκαετία. Σε μια συνέντευξη με τον Ρόμπιν Γουίλιαμς περίπου εκείνη την περίοδο, θυμάμαι όλους τους δημοσιογράφους να ζητούν τη γνώμη του για τον Κάρεϊ. Εκείνος δεν ενοχλήθηκε ακριβώς, γιατί ήταν καλός και ευγενικός άνθρωπος πρώτα απ’ όλα, αν και νομίζω πως κατάλαβε από ξένους εκπροσώπους του Τύπου ότι έχει να ανταγωνιστεί μια άλλου τύπου υπερδύναμη, την πληρωμένη σωματική απάντηση στον ελευθεριάζοντα λόγο που τον διέκρινε.
Παρά τις δυο Χρυσές Σφαίρες του για το «Truman» και το «Φεγγάρι», τα Όσκαρ δεν τσίμπησαν και τον προσπέρασαν στις υποψηφιότητες. Δεν το ξέχασε, και τρόλαρε σπαρταριστά την Ακαδημία για τον αποκλεισμό του.
Η «Μάσκα» δεν ήταν μια συρραφή αστείων σκηνών σε μια προσχηματική πλοκή. Πατούσε στην απελπισία, καύσιμο για την κωμωδία από την εποχή των βωβών περιπετειών του Τσάπλιν, του Κίτον και του Λόιντ. Επιπλέον διέθετε ρυθμό, μια μουσικότητα που ταίριαζε απόλυτα στον ξέφρενο ψυχισμό του Κάρεϊ και τη διπλή προσωπικότητα που ενσάρκωνε. Το «Cuban Pete» παραμένει ένα τρομερό νούμερο, χορογραφημένο με ακρίβεια και συγχρονισμένο στην εντέλεια, με ενέργεια που ξεχειλίζει, και ο Καναδός ηθοποιός βρέθηκε στο στοιχείο του, παίζοντας τον σίφουνα που θερίζει στον αντίποδα του ντροπαλού loser, το ανθρώπινο καρτούν που ο Τεξ Έιβερι θα ονειρευόταν να έχει με σάρκα και οστά. Μετά από πολλά χρόνια δεύτερων ρόλων και μια θητεία στα σκετς μπροστά στην κάμερα, ήρθε η στιγμή του να κουβαλήσει στις εύπλαστες πλάτες του ένα ολόκληρο δίωρο, εξαργυρώνοντας το αναμφισβήτητο ταλέντο του σε εκφράσεις που μόνο εκείνος μπορούσε να πετύχει, αλλά και να τραβήξει κόσμο στην αίθουσα για να απολαύσει μια κανονική ιστορία, κομμένη και ραμμένη στην ιδιότυπη κινησιολογία που ανέπτυξε σαρωτικά, με τους δικούς του όρους.
Ο «Ηλίθιος και ο πανηλίθιος» έγινε επίσης μεγάλη επιτυχία όχι μόνο χάρη στη χημεία του με τον Τζεφ Ντάνιελς αλλά και ως ωδή στην ατελείωτη μετεφηβική βλακεία που εμείς, ως Ευρωπαίοι, σνομπάρουμε και αρνούμαστε –τουλάχιστον τον προηγούμενο αιώνα– και οι Αμερικανοί έψαχναν να στέψουν επίσημα και τη βρήκαν μεγαλοπρεπώς στους δυο κολλητούς τού «Dumb and Dumber» και σε μια σειρά από περιπέτειες που δεν είχαν ίχνος φανταστικού, όπως αυτές του Bill και του Ted (με τον Κιάνου Ριβς, λίγα χρόνια νωρίτερα), αλλά μια βάσιμη υποψία πως υπάρχει και σε εμάς. Μέσα σε μια κινηματογραφική σεζόν, ο Τζιμ Κάρεϊ απενοχοποίησε την αίσθηση του γελοίου και αψήφησε τους νόμους της βαρύτητας με τη «Μάσκα», και της αξιοπρέπειας με το «Ο ηλίθιος και πανηλίθιος».
