Ένας τόπος μαγικός είναι η βυζαντινή καστροπολιτεία της Μονεμβασιάς και η αλήθεια είναι ότι η απόστασή της από το «κλεινόν άστυ» αλλά και το μέγεθός της την καθιστούν ιδανικό προορισμό για όποιον δεν έχει αρκετό χρόνο στη διάθεσή του.
Το «πέτρινο καράβι» του Γιάννη Ρίτσου, του ένδοξου τέκνου της, το «Περιώνυμον Άστυ» του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β', αποτελεί πόλο έλξης για Έλληνες και ξένους επισκέπτες, με αποτέλεσμα ένα πλήθος καταλυμάτων να είναι διαθέσιμα και εκτός των τειχών, κάτι που καθιστά πιο προσιτή τη διαμονή στην ευρύτερη περιοχή.
Παρότι ο δρόμος μέχρι εκεί δεν είναι και ιδανικός, η ζαλάδα αξίζει και με το παραπάνω, ενώ για όσους δεν διαθέτουν αυτοκίνητο, υπάρχει και η πιο χρονοβόρα επιλογή του ΚΤΕΛ – στο κάστρο, εξάλλου, μπαίνουν μόνο πεζοί.
Πρώτη ημέρα
Ο βράχος της Μονεμβασιάς ενώνεται με τη στεριά με μια γέφυρα μήκους 130 μέτρων –τη «μόνη έμβαση»– και έχει χαρακτηριστεί ενιαίος αρχαιολογικός χώρος.
Τόπος με μεγάλη γεωπολιτική σημασία, ο βράχος κατοικήθηκε για πρώτη φορά τον 6ο αιώνα από Σπαρτιάτες, κυρίως, και καθ’ όλη τη μακραίωνη ιστορία του υπήρξε αντικείμενο του πόθου κάθε λογής κατακτητών: Φράγκοι, Βυζαντινοί, Ενετοί και Τούρκοι πέρασαν από εδώ, συμβάλλοντας στην ξεχωριστή ταυτότητα της Μονεμβασιάς.
Τριγυρίζοντας στα στενά καλντερίμια της Κάτω Πόλης, θα βρεθείτε να περνάτε κάτω από θόλους, τις δρομικές, μια και ο τόπος είναι μικρός και τα παλιά σπίτια από πωρόλιθο και μαυρόπετρα βρίσκονταν στριμωγμένα μεταξύ του βράχου και του «τείχους» της θάλασσας, με τους χωροταξικούς περιορισμούς που αυτό συνεπάγεται.
Ο αρχικός οικισμός βρισκόταν στον Γουλά, την κορυφή του βράχου, και σταδιακά επεκτάθηκε προς τα κάτω, ενόσω η Μονεμβασιά γινόταν σημαντικό εμπορικό λιμάνι – η Άνω Πόλη μάλλον εγκαταλείφθηκε εν τέλει μέσα στον 17ο αιώνα.
Η Κάτω Πόλη προστατεύεται από ένα τείχος σε σχήμα Π, από τη δυτική πύλη του οποίου θα μπείτε στο κάστρο, ενώ υπάρχει και το Πορτέλο, μια μικρή έξοδος στη μέση περίπου του θαλασσινού τείχους, την οποία μπορείτε να χρησιμοποιήσετε, αν λαχταρήσετε μια βουτιά.
Το κεντρικό καλντερίμι της Κάτω Πόλης, ο «Φόρος», είναι ο εμπορικός δρόμος της Μονεμβασιάς και εκεί θα βρείτε τα πάντα: καλόγουστα μαγαζάκια, εστιατόρια, ταβέρνες, café και ξενώνες.
Περπατώντας θα φτάσετε στην κεντρική πλατεία με το πολυφωτογραφημένο κανόνι και την υπό αναστήλωση εκκλησία του Ελκομένου Χριστού, την παλαιότερη πάνω στον βράχο, που η ιστορία της φαίνεται να ξεκινά κατά τον 6ο αιώνα και πέρασε του λιναριού τα πάθη: είναι χαρακτηριστικό ότι η Σταύρωση (14ος αιώνας), μια από τις σημαντικότερες βυζαντινές εικόνες, κλάπηκε το 1979, βρέθηκε έναν χρόνο αργότερα, φιλοξενήθηκε στο Βυζαντινό Μουσείο και από το 2011 έχει επιστρέψει στη βάση της.
