Μία από τις έξτρα τιμωρίες του να αρπάξεις γρίπη είναι το ότι βρίσκεσαι έρμαιο της τηλεόρασης. Αυτός που σε φροντίζει την ξεχνά ανοιχτή, κάνοντας δουλειές, όσο εσύ ψήνεσαι. Εντελώς ανήμπορη, αφήνεσαι στο μηδενικό έλεος των εκνευριστικά χαρούμενων παρουσιαστών της πρωινής ζώνης ή των άλλων, των αδυσώπητων της βραδινής.

 

Μόνη παρηγοριά μέσα στην παραζάλη –τη δική σου και την τηλεοπτική– οι εκπομπές ή οι ενότητες μαγειρικής. Κάπως λιγότερο εκνευρίζεσαι, περισσότερο ακούγοντας και λιγότερο βλέποντας, κάπως υπόσχεσαι μέσα στον πυρετικό λήθαργο, ότι μόλις συνέρθεις θα φτιάξεις ένα από αυτά τα πεντανόστιμα που ακούς. Φευ.

 

Περίπου έτσι την πάτησα κι εγώ. Χτισμένη στον καναπέ, ανάμεσα σε θερμόμετρα, χαρτομάντιλα κι αντιπυρετικά, με τα μάτια κλειστά, άκουγα τον σεφ πρωινής εκπομπής να δίνει οδηγίες για εύκολο σουφλέ. Στο σπίτι δεν μας λες άσχετους με τη μαγειρική, κάτι καταφέρνουμε.

 

Όταν τέλειωσαν οι μαγειρικές επιδείξεις και άρχισαν οι δοκιμές, τα απανωτά μουγκανητά των παρουσιαστών και τα επιφωνήματα επιβράβευσης της μαγειρικής δεινότητας του σεφ, με έπεισαν ότι ίσως άξιζε τον κόπο να δοκιμάσω αυτό το ευκολάκι.

 

Αλλά, ξέρω ότι, λόγω τηλεόρασης, εδώ και πολύ πολύ καιρό, πολλοί μαγειρεύουν με τα καλάμια και έχουν αφήσει προ καιρού τις κουτάλες στην άκρη. Έχουν παραφρονήσει από τα διάφορα τηλεοπτικά concepts και προσπαθούν να πείσουν το εναπομείναν τηλεοπτικό κοινό ότι η κουζίνα είναι ένας χώρος έπαρσης, κακών τρόπων και καραμπινάτης ανοησίας.

 

Συνήρθα, πάτησα στα πόδια μου, βρέθηκα και σε μέρα που βαριόμουν να μαγειρέψω, είδα ξανά το βιντεάκι με τη συνταγή, εντάξει δεν ήταν και πυρηνική σχάση και μπήκα στην κουζίνα. Ο τύπος είχε αντικαταστήσει τη βάση του σουφλέ με ψωμί του τοστ και είχε κοτσάρει από πάνω τα υλικά, αφού πρώτα τα είχε περάσει από τις δέουσες κρεμώδεις υφές.

 

Το αισθητικό αποτέλεσμα μου φάνηκε κάπως στραβοχυμένο, αλλά ακούγοντάς τους όλους τόσο ενθουσιασμένους, είπα, εντάξει ο τηλεοπτικός χρόνος είναι αμείλικτος, εσύ κάντο με την ησυχία σου και θα βγει της προκοπής.


Απολύτως ειλικρινά; Τρίχες. Χίλιες φορές να έφτιαχνα κροκ μεσιέ. Ούτε το καλαίσθητο ταψάκι με έσωσε, ούτε η καλλιτεχνίζουσα διάθεσή μου. Κι από γεύση, όχι κάτι περισσότερο από τοστ με έξτρα υλικά.

 

O βλάσφημος Γκόρντον Ράμζι.
O βλάσφημος Γκόρντον Ράμζι.

 

Προσπαθούσα να καταλάβω τι ήταν αυτό που τους ενθουσίασε τότε και μούγκριζαν με τέτοια ευχαρίστηση. Διάβολε, πρέπει να είσαι πολύ ξελιγωμένος ή απολύτως άσχετος για να πάθεις τέτοιο κλονισμό με τοστ στο πυρίμαχο..! Πέταξα τα πάντα στον νεροχύτη εκνευρισμένη, κυρίως με τον εαυτό μου, που ξεγελάστηκα ξανά μετά από καιρό.

 

Βλέπετε, δεν πιστεύω στις «εύκολες» συνταγές της τηλεόρασης ή σ' αυτές που υπογράφουν διάφοροι σούπερ-σταρ της εγχώριας κουζίνας στα χαρτάκια της συσκευασίας του βούτυρου και πάει λέγοντας.


