Την ιδέα για έναν grandioso φιλανθρωπικό χορό που θα χρηματοδοτούσε το Ινστιτούτο Κοστουμιών του Μητροπολιτικού Μουσείου στη Νέα Υόρκη την είχε το 1948 η Έλινορ Λάμπερτ, μια καπάτσα κυρία δημοσίων σχέσεων που δραστηριοποιούνταν στη μόδα.
Η πρώτη εκδήλωση ήταν ένα μεταμεσονύκτιο δείπνο στο ξενοδοχείο Waldorf Astoria με καλεσμένους από τη βιομηχανία μόδας και κοσμικούς που πλήρωσαν 50 δολάρια έκαστος – χωρίς κόκκινο χαλί, χωρίς ενδυματολογικό κώδικα, χωρίς κάμερες.
Η πρωτοβουλία άλλαξε χαρακτήρα στις αρχές των '70s, όταν η Νταϊάνα Βρίλαντ ανέλαβε τη θέση της ειδικού συμβούλου στο Ινστιτούτο Κοστουμιών. Το πρώτο θεματικό Met Gala, το 1973, συνδέθηκε με μια αναδρομική έκθεση προς τιμήν του Κριστόμπαλ Μπαλενσιάγκα, έναν χρόνο μετά το θάνατό του. Όταν η εκδήλωση πέρασε στα χέρια της Άνα Γουίντουρ, το 1995, το πάρτι άνοιξε τον κύκλο των καλεσμένων του για να αγκαλιάσει (όπως και η αμερικανική «Vogue») τις νέες διασημότητες, είδωλα από τους κόσμους του αθλητισμού, της μουσικής βιομηχανίας, του κινηματογράφου και των επιχειρήσεων. Τα υπόλοιπα τα ανέλαβε το ίντερνετ. Έτσι, ένα τυπικό ιδιωτικό δείπνο για τη συγκέντρωση χρημάτων γιγαντώθηκε σε ένα τεράστιο κόκκινο χαλί, όπου κάθε εμφάνιση φωτογραφίζεται, αναλύεται και σχολιάζεται σε πραγματικό χρόνο.
Ο ενδυματολογικός κώδικας για το φετινό «Costume Institute Benefit», όπως αποκαλείται επίσημα, επιδίωξε με μια αποφαντική φράση (χωρίς υπότιτλους, όπως είθισται) να δώσει απαντήσεις σε ένα ερώτημα χρόνων: Είναι η μόδα τέχνη;
Στα χρόνια που το Met Gala μεγάλωνε σε όγκο, φιλοδοξία και έσοδα, πλήθαιναν και οι προβληματισμοί γύρω το μεγαλύτερο πάρτι της χρονιάς στη Νέα Υόρκη. Πόσο πιο προβεβλημένη μπορεί να γίνει αυτή η εκδήλωση με την οποία αυτοχρηματοδοτείται το Costume Institute; Όταν οι Αμερικανοί πιέζονται σε όλα τα μέτωπα, πόσο ηθικό είναι για έναν πολιτιστικό θεσμό να χρεώνει 100.000 δολάρια (ή 350.000 δολάρια το τραπέζι, με τα luxury houses να πληρώνουν τον λογαριασμό) για την είσοδο σε μια γιορτή που στηρίζει μια συλλογή ενδυμασιών; Κι όταν η εμπνεύστρια και κινητήρια δύναμη αυτής της γιορτής, η 76χρονη Άνα Γουίντουρ –η οποία, σημειωτέον, ελέγχει κάθε όνομα, κάθε ετικέτα, κάθε τραπέζι του gala– αποχωρήσει, τι θα συμβεί;
Διαβάσαμε προχθές στο εξαιρετικά ενημερωμένο κομμάτι της Φρίντμαν στους «Νιου Γιορκ Τάιμς» ότι το μουσείο σχεδιάζει ήδη την επόμενη μέρα από το 2016, αποταμιεύοντας μέρος των εισπράξεων από τα Met Gala σε ένα καταπίστευμα που θα του επιτρέψει να καλύπτει τις ανάγκες του στο άμεσο μέλλον. Σε αυτή την περίπτωση, τι θα απογίνει η εξτραβαγκάντζα της Γουίντουρ;
Ο ενδυματολογικός κώδικας για το φετινό «Costume Institute Benefit», όπως αποκαλείται επίσημα, επιδίωξε με μια αποφαντική φράση (χωρίς υπότιτλους, όπως είθισται) να δώσει απαντήσεις σε ένα ερώτημα χρόνων: Είναι η μόδα τέχνη; Η αλήθεια είναι ότι η μόδα είναι και μια πρακτική με καλλιτεχνικό αντικείμενο και μια σκληρή βιομηχανία με τεράστιο τζίρο. Στο χαλί του Μητροπολιτικού Μουσείου, χθες, έδειξε και τα δυο της πρόσωπα, big time, όπως θα έλεγαν οι Νεοϋορκέζοι.