Στην ίδια πλατεία θα συναντήσετε και το Αρχαιολογικό Μουσείο, το οποίο στεγάζεται σε ένα κτίριο που κατά το παρελθόν υπήρξε τζαμί (16ος αιώνας), φυλακή αλλά και καφενείο, μετά την Απελευθέρωση.
Αξιόλογη είναι και η εκκλησία της Παναγίας της Χρυσαφίτισσας (15ος-16ος αιώνας περίπου), η οποία, σύμφωνα με την παράδοση, χτίστηκε στο σημείο όπου επέστρεφε επανειλημμένα με θαυματουργικό τρόπο μια εικόνα της Παναγίας από τα Χρύσαφα της Λακωνίας.
Ακόμα ένα σημείο ενδιαφέροντος είναι το νεοσύστατο, διαδραστικό Μουσείο Γιάννη Ρίτσου, που βρίσκεται πίσω από την προτομή του μεγάλου ποιητή και στεγάζεται στο σπίτι όπου έζησε τα μαθητικά του χρόνια.
Τριγυρίζοντας στα καλντερίμια της Κάτω Πόλης, θα βρεθείτε να περνάτε κάτω από θόλους, τις δρομικές, μιας και ο τόπος είναι μικρός και τα παλιά σπίτια από πωρόλιθο και μαυρόπετρα βρίσκονταν στριμωγμένα ανάμεσα στον βράχο και το «τείχος» της θάλασσας, με τους χωροταξικούς περιορισμούς που αυτό συνεπάγεται.
Πιο απαιτητική αποστολή είναι να φτάσετε στην Άνω Πόλη, η πρόσβαση στην οποία έχει έναν βαθμό δυσκολίας. Το γεγονός αυτό επικαλείται το υπουργείο Πολιτισμού για να δικαιολογήσει την κατασκευή τελεφερίκ, ένα έργο που ήδη υλοποιείται και έχει προκαλέσει αντιδράσεις.
Για να ανεβείτε στην Άνω Πόλη θα χρειαστείτε οπωσδήποτε νερό, καπέλο, τα κατάλληλα παπούτσια και χρόνο που ίσως αποτελέσει πρόκληση για τη φυσική σας κατάσταση. Το φιδογυριστό μονοπάτι που οδηγεί στον αρχικό οικισμό έχει το υπέροχο όνομα «βόλτες» και η συγκλονιστική θέα θα σας αποζημιώσει για κάθε σταγόνα ιδρώτα.
Εγκαταλελειμμένα αρχοντικά, απομεινάρια κτιρίων της βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου, κρήνες, στέρνες, ένα λουτρό της οθωμανικής περιόδου και ο οκταγωνικός ναός της Αγίας Σοφίας (12ος αιώνας) είναι όσα θα δείτε φτάνοντας.
Η Αγία Σοφία, από τους λίγους οκταγωνικούς ναούς που σώζονται στη χώρα μας, πιθανότατα χτίστηκε στη θέση της Παναγίας της Οδηγήτριας και διασώθηκε επειδή μετατράπηκε διαδοχικά πρώτα σε τζαμί και αργότερα σε καθολικό ναό – μην παραλείψετε να μπείτε μέσα, οι τοιχογραφίες του 17ου αιώνα είναι υπέροχες.
Η ώρα να γεμίσετε τις μπαταρίες σας έχει φτάσει. Μια κλασική επιλογή είναι η δημοφιλής εδώ και εβδομήντα χρόνια ταβέρνα της Ματούλας, που χρωστά τη φήμη της στα «μαμαδίστικα» μαγειρευτά και στη θέα της στη θάλασσα – η Ματούλα ήταν και συγγενής του Γιάννη Ρίτσου, παρεμπιπτόντως.
Δεύτερη ημέρα
Η δεύτερη ημέρα μπορεί να κυλήσει με χαλαρούς ρυθμούς μέσα στην καστροπολιτεία, για να απολαύσετε τη μοναδική αύρα της.
