Ήταν το τέλος του θλιβερού έτους του «9/11». Ο τότε σύντροφός μου, ο Στηβ, κι εγώ είχαμε αποφασίσει να περάσουμε τα Χριστούγεννα στη Ρώμη και το Νέο Έτος στη Βενετία. Θα έπρεπε κάτι να είχαμε υποπτευθεί για την κατάσταση εκείνης της εποχής των μεγάλων γεωπολιτικών ταραχών από τη σχετική τουριστική ερημιά της Ρώμης χριστουγεννιάτικα. Φτάσαμε βράδυ, λοιπόν, σιδηροδρομικώς στη Βενετία την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 2002, με βαρύ κρύο και βροχή, και πήραμε το πλωτό «λεωφορείο» από τον σταθμό για το ιστορικό κέντρο.

 

Να επισημάνω ότι εκείνο τον καιρό δεν γνώριζα ακόμα τη Βενετία και ότι κανένας από τους δυο μας δεν μιλούσε ούτε λέξη ιταλικά. Επίσης ότι οι οικονομικές μου δυνατότητες περιορίζονταν στις αναμενόμενα λιγοστές αποδοχές ενός νεοδιορισμένου εκπαιδευτικού, ενώ ο Στηβ ήταν «between jobs», όπως λένε ευγενικά οι Αμερικανοί το να είναι κανείς άνεργος. Είχα κάνει κράτηση σε ένα φτηνό ξενοδοχείο μέσω Διαδικτύου, κάτι σχετικά καινούργιο τότε, ενώ έπρεπε να βρούμε τον προορισμό μας με τη βοήθεια παραδοσιακού χάρτη, αφού βέβαια ακόμη δεν υπήρχαν smartphones.

 

Με το ρολόι πλέον να πλησιάζει μεσάνυχτα και όλα μας τα σχέδια να έχουν αποτύχει, τριγυρνούσαμε σε μια άγνωστη πόλη, με αποσκευές στο χέρι, να βρέχει ασταμάτητα και το κρύο να τσούζει, προσπαθώντας να βρούμε κατάλυμα.

 

Σύντομα διαπιστώσαμε ότι το όνομα του μικρού δρόμου όπου βρισκόταν το ταπεινό μας ξενοδοχείο δεν εμφανιζόταν στον χάρτη. Εν ολίγοις, όλα άρχισαν με μικρά προβλήματα που στη συνέχεια πήραν ακόμα χειρότερες διαστάσεις. Μετά από μια μικρή οδύσσεια σε μια άδεια Βενετία, βρήκαμε επιτέλους τον μικρό μας δρόμο, το ξενοδοχείο όμως ήταν κλειστό. Ποτέ δεν μάθαμε γιατί.

 

Με το ρολόι πλέον να πλησιάζει μεσάνυχτα και όλα μας τα σχέδια να έχουν αποτύχει, τριγυρνούσαμε σε μια άγνωστη πόλη, με αποσκευές στο χέρι, να βρέχει ασταμάτητα και το κρύο να τσούζει, προσπαθώντας να βρούμε κατάλυμα. Και κατάλυμα βρήκαμε, αναπάντεχα, όταν φτάσαμε σε μια μεγάλη μπαρόκ piazza, στη μια πλευρά της οποίας στεκόταν ένα όμορφο μοντέρνο κτίριο, το Hotel Bauer. Δεν γνώριζα τότε βέβαια τι ήταν το Bauer και ενδόμυχα ήλπιζα ότι λόγω μοντέρνας αρχιτεκτονικής θα ήταν ένα ιταλικό Best Western. Ανεβαίνοντας τα σκαλιά συνειδητοποίησα το λάθος μας, αλλά εκείνη τη στιγμή, στην κατάστασή μας, μία ώρα πριν από τα μεσάνυχτα και έτοιμος να σφάξω τον Στηβ που παραπονιόταν ακατάπαυστα για τα πάντα, προχώρησα προς τη ρεσεψιόν. Το άψογο, το υπέροχο Bauer με το απίστευτα ευγενικό προσωπικό υποδοχής άκουσε το sad story μας και μας πρόσφερε ένα δωμάτιο σε τιμή προσφοράς, η οποία, ακόμα κι έτσι, ήταν τέσσερις φορές υψηλότερη από εκείνη του ξενοδοχείου που είχα αρχικά κλείσει.

 

Τα μεσάνυχτα και η αλλαγή του χρόνου μάς βρήκαν ξαπλωμένους και εξαντλημένους στο κρεβάτι μας μέσα σε ένα πανέμορφο δωμάτιο, μάλλον από τα μικρότερα του Bauer, το οποίο, όπως είδαμε το επόμενο πρωί περιλάμβανε και ένα palazzo. Μια μικρή πρωτοχρονιάτικη περιπέτεια που μας άνοιξε, ανύποπτα, μια πόρτα σε μια Βενετία που ποτέ δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε ότι θα ζούσαμε, και μια ιστορία που αναδεικνύει το class του Bauer και του προσωπικού του.

 

Ο Αλέξης Παπαδόπουλος είναι καθηγητής Γεωγραφίας στο DePaul University, Chicago, Illinois