Στο επίπεδο και το στυλ της παράλογης body comedy, μόνο ο Τζέρι Λιούις έφτασε τόσο ψηλά σε «τεχνικά» επιτεύγματα. Τα πλήθη συναρπάστηκαν από τα καμώματα και αγάπησαν τις ταινίες – αυτό φαίνεται από τη διαχρονικότητά τους. Η καλλιτεχνική Αμερική τον αγνοούσε, τουλάχιστον ανοιχτά, όπως άλλωστε και τον Λιούις. Η Γαλλία ήταν η χώρα που αναγνώρισε το πάλαι ποτέ έτερο ήμισυ του Ντιν Μάρτιν. Τον καλοδέχτηκε, τον τίμησε με ύψιστους τίτλους, αναγνώρισε την απόγνωση περιθωριοποιημένων, παρεξηγημένων, πολύ μοναχικών χαρακτήρων, όπως ο αλήτης του Σαρλό που υιοθέτησε με δικό της παρατσούκλι ή ο αγέλαστος περιηγητής του Μπάστερ Κίτον. Την ίδια γενναιόδωρη χειρονομία επιφύλαξε και στον τελευταίο μεγάλο κλόουν, τον Κάρεϊ, γιατί ποτέ δεν είχε πρόβλημα και με τον Λουί ντε Φινές ήδη από την περίοδο που ζούσε. Και τον τίμησαν για την κωμωδία του κυρίως, κι όχι επειδή ήταν ένας δραματικός ηθοποιός με κωμική φλέβα.
Ενστικτωδώς, ο Κάρεϊ γνώριζε πως για να καταξιωθεί έπρεπε να δοκιμαστεί σε κάτι πιο δραματικά απαιτητικό. Αμέσως μετά το καλοπληρωμένο «Cable Guy» και το σπαρταριστό tour de force του στο «Liar, liar», πρωταγωνίστησε στο αριστούργημά του, το «The Truman Show», παίζοντας ακριβώς ως όφειλε τον χαρακτήρα που δεν έχει ιδέα πως η πλάκα γίνεται εις βάρος του, αλλά η ντροπή πλακώνει όσους τον χρησιμοποιούν για να κερδοσκοπήσουν. Προφητική και ζοφερή, η υπερφωτισμένη σάτιρα του Πίτερ Γουίαρ διατηρεί αναλλοίωτα τα αιχμηρά χαρακτηριστικά της ακόμη και σήμερα, και αρνείται να γεράσει 28 χρόνια μετά την κυκλοφορία της στις αίθουσες. Κυρίως έδειξε κάτι σπάνιο: κανείς δεν μπορεί να πάρει τη θέση του Κάρεϊ με το διάπλατο χαμόγελο που ακυρώνει την ειρωνεία και με αστραπιαία ταχύτητα μεταλλάσσεται σε θλιμμένο προσωπείο. Το μεγαλύτερο προσωπικό του στοίχημα ήταν το «Άνθρωπος στο φεγγάρι» του Μίλος Φόρμαν, το πορτρέτο του πιο αντιπαθούς αντικωμικού στην ιστορία, του Άντι Κάουφμαν, τον οποίο προφανώς ο Κάρεϊ λάτρευε και ήθελε να αναδείξει, αυτόν και την τέχνη του αντικομφορμισμού που πρέσβευε εμμονικά και μανιακά. Η σκηνή του φινάλε, εκεί που αντιλαμβάνεται πως οι Φιλιππινέζοι κομπογιαννίτες τον δουλεύουν κανονικά όταν του προτείνουν να τον σώσουν με το θαύμα της ψυχικής χειρουργικής, είναι αξέχαστα ειρωνική, μια ταιριαστή λύτρωση για τον καλλιτέχνη που δεν ζήτησε ποτέ να γίνει αρεστός. Η ταινία στοίχισε πολλά και δεν έφερε πίσω τα λεφτά της, κλυδωνίζοντας το κερδοφόρο οικοδόμημα του εθνικού γελωτοποιού.
Ο Κάρεϊ ανέκαμψε με το «Me, myself and Irene», πάνω σε τραγούδια των Steely Dan, φέρνοντας το concept του οριακά επικίνδυνου διπολικού αστυνομικού στα μέτρα του, και θριάμβευσε ως Grinch σε σκηνοθεσία του Ρον Χάουαρντ, κλέβοντας μοχθηρά τα Χριστούγεννα και εξασφαλίζοντας κορυφαία θέση στις γιορτινές ταινίες του μεγάλου κοινού. Δεν ήξερα τι να του πω στη συνάντησή μας στο Λος Άντζελες για το «Majestic» του Φρανκ Ντάραμποντ. Ήταν ευγενικός και αστείος, αλλά νομίζω πως γνώριζε ότι το κομψό αισθηματικό δράμα για το οποίο αμείφθηκε αδρά δεν πήγαινε πουθενά μέσα στην πλαδαρή σινεφιλία του. Αντιθέτως, στο «Bruce Almighty» προσγειώθηκε ανώδυνα σε ένα κράμα ρομαντικής κομεντί και μετρημένα σουρεάλ κωμωδίας, με παρτενέρ την Τζένιφερ Άνιστον και Θεό τον Μόργκαν Φρίμαν, ξανακερδίζοντας τους χαμένους πόντους στο box office.