Η αφθονία των πιθανών απαντήσεων μετέτρεψε το θέμα σε ένα από τα πιο προκλητικά φωτογραφικά σόου των τελευταίων χρόνων. Τα ατελιέ των οίκων μόδας, διάσημοι στυλίστες και οι πελάτες τους, υπεύθυνοι δημοσίων σχέσεων, διαφημιστές και στελέχη ομίλων μόδας, δημοσιογράφοι και influencers προετοιμάστηκαν, περιμένοντας από απόλυτη γύμνια (μια τάση διάχυτη στις επιδείξεις της τελευταίας σεζόν) και γλυπτικές σιλουέτες μέχρι κυριολεκτικές ερμηνείες (με αναφορά σε ζωγραφικούς πίνακες και αβανγκάρντ couture (το πεδίο του Ντανιέλ Ρόζμπερι στη Sciaparelli και του Γκλεν Μάρτενς στον Margiela). Οι πιο ευφάνταστοι γνώριζαν ότι θα υπάρξουν και εννοιολογικές προσεγγίσεις με επίκεντρο το σώμα – τους περιορισμούς, τις εκφράσεις του, ακόμα και τις διαστρεβλώσεις του, με τον τρόπο που το αντιμετωπίζει η Ρέι Καβακούμπο (ποιος θυμάται τη συλλογή της «Lumps and Bumps» του 1997;).
Οι καλύτερες εμφανίσεις της χθεσινής βραδιάς ανήκουν στους σταρ της πρώτης γραμμής που με τα επιτελεία τους πήραν το θέμα του gala σοβαρά και δημιούργησαν αληθινή τέχνη, άλλοι για να αναδειχτούν οι ίδιοι, κραυγάζοντας για προσοχή, κι άλλοι για να γιορτάσουν τη μόδα μέσα από την ομορφιά της τέχνης.
Ξεκινάμε από την τελευταία άφιξη (όπως το συνηθίζουν οι δυο τους) στο πάρτι, τη Ριάνα και τον A$AP Rocky, ένα βασιλικό ζεύγος που στάθηκε στο ύψος της σκηνικής του φήμης. Για εκείνη, ένα χειροποίητο look Maison Margiela από την Artisanal συλλογή του Γκλεν Μάρτενς που παρέπεμπε στη μεσαιωνική αρχιτεκτονική της Φλάνδρας: μεταξωτό με ύφανση σατέν, ανακυκλωμένες μεταλλικές ίνες, κοσμήματα αντίκες, αλυσίδες και περισσότερες από 100 χιλιάδες κρυσταλλικές χάντρες συνέθεσαν αυτό το ρούχο που χρειάστηκε 1.380 ώρες για να κεντηθεί. Δίπλα της, ο A$AP φόρεσε Chanel διά χειρός Mατιέ Μπλαζί – μια μάλλινη ροζ ρόμπα με μαύρες σατέν λεπτομέρειες (πέτα, ρέλια, καμέλια στο πέτο, πουκάμισο και παντελόνι) και High Jewellery του οίκου.
Ένα από τα πιο δραματικά looks ανήκει στη μαύρη καλλονή της πασαρέλας Anok Yai που φόρεσε μια μαύρη τουαλέτα Balenciaga, με τον νέο σχεδιαστή του οίκου Πιερπάολο Πιτσιόλι να τη συνοδεύει στα σκαλιά. Η καλύπτρα στο κεφάλι της και το μακιγιάζ με τα δάκρυα παρέπεμπαν στην «Πενθούσα Μητέρα» ή την «Παναγία των Θλίψεων» (Mater Dolorosa), ένα κεντρικό θέμα στη δυτική χριστιανική τέχνη που αποδίδεται σε εικόνες, γλυπτά και λατρευτικά αντικείμενα.