Όταν πριν από χρόνια συζητούσα με τη ζαχαροπλάστισσα της γειτονιάς μου ότι το γλυκό του τάδε ζαχαροπλάστη δεν βγαίνει με τίποτα (κι ας είχα κάνει τα πάντα σωστά βήμα προς βήμα), ενώ μια συνταγή από το βιβλίο της γιαγιάς έβγαινε κάθε φορά κούκλα κι ολόσωστη, εκείνη μου αποκάλυψε την κομπίνα:

 

«Μη δίνεις μεγάλη βάση στα τηλεοπτικά. Συνήθως, "ξεχνάνε" κάποιο υλικό ή τεχνική, τεχνηέντως. Ειδικά, κάποιοι μεγάλοι της ζαχαροπλαστικής, όταν πηγαίνεις σε σεμινάρια, σε αφήνουν με την απορία, μέχρι να κάνεις εγγραφή και στον επόμενο κύκλο μαθημάτων».

 

Εμβρόντητη κι αθώα για τα κόλπα της συντεχνίας σταμάτησα να δίνω βάση στις τηλεοπτικές συνταγές, συνέχισα, ωστόσο, να παρακολουθώ εκπομπές και διαγωνισμούς μαγειρικής. Αν μου άρεσε κάτι, ένα κόλπο, μια τεχνική, το κρατούσα, ειδικά αν είχε αποτέλεσμα.

 

Αν μια συνταγή φαινόταν πολύ της προκοπής αναζητούσα τη βάση πάνω στην οποία «πάτησε» ο σεφ για να δώσει το κάτι καινούριο της υπόθεσης. Και γενικώς αγαπώ τους σεφ, μισώ τα καλάμια τους. Ξέρω ότι υπάρχουν ικανότατοι άνθρωποι εκεί έξω στον χώρο της γαστρονομίας, υψηλής και ταπεινής. Σέβομαι τον κόπο και τις γνώσεις τους.

 

Για κάποιους από εμάς οι εκπομπές μαγειρικής είναι το τηλεοπτικό comfort zone μας, από τα ελάχιστα πράγματα που αξίζει να δούμε στην τηλεόραση.
Για κάποιους από εμάς οι εκπομπές μαγειρικής είναι το τηλεοπτικό comfort zone μας, από τα ελάχιστα πράγματα που αξίζει να δούμε στην τηλεόραση.


Αλλά, ξέρω ότι, λόγω τηλεόρασης, εδώ και πολύ πολύ καιρό, πολλοί μαγειρεύουν με τα καλάμια και έχουν αφήσει προ καιρού τις κουτάλες στην άκρη. Έχουν παραφρονήσει από τα διάφορα τηλεοπτικά concepts και προσπαθούν να πείσουν το εναπομείναν τηλεοπτικό κοινό ότι η κουζίνα είναι ένας χώρος έπαρσης, κακών τρόπων και καραμπινάτης ανοησίας.

 

Μόλις, προχθές, εμπύρετη ακόμη, άκουγα έναν τηλεοπτικό μάγειρα να λέει σε μια διαγωνιζόμενη: «Εγώ με τις κότες δεν κάνω διάλογο. Κάνω μόνο ζωμό»..! Κοκάλωσα.


Πόσο απαράδεκτη τηλεοπτική και επί της ουσίας εικόνα αυτός ο άνθρωπος. Πόσο δεν σέβεται τα πιάτα και τους ανθρώπους που τα ετοιμάζουν. Πόσο λάθος η εικόνα που περνάει για το τι εστί κουζίνα, μάγειρας, πρώτη ύλη και άνθρωπος που τη χειρίζεται. Όλα λάθος.

 

Και προς Θεού, μην μπούμε στη διαδικασία δικαιολόγησης τέτοιων συμπεριφορών από το ξένο concept και τον βλάσφημο Γκόρντον Ράμζι. Εννοείται ότι δεν είναι οι κουζίνες παρθεναγωγεία, αλλά σεφ που κάνει τον βοηθό του σκουπίδι, ειλικρινά, να τον βράσω.

 

 Αν είναι να αγαπήσουμε την κουζίνα ως σκληρό reality, κομμάτια να γίνει, ας μην την αγαπήσουμε ποτέ. Και στην τελική –το 'χω ξαναπεί– για κάποιους από εμάς οι εκπομπές μαγειρικής είναι το τηλεοπτικό comfort zone μας, από τα ελάχιστα πράγματα που αξίζει να δούμε στην τηλεόραση. Δεν χρειάζεται να το μαγαρίζουμε με μικρότητες, αγένειες και μικροψέματα (ή μεγαλύτερα) για τις συνταγές. Δεν θέλει η κουζίνα απάτες, τσάμπα μαγκιές και φύκια.

 

Ωραία υλικά θέλει, ανθρώπους που κάνουν ωραίες δουλειές μ' αυτά και λιγότερη φιοριτούρα και καλάμι, αγάπη γι' αυτό που μας κρατά όρθιους, χορτασμένους και ικανοποιημένους, αγάπη που κάποιους μας σπρώχνει επίσης στην κουζίνα με τα λάθη, τις μετριότητες και τις επιτυχίες μας. Αμάν πια με τους νάρκισσους της κουζίνας και τους ψευτοδασκάλους του βραστού νερού.