Στο ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς μου αναζητούσαν άνθρωπο για το εργαστήριο, για καιρό, μήνες, κόντεψε χρόνος που έψαχναν εργαζόμενο για τη συγκεκριμένη θέση patisseur. Κάθε εβδομάδα παρουσιαζόταν κάποιος με υπερπλούσιο βιογραφικό, φαινομενικά μεγάλη όρεξη, ιδέες για τρελές καινοτομίες και λίγο τουπέ αυθεντίας, έμπαινε, καθόταν για μία δύο μέρες και την τρίτη απλώς δεν εμφανιζόταν ή τον ενημέρωναν ότι δεν θα τον χρειαστούν άλλο.

 

Η θέση καλύφθηκε -τελικά- ενδο-οικογενειακά. Το καλοκαίρι, σε μια κουβέντα που είχα με τον Σωτήρη Κοντιζά, έναν εκ των τριών κριτών του "Master Chef", μου εξηγούσε ότι στο εστιατόριο που διευθύνει εμφανίζονται κατά καιρούς νέοι, ωραίοι και φαινομενικά ετοιμοπόλεμοι νεαροί και νεαρές, με κεντημένα μονογράμματα στις ποδιές τους, με πανάκριβα μαχαίρια, αλλά πρακτικά καμία όρεξη να μάθουν τη δουλειά, που εκτός από τη δόξα -πώς να γίνει;- έχει και τη λάντζα της. 

 

Είναι ωραίο να βλέπεις ανθρώπους να μαγειρεύουν. Από τη μαμά σου μέχρι τον σεφ που ετοιμάζει το πιάτο σου σ' ένα καλό εστιατόριο ή την γλυκιά γιαγιά που με μεράκι καθαρίζει πατάτες στο ταβερνείο της γειτονιάς σου, η εικόνα και η διαδικασία μιλάνε στα βαθύτερα ωραία ένστικτά σου, η προετοιμασία του φαγητού πάντα συγκινεί, πάντα ημερεύει. Φαντάζομαι σ' αυτά τα (ωραία) ένστικτα στηρίζονται παγκοσμίως όλες οι τηλεοπτικές εκπομπές που έχουν να κάνουν με την κουζίνα. 

 

Είναι οι ίδιοι που αν αναζητήσουν δουλειά όχι ως εστιάτορες, αλλά ως απλοί υπάλληλοι θα φύγουν σε 3 μέρες, έξαλλοι που δεν αναγνωρίστηκε το ταλέντο, η μαγειρική τους διάνοια, η υπεροχή τους. Σκάει ο τόπος από τέτοιους (σ' όλα τα επαγγέλματα, ας είμαστε αντικειμενικοί).

 

Αλλά μαζί με το ωραίο του πράγματος, δεν γλιτώνεις και μερικές δεύτερες σκέψεις, όχι ακριβώς ευχάριστες, κυρίως γιατί συνειδητοποιείς ότι ακόμη και πάνω από το μάτι της κουζίνας, ακόμη και με την κουτάλα στο χέρι, έχεις να κάνεις με τη μικρογραφία μιας επηρμένης κοινωνίας. 

 

Κατ' αρχάς, είναι σχεδόν συγκλονιστικό το πώς όλοι οι ανεπαρκείς έχουν τεράστια ιδέα για τον εαυτό τους, τεράστια εμπιστοσύνη στη μετριότητά (ή ακόμη και στην πλήρη άγνοια) τους και μηδενική ανοχή στην κριτική. Λένε πολλά, κάνουν λίγα και έχουν απόθεμα δικαιολογιών που μπορεί να εξοργίσει ακόμη και εκείνον που δεν ξέρει να βράσει αυγό. Επίσης, έχουν σπουδές και προϋπηρεσία που θα διατυμπανιστεί, κι αν γίνει λάθος, φυσικά και φταίνε οι άλλοι, εννοείται ότι τους αδίκησαν.