Μια άλλη Madonna, η μία και μοναδική της ποπ κουλτούρας, κατέφθασε με άκρατη θεατρικότητα στο πλευρό του Άντονι Βακαρέλο, φορώντας μια Saint Laurent κατάμαυρη, δημιουργία του από σατέν και δαντέλα, εμπνευσμένη από το σουρεαλιστικό αριστούργημα της Λεονόρα Κάρινγκτον, «Ο Πειρασμός του Αγίου Αντωνίου» (1945). Επτά νύμφες-κυρίες επί των τιμών την υπηρετούσαν, κρατώντας μια διάφανη λιλά κάπα. Το look συμπληρωνόταν από μια μακριά μαύρη περούκα κι ένα καπέλο με πειρατικό πλοίο στην κορφή! Θυμίζουμε ότι η Κάρινγκτον ενέπνευσε το βίντεο «Bedtime Story» της σούπερ σταρ.
Μακριά από θρησκευτικούς συμβολισμούς, η Νικόλ Κίντμαν με την κόρη της Σάντεϊ Ρόουζ ξεχώρισαν με τις κοσμικές εμφανίσεις τους – ένα κόκκινο παγιετέ φόρεμα με φτερά της Chanel για εκείνην (και μακριές ξανθές τρέσες) και μια δημιουργία Dior του Τζόναθαν Άντερσον για τη μικρή συνέθεταν έναν ζωντανό πίνακα του οποίου η σύνδεση με αληθινό έργο τέχνης ακόμα αναζητείται…
Αντίθετα, μια σειρά από καλεσμένοι τίμησαν το θέμα του πάρτι (και της έκθεσης, «Costume Art«, που ανοίγει για το κοινό στις 10 Μαΐου) με ευθείες αναφορές σε έργα τέχνης: η La La Anthony επέλεξε το «Δέντρο της ζωής» του Γκούσταφ Κλιμτ (1909) και o Λιουκ Έβανς το ομοερωτικό σύμπαν του Tom of Finland. To γλυπτό διακοσμητικό στο στράπλες της Rosé παρέπεμπε στα «Πουλιά» του Ζορζ Μπρακ (1953), ενώ η Χάντερ Σέιφερ αναδημιούργησε με την εμφάνισή της έργο του Κλιμτ, το πορτρέτο της «Mäda Primavesi» (1913). Στον Κλιμτ (που γενικά χθες είχε την τιμητική του) και συγκεκριμένα στο φημισμένο «Πορτρέτο της Αντέλε Μπλοχ-Μπόιερ» παρέπεμπε και η ολόχρυση τουαλέτα Chanel της ποπ σταρ Γκρέισι Άμπραμς. Το εκ πρώτης όψεως αδιάφορο βελούδινο Saint Laurent φόρεμα της Charli XCX αποκάλυπτε με μια προσεκτική ματιά μια αναφορά στις «Ίριδες» του Βαν Γκονγκ (1889) και, σε μια δεύτερη ανάγνωση, στην κλασική συλλογή «Van Gogh» του Yves Saint Laurent, του 1988. Τέλος, η κλασική τουαλέτα χορού Dior με τα κεντημένα μπουκέτα της Ναόμι Γουότς καθρέφτιζε έναν πίνακα του 18ου αιώνα («Ένα βάζο με λουλούδια») της Ολλανδής Μαργκαρέτα Χάβερμαν.
Μία από τις πιο αγαπημένες μου εμφανίσεις ήταν αυτή της Έμα Τσάμπερλεν με ρούχο Mugler του σχεδιαστή Μιγκέλ Κάστρο Φρέιτας, εμπνευσμένο από το θρυλικό φόρεμα «Χίμαιρα» του Τιερί Μιγκλέρ (1997), του οποίου την εικαστική αναδημιουργία ανέλαβε η Αμερικανίδα καλλιτέχνιδα Anna Del Leryee: 30 βασικά χρώματα και αρκετές μίξεις, 40 ώρες ζωγραφικής και 4 ημέρες στεγνώματος παρέδωσαν στα φλας την Τσάμπερλεν σαν παραδεισένιο πουλί της τέχνης. Λιγότερο φαντασμαγορικές, αλλά υπέρκομψες ήταν οι εμφανίσεις της Alex Consani με Gucci, της Τζίτζι Χαντίντ Hadid με Miu Miu και του Κόλμαν Ντομίνγκο με Valentino.