Εκεί που απογειώθηκε ήταν στην «Αιώνια λιακάδα ενός καθαρού μυαλού», μια από τις δέκα αγαπημένες ταινίες του αιώνα που διανύουμε, ένα ρομάντσο έξω από τα ρεαλιστικά ειωθότα, πρωτότυπο και τρελό σαν τον Τσάρλι Κάουφμαν που το γέννησε και τον Μισέλ Γκοντρί που το εκτέλεσε άψογα, ένα μελαγχολικό παιχνίδι με τον χρόνο και την καρδιά που ο Κάρεϊ και η Κέιτ Γουίνσλετ συνέλαβαν και απέδωσαν ολόψυχα και συγκινητικά. Αυτό ήταν: από το 1994 με τον Ace και τους παπαγάλους και τον πρασινόφατσα Στάνλεϊ με τον Μάιλο ως τον θλιμμένο Τζόελ και τον Κόμη Όλαφ στο «A series of unfortunate events» του 2004, ο Κάρεϊ κατάφερε σε μια δεκαετία όσα άλλοι προσπάθησαν μια ζωή και δεν ακούμπησαν ούτε κατά διάνοια.
Διένυσε πλήρη κύκλο, με δόξες και στραβοπατήματα, συνέχισε παίζοντας στα ταμπλό της παιδικής κωμωδίας και της ανώδυνης κομεντί, κι έκτοτε παρέμεινε μια πασίγνωστη φιγούρα που επαναλαμβάνει τη μανιέρα, δοκιμάζει κάτι προκλητικό όπως το «I love you Phillip Morris» χωρίς ανταπόκριση, και περιστασιακά έρχεται ξανά σε επαφή με το μαζικό θέαμα (όπως στο «Sonic» και τις δυο συνέχειές του). Εκτός από funny guy που δεν χρειάζεται πάντα να ζοριστεί για να βγάλει γέλιο, άριστος μίμος, τέλειος χειριστής του gag και του timing και περιζήτητος καλεσμένος σε απονομές και τηλεοπτικά shows, απέδειξε πως είναι πλήρης ηθοποιός, εξαιρετικός στη λεπτή ισορροπία δράματος και κωμωδίας, ένας σταρ από εκείνους που εμφανίζονται μία φορά στη ζωή μας.
Παρά τις δυο Χρυσές Σφαίρες του για το «Truman» και το «Φεγγάρι», τα Όσκαρ δεν τσίμπησαν και τον προσπέρασαν στις υποψηφιότητες. Δεν το ξέχασε, και τρόλαρε σπαρταριστά την Ακαδημία για τον αποκλεισμό του. Σταδιακά ψυχράνθηκε ή απλώς αποφάσισε να κρατήσει μούτρα στη χολιγουντιανή κοινότητα, κάτι που εκδηλώθηκε με τις αραιές του εμφανίσεις σε πρεμιέρες και τη δυσφορία του στις ψυχαγωγικές ερωτήσεις που του απηύθυναν οι ρεπόρτερ στο κόκκινο χαλί, εμφανώς ενοχλημένος από την κλισέ αντιμετώπιση – σαν να τους λέει «δεν θέλω να γίνω δυσάρεστος, αλλά πρέπει να μιλήσουμε για κάτι πολύ σοβαρό». Ίσως να περίμενε μια αναγνώριση που δεν ερχόταν από τους δικούς του ανθρώπους, εξού και η υπέρμετρη χαρά του στις ρεβεράντζες των Γάλλων.
Στην τιμητική βράβευση στα Σεζάρ ένιωσε οικειότητα με έναν λόγο σε αγωνιώδη αν και χαριτωμένα γαλλικά που έμαθε απέξω, αποκαλύπτοντας τον οικογενειακό δεσμό του, με τον προπάππου του, τον κύριο Καρέ, που μετανάστευσε πριν από αιώνες στον Καναδά, και τώρα «το τετράγωνο κάνει τον κύκλο του». Πορσελάνη αντί για πλαστελίνη, με ένα ακίνητο χαμόγελο δέους και ευγνωμοσύνης να έχει υποκαταστήσει το γνώριμο πρόσωπο που μας διασκέδαζε με την ευελιξία του, ο 64χρονος Τζιμ Κάρεϊ μοιάζει να περιμένει έναν αντίστοιχο καλό λόγο από τους αγγλόφωνους συναδέλφους του, παίρνοντας time-out από τον εαυτό του, σε μια φάση που δεν τον ενδιαφέρει να υποστεί δημόσια έκθεση άνευ λόγου και αιτίας ή να τεστάρει την εγνωσμένη αξία του, ούτε και να συγκριθεί με τους επιγόνους της κωμικής τρέλας που έσπειρε απλόχερα.