Η ΑΜΕΡΙΚΑΝΟ-ΙΣΡΑΗΛΙΝΗ ΕΠΙΘΕΣΗ στο Ιράν, πέρα από τα άμεσα θύματα που έχει, εκθέτει εκ νέου σε κινδύνους όλη την περιοχή του Κόλπου και της Μέσης Ανατολής και στοχοποιεί κάθε σύμμαχο των επιτιθέμενων δυνάμεων, ειδικά των πλησιέστερων και ευκολότερων στόχων.
Δεν είναι ακόμα ξεκάθαρο αν οι ΗΠΑ έχουν κάποιο πολύ συγκεκριμένο σχέδιο στην περίπτωση που το Ιράν αντισταθεί πιο σθεναρά από όσο ανέμεναν όταν ξεκινούσαν την επίθεσή τους. Είναι όμως προφανές ότι, μετά τον πόλεμο-«τεστ» του περασμένου Ιουνίου, την εξόντωση της ιρανικής στρατιωτικής ηγεσίας και τις μεγάλες διαδηλώσεις που καταστάλθηκαν με πολύ αίμα τον Ιανουάριο, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ θεώρησαν το ιρανικό καθεστώς ως πιο ευάλωτο από κάθε άλλη φορά και τη συγκυρία ιδανική για να εξαπολύσουν την επίθεσή τους.
Η αμερικανο-ισραηλινή επίθεση στο Ιράν δημιουργεί νέους κινδύνους για όλη την Ε.Ε., η οποία παραμένει διχασμένη και σε αυτό το θέμα τώρα. Ευλόγως, οι κίνδυνοι είναι μεγαλύτεροι για τα κράτη που βρίσκονται εγγύτερα στην καυτή ζώνη, όπως η Ελλάδα και η Κύπρος.
Ο πλανήτης για την ώρα κρατάει την αναπνοή του και κανένας σοβαρός αναλυτής δεν προεξοφλεί ότι ο Τραμπ θα πετύχει την αλλαγή καθεστώτος που επιδιώκει, αφού το Ιράν δεν είναι Βενεζουέλα, ούτε Συρία. Η λαϊκή υποστήριξη του σιιτικού ισλαμικού καθεστώτος μπορεί να έχει μειωθεί τα τελευταία χρόνια, εξακολουθεί όμως να διατηρεί βαθιές ρίζες στην ιρανική κοινωνία και τον απόλυτο έλεγχό της, γι' αυτό κανένας στη Δύση δεν είναι σε θέση να ξέρει με ακρίβεια πόσο μεγάλο είναι το τμήμα του πληθυσμού που εξακολουθεί να το στηρίζει.
Αυτό που όλοι γνωρίζουν είναι πως δεν υπάρχει κάποια ώριμη αντιπολιτευτική δύναμη που να στηρίζεται μαζικά από τον ιρανικό λαό και είναι έτοιμη να αναλάβει. Υπάρχουν κάποια πιο μεταρρυθμιστικά στοιχεία μέσα στο ίδιο το καθεστώς, αλλά όποτε η χώρα τους δέχεται επίθεση από τη Δύση, αυτά δεν διευκολύνονται, αντιθέτως πιέζονται και ενισχύονται οι σκληροπυρηνικοί.
Μπορεί τα δυτικά ΜΜΕ να υπερπροβάλλουν κάποιους Ιρανούς που ζουν εκτός Ιράν, να πανηγυρίζουν υπέρ της επίθεσης, αλλά αυτοί δεν εκπροσωπούν την πλειοψηφία των Ιρανών, ούτε καν των αντικαθεστωτικών. Οι δημοκρατικές αντικαθεστωτικές δυνάμεις του Ιράν θεωρούν δική τους υπόθεση την αλλαγή καθεστώτος και οι θάνατοι αθώων, όπως και η καταστροφή υποδομών, ως «παράπλευρες απώλειες» δεν τους επιτρέπουν να δουν με ανοχή την επίθεση που δέχεται η χώρα τους.
Έχει λόγους να ανησυχεί η Ελλάδα;
Πέρα από τις καθησυχαστικές κυβερνητικές δηλώσεις που γίνονται επειδή πρέπει να γίνουν, σχεδόν όλοι οι πολιτικοί, διπλωμάτες και αναλυτές με γνώση της Μέσης Ανατολής και της κατάστασης γύρω από το θέμα του Ιράν εκτιμούν πως υπάρχουν πραγματικοί λόγοι ανησυχίας και υπαρκτοί κίνδυνοι.