Η Τζούλιαν Μουρ, φορώντας Tom Ford με την υπογραφή του Χάιντερ Άκερμαν, και με τον ίδιον τον Φορντ στο μπράτσο της, συνδέθηκε με τη «Madame X», το σκανδαλώδες για την εποχή του πορτρέτο της Βιρζινί Γκοτρό που έφτιαξε ο Τζον Σάρτζεντ (1884) και θεωρήθηκε πολύ ερωτικό, πολύ προκλητικό και στυλιζαρισμένο. Δυστυχώς για τη Μουρ –αλλά ολόσωστο ως αναφορά–, την ίδια σύνδεση επιχείρησε και η Λόρεν Σάντσεζ Μπέζος με το μπλε Schiaparelli Χ Madame X ρούχο της!
Custom Schiaparelli επέλεξε και η Κάιλι Τζένερ, θέλοντας να αναβιώσει με τη φιγούρα της το αγαλματώδες κάλλος της Αφροδίτης της Μήλου (160-110 π.Χ.), επιτυγχάνοντας την ίδια στιγμή μια ευθεία αναφορά στη θεματική ενότητα «Naked Body» της έκθεσης που θα ακολουθήσει μετά το gala στο Μητροπολιτικό Μουσείο.
Σε μια εκτυφλωτική εμφάνιση με διαστημικό πορτοκαλί σύνολο, η Κιμ Καρντάσιαν μετέφερε το έργο του Άλεν Τζόουνς, του καλλιτέχνη που έγινε γνωστός στις αρχές των '70ς με τα γλυπτικά του έπιπλα σε μορφή γυναικείου σώματος (και στα 89 του σήμερα, τη συνόδεψε). Το ρούχο που αγκάλιασε τη φιγούρα της Κιμ κυριολεκτικά σαν δεύτερο δέρμα υλοποίησαν οι μάγοι των δερμάτινων εφαρμογών Whitaker Malem, μετατρέποντάς την σε ζωντανό έκθεμα, έτοιμο να λατρευτεί στον βωμό της δημόσιας εικονογραφίας.
Ενδιαφέρον σχόλιο για το φετινό προσκύνημα του Met Gala και της Άνα Γουίντουρ προσωπικά στην οικονομική ισχύ του χορηγού τους, Τζεφ Μπέζος, έκανε με την παρουσία της η Σάρα Πόλσον: με δερμάτινη μάσκα «Τυφλωμένη από τα λεφτά» και «Τουαλέτα χορού για ντεμπιτάντ με κατεστραμμένο τούλι», δημιουργίες του φοβερού διδύμου των Matières Fécales από τη φετινή τους συλλογή υψηλής ραπτικής «The One Percent». Για την ιστορία, αξίζει μια ξεχωριστή αναφορά στην εμφάνιση της Στίβι Νικς με μια ανακυκλωμένη δημιουργία John Galliano Χ Zara, η πρώτη που εμφανίζεται στο κόκκινο χαλί.
Αφήσαμε για φινάλε τη σκηνογραφία του Met Gala σε σχεδιασμό Μπάζ Λούρμαν, Ντέρεκ ΜακΛέιν και Ραούλ Αβίλα, με γενικότερο θέμα τους κήπους της Ιταλικής Αναγέννησης. Τα σκαλιά του Μet είχαν στρωθεί με χαλί σε παστέλ πράσινη απόχρωση, ζωγραφισμένο στο χέρι ώστε να θυμίζει πέτρινο μονοπάτι ανάμεσα σε φυτά, ενώ γλυσίνες γλιστρούσαν ή κατέρρεαν από την οροφή και τα πλαϊνά της τέντας που δέσποζε στην είσοδο, με όλη τη μυρωδιά και την ελαφρότητα της άνεσης. Το διακοσμητικό σκεπτικό επιλέχθηκε ως ιδανική εισαγωγή για τις νέες γκαλερί «Condé M. Nast» του Ινστιτούτου Κοστουμιών, όπου εγκαινιάζεται στις 10 Μαΐου η έκθεση «Costume Art», συνδέοντας μόδα και τέχνη με προκλητικές διασταυρώσεις ρούχων με εκθέματα από τις δεκαεννιά συλλογές του Μητροπολιτικού Μουσείου.