Σε περίπτωση, όμως, που ανήκετε στους ταξιδιώτες οι οποίοι δεν κάθονται ήσυχοι σε ένα μέρος και επιπλέον αγαπάτε το κρασί, μια καλή ιδέα είναι να επισκεφθείτε το Οινοποιείο Τσιμπίδη, για να δοκιμάσετε –μεταξύ πολλών άλλων– ένα ιστορικό κρασί που έρχεται από τα βάθη του χρόνου.
Στις πλαγιές του Πάρνωνα (Μαλεβός) καλλιεργούνταν από τον 13ο αιώνα τοπικές ποικιλίες σταφυλιών, με κυριότερη τη Μονεμβασιά, από τις οποίες παραγόταν γλυκός λιαστός οίνος, ο Μονεμβάσιος ή Μονεμβασιώτης ή Μονεμβασία.
Καθώς η Μονεμβασιά ήταν κέντρο ανεφοδιασμού των διερχόμενων πλοίων από Ανατολή και Δύση, οι Μονεμβασιώτες εμπορεύονταν το κρασί, το οποίο οι Βενετοί και Γενουάτες έμποροι πουλούσαν με το όνομα «Malvasia».
Η φήμη του Μαλβαζία απλώθηκε παντού. «Να με πνίξετε σ’ ένα βαρέλι με κρασί Μαλβαζία», ζητά ο Γεώργιος Πλανταγενέτης, δούκας του Κλάρενς, στον «Ριχάρδο ΙΙΙ» του Σαίξπηρ (1592-1594), ενώ ο Λεονάρντο ντα Βίντσι και ο Τζουζέπε Γκαριμπάλντι καλλιεργούσαν τη δική τους Μαλβαζία.
Όταν η Μονεμβασιά έπεσε στα χέρια των Τούρκων τον 16ο αιώνα και η περιοχή εγκαταλείφθηκε, το κρασί συνέχισε να παράγεται στις Κυκλάδες και στη βενετοκρατούμενη Κρήτη, ενώ σταδιακά το όνομα άρχισε να χρησιμοποιείται για κρασιά πολύ διαφορετικά από το αρχικό.
Η αναβίωση του αυθεντικού Μαλβαζία ξεκίνησε στη Μονεμβασιά από τις αρχές του 21ου αιώνα, όταν ο Γιώργος και η Έλλη Τσιμπίδη, με τη στήριξη της μεγάλης κυρίας του ελληνικού κρασιού, δρος Σταυρούλας Κουράκου, έφεραν και πάλι μετά από πέντε αιώνες το μυθικό γλυκό κρασί από λιαστά σταφύλια –ΠΟΠ Μονεμβασία-Malvasia από το 2010– στο «Υπερνεφελές Κάστρο».
Αφού απολαύσετε τον οίνο που αγάπησαν αυτοκράτορες, κουρσάροι, συγγραφείς και ζωγράφοι, ξεκινήστε για το Λιμάνι του Γέρακα, τον ναυτικό σταθμό των Βυζαντινών, απ’ όπου κατά τον Μεσαίωνα ξεκινούσε το ταξίδι του το κρασί «που πίνουνε οι άρρωστοι και βρίσκουν την υγειά τους».
Το Λιμάνι του Γέρακα έχει χαρακτηριστεί ως το νοτιότερο φιορδ της Ευρώπης και μόλις το αντικρίσετε θα καταλάβετε γιατί. Απάνεμο, ήσυχο, γραφικό, το «ευλίμενον χωρίον», κατά τον Παυσανία, φημίζεται για τις ψαροταβέρνες του, που τραβούν σαν μαγνήτης τους καλοφαγάδες.
Αν έχετε αντοχές και διάθεση, πάρτε την ανιούσα για τον αρχαιολογικό χώρο του Ζάρακα με τη μοναδική θέα στο φιορδ, αλλιώς οδηγήστε προς την παραλία της Βλυχάδας – μπορεί να μη φτάσετε εύκολα, αλλά δεν θα ξεκολλάτε.
Τέτοιοι προορισμοί είναι ένα σπάνιο δώρο.