 

Την ίδια στιγμή, από το πουθενά, τρέμοντας, ψελλίζοντας και με κομμένα πόδια εμφανίζονται οι πραγματικά καλοί, αυτοί που δεν βγάζουν μιλιά, παιδεύονται πάνω από το πιάτο τους και με τίποτα δεν είναι σίγουροι ότι έχουν κάνει κάτι πραγματικά καλό. Ας μην πούμε άλλα, τα 'χε γράψει ολόσωστα ο Παπαγιώργης το 2007, σε ένα αξεπέραστο άρθρο του για τον Παπαδιαμάντη: Όταν ακούς επιτυχημενάκια να κρύβεσαι, όταν ακούς διστακτικό άνθρωπο να βγαίνεις.

 

Εντάξει, θα πει κάποιος, τηλεόραση είναι, διαγωνισμός μαγειρικής είναι το "Master Chef", σ' αυτά θα εστιάσει, για να φανεί η αντίθεση. Βλέπεις τρεις χαριτωμένους ανθρώπους, επαγγελματίες σεφ, σε συγκεκριμένους τηλεοπτικούς ρόλους να κρίνουν ακριβοδίκαια μερικές καραβιές που νομίζουν ότι μαγειρεύουν σωστά. Κι όμως είναι κάτι περισσότερο: από τη μια είναι η μικρογραφία αυτού που ζούμε (κόσμος -και δυστυχώς, νεαρός σε ηλικία- με τεράστιο κεμάρι, καλομαθημένος, ταχταρισμένος, με καμία όρεξη για σοβαρή δουλειά) κι από την άλλη, το αιώνιο ζήτημα της εστίασης. 

 

Πολλοί από τους διαγωνιζόμενους εργάζονται ήδη στον χώρο της γαστρονομίας ως υπάλληλοι ή εστιάτορες. Θα πιάσουν την πρώτη ύλη χωρίς γάντια, με απεριποίητα νύχια, θα σερβίρουν κακοψημένο πιάτο, θα κοιτάξουν αφ' υψηλού τον πελάτη (ειδικά αν παραπονεθεί) με τον ίδιο τρόπο που κοιτούν αφ' υψηλού τον κριτή και πιστεύουν ότι δουλεύουν τον τηλεθεατή, θα χρεώσουν ακριβά, για να προσφέρουν μέτριες έως κακές υπηρεσίες και κυρίως "άποψη". 

 

 [Σ.Σ. Ειδικά, το περιστατικό στο επεισόδιο της Πέμπτης (18/1), όπου διαγωνιζόμενος τα "ακούει" για τα βρώμικα νύχια του και παρ' όλα αυτά έχει μια έτοιμη δικαιολογία είναι ενδεικτικό της νοοτροπίας...].

 

Είναι οι ίδιοι που όταν τους επισημάνεις ότι οι πατάτες είναι δευτεροτηγανισμένες και τα ποτήρια έχουν μυρωδιά, αντί συγνώμης και επανόρθωσης, μπορεί και να σε δείρουν. Είναι οι ίδιοι που αν αναζητήσουν δουλειά όχι ως εστιάτορες, αλλά ως απλοί υπάλληλοι θα φύγουν σε 3 μέρες, έξαλλοι που δεν αναγνωρίστηκε το ταλέντο, η μαγειρική τους διάνοια, η υπεροχή τους. Σκάει ο τόπος από τέτοιους (σ' όλα τα επαγγέλματα, ας είμαστε αντικειμενικοί).

 

Φυσικά υπάρχει και το τίμιο αντίπαλο δέος, της σχεδόν συγκινητικής εξυπηρέτησης και αρτιότητας. Αλλά κολυμπάει μέσα στις σάλτσες όσων κάνουν θόρυβο και -ναι- είναι τόσο εκνευριστικό που σχεδόν ξεχνάς γιατί σ' αρέσουν οι εκπομπές μαγειρικής και οι κατσαρόλες εν γένει.