Costume Art
Το dress code του χθεσινού gala προεκτείνεται και αντανακλάται, όπως κάθε χρόνο, στην καθιερωμένη ανοιξιάτικη υπερπαραγωγή του Ινστιτούτου Κοστουμιών, που με τίτλο «Costume Art» διερευνά «την κεντρική θέση του ντυμένου σώματος» στην εκτεταμένη συλλογή του Met, δείχνοντας τη μόδα (ιστορικά και σύγχρονα ενδύματα από το Ινστιτούτο Κοστουμιών) ως εφαρμοσμένη τέχνη, αντιπαραβάλλοντας ρούχα σημαντικών δημιουργών μόδας, ανάμεσά τους οι Rei Kawakubo, Mariano Fortuny and Charles James, Alexander McQueen και ο Jean Paul Gaultier, με πίνακες, γλυπτά και μουσειακά αντικείμενα που καλύπτουν 5.000 χρόνια τέχνης.
«Η μόδα είναι περισσότερο τέχνη από την ίδια την τέχνη». Η φράση αποδίδεται στον Άντι Γουόρχολ και θα μπορούσε να είναι το σλόγκαν αυτής της πρώτης Δευτέρας του Μαΐου που τα σκαλιά του Μητροπολιτικού Μουσείου της Νέας Υόρκης μετατράπηκαν στη μεγαλύτερη real-time πασαρέλα του κόσμου. «Κατά κάποιον τρόπο, η μόδα ξεπερνά την τέχνη. Ενσωματώνει τα βιώματά μας. Είναι η μόνη μορφή τέχνης που το κάνει αυτό», απάντησε στην κεντρική ερώτηση ο Άντριου Μπόλτον, ο επικεφαλής επιμελητής (curator in charge) του Ινστιτούτου Κοστουμιών του Met που στις 10 Μαΐου εγκαινιάζει την έκθεση.
Μια επιφοίτηση στάθηκε για τον Μπόλτον η αφορμή γι' αυτή την έκθεση. «Αυτό που ενώνει τα περισσότερα από τα εκθέματα του μουσείου –είτε πρόκειται για αντικείμενα που διακοσμούν ή προστατεύουν, είτε για αποδόσεις υφασμάτων και ενδυμάτων σε πίνακες– είναι η ιδέα του "ντυμένου σώματος". Ακριβώς λόγω αυτής της καίριας θέσης του στο περιβάλλον της τέχνης, το σώμα, σε πλήρη δόξα, παρακμή ή παραμόρφωση, πανέμορφο μέσα στην πολυπλοκότητά του, ανέβηκε σε ψηλά (τρίμετρα) βάθρα μέσα στις ολοκαίνουριες αίθουσες Condé M. Nast Galleries του Ινστιτούτου Κοστουμιών, στην καρδιά του Μητροπολιτικού Μουσείου, ανάμεσα στις αιγυπτιακές γκαλερί και τις αίθουσες με τις ελληνορωμαϊκές αρχαιότητες. Το όνομα των γκαλερί που στο εξής θα στεγάζουν το Ινστιτούτο Κοστουμιών τιμά τον Condé Montrose Nast, τον ευζωιστή εκδότη που δημιούργησε τον αμερικανικό εκδοτικό όμιλο, αλλά και τον ίδιο τον όμιλο που συνέβαλε με σημαντική δωρεά και στην ανέγερσή τους, σε σχεδιασμό του αρχιτεκτονικού γραφείου Πάτερσον Ριτς Όφις».
Η έκθεση έχει οργανωθεί βάσει κεφαλαίων που αντιστοιχούν σε (θεματικούς) τύπους σώματος, που χωρίστηκαν σε τρεις κατηγορίες: σώματα πανταχού παρόντα στην τέχνη, όπως το κλασικό και το γυμνό· τύποι σωμάτων που παραβλέπονται συχνότερα, όπως τα γερασμένα και τα εγκυμονούντα· και το ανατομικό σώμα. «Η ιδέα ήταν να επαναφέρουμε το σώμα στις συζητήσεις για την τέχνη και τη μόδα και να το αγκαλιάσουμε, όχι να το παραβλέψουμε, θεωρώντας ότι έτσι η μόδα θα ανυψωθεί σε μορφή τέχνης», τόνισε ο Μπόλτον.