Η αμερικανο-ισραηλινή επίθεση στο Ιράν δημιουργεί νέους κινδύνους για όλη την Ε.Ε., η οποία παραμένει διχασμένη και σε αυτό το θέμα τώρα. Ευλόγως, οι κίνδυνοι είναι μεγαλύτεροι για τα κράτη που βρίσκονται εγγύτερα στην καυτή ζώνη, όπως η Ελλάδα και η Κύπρος.
Η Γαλλία (καθώς και η Αγγλία και η Ρωσία) δεν παίζουν πλέον σημαντικό ρόλο στην περιοχή, όπως αποδεικνύεται αυτές τις μέρες. Όλο το παιχνίδι γίνεται από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ που αναδιαμορφώνουν τον πλανήτη και οι Ευρωπαίοι, για άλλη μια φορά, παρατηρούν αμήχανοι. Ωστόσο, κάποιες πληροφορίες από τις Βρυξέλλες επιμένουν ότι αυτήν τη φορά, παρά τα όσα έχουν γραφτεί, δεν υπήρξε αιφνιδιασμός και ότι οι ΗΠΑ τούς είχαν ενημερώσει λίγες μέρες νωρίτερα, χωρίς όμως να ενδιαφέρονται να ακούσουν και την άποψή τους.
Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, που αποκαλεί το ιρανικό καθεστώς τρομοκρατικό, στήριξε με τις δηλώσεις του το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, εκφράζοντας την ανησυχία του για το «ποια μορφή μπορεί να λάβει μια κλιμάκωση εκ μέρους του Ιράν εναντίον των γειτόνων του». Το Ιράν, αλλά και οι δυνάμεις της Χεζμπολάχ στον Λίβανο, εκτοξεύουν πυραύλους και ρουκέτες όπου μπορούν, προκειμένου να αυξήσουν την πίεση προς τις χώρες-συμμάχους των ΗΠΑ και του Ισραήλ προκειμένου να τερματιστεί ο πόλεμος.
Η επίθεση με drone στη βρετανική αεροπορική βάση στο Ακρωτήρι, η οποία έγινε μετά τα μεσάνυχτα της Κυριακής, μεγάλωσε τους φόβους της Ε.Ε. για την Κύπρο (η οποία έχει απειληθεί σχετικά πρόσφατα από αξιωματούχους της Χεζμπολάχ). Οι έκτακτες συνεδριάσεις και επικοινωνίες, ωστόσο, δεν κάλυψαν το πολιτικο-διπλωματικό έλλειμμα και η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν δεν κατάφερε να συντονίσει μια συνεκτική ευρωπαϊκή πολιτική και μια ενιαία στάση, παρά την κοινή δήλωση για «πλήρη σεβασμό του διεθνούς δικαίου», που ζητούσε από το Ιράν να σταματήσει την ανάπτυξη του πυραυλικού του προγράμματος και να σεβαστεί τις ελευθερίες του ιρανικού λαού.
Διπλωματικές πηγές στην Αθήνα και στις Βρυξέλλες εκτιμούν ότι ο κίνδυνος επιθέσεων κατά της Κύπρου θα παραμείνει όσο συνεχίζεται η αμερικανο-ισραηλινή επίθεση στο Ιράν, ενώ ανησυχία εκφράζεται και για την Ελλάδα. Στην Ε.Ε. δεν προβληματίζονται μόνο για τις συνέπειες που προκλήθηκαν στην αεροπορική και θαλάσσια κυκλοφορία, ειδικά για το στενό του Ορμούζ (μέσω του οποίου εξάγεται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου αργού πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου), αλλά και για «αντίποινα» που μπορεί να δεχθούν ευρωπαϊκές χώρες του ΝΑΤΟ και σύμμαχοι του Ισραήλ, καθώς και για το κατά πόσο αυτά τα αντίποινα θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ασφάλεια των Ευρωπαίων πολιτών.
Η ιστορία της Μέσης Ανατολής έχει δείξει ότι οι στρατιωτικές επεμβάσεις της Δύσης συνήθως δεν παράγουν σταθερότητα και ασφάλεια αλλά μεγαλύτερες κρίσεις από αυτές που επιχειρούν να επιλύσουν. Η Ε.Ε. οφείλει να εργαστεί για μια σοβαρή διπλωματική διέξοδο, διαφορετικά το κόστος δεν θα περιοριστεί στο Ιράν, αλλά, όπως καλά γνωρίζει, θα διαχυθεί ευρύτερα, δοκιμάζοντας και τις δικές της αντοχές.