Συνεχίζεται και φέτος η μικρή θεατρική άνοιξη της Αθήνας που είχε ανιχνευθεί τα δύο προηγούμενα χρόνια. Πάνω από 1.500 παραστάσεις(!) και έργα για όλα τα γούστα, για ευρύ και πιο περιορισμένο κοινό, με αφορμή κλασικούς συγγραφείς ή εγχειρήματα θεατρικών ομάδων και πειραματικών σκηνών, αλλά και με φρέσκα έργα που προώθησαν οι αναζητήσεις ενός επίμονου κοινού το οποίο έμεινε πιστό τη 10ετία της κρίσης.


Σε αυτό τον θεατρικό ορίζοντα έχει βρει τη θέση του ο Σταμάτης Φασουλής, ο οποίος, μετά από πολύχρονη πορεία και εμπειρία στις θεατρικές σκηνές της πρωτεύουσας, φέτος μας έδωσε τον τόσο φιλόδοξο «Ωνάση». Κεντρική θέση έχει κατακτήσει, επίσης, το «οικοσύστημα» που έχει χτίσει μεθοδικά ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης με τον «Πουπουλένιο», τον «Αύγουστο» και το φετινό «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ». Ακόμα, φαίνεται ότι υπάρχει και ένα κοινό που περιμένει την ιδιαίτερη ματιά της Κατερίνας Ευαγγελάτου. Φέτος, με τον «Άμλετ», έχει την ευκαιρία να μοιραστεί αυτά που νιώθει ότι πήρε από τον πατέρα της, Σπύρο Ευαγγελάτο, στο Αμφι-θέατρο που άνοιξε ξανά στην Πλάκα ‒ το σημείο και ο χώρος είναι εξόχως συμβολικά για τη θεατρική ζωή της Αθήνας. Ο φετινός «Άμλετ» είναι ένας φόρος τιμής στην παράσταση του σαιξπηρικού έργου που είχε ανεβάσει ο πατέρας της στον ίδιο χώρο το 1991 ‒ και το υπενθυμίζει με κάποιες βιντεο-παρεμβάσεις.

 

Μοιάζει με αντίδοτο στα χρόνια της κρίσης και των μνημονίων η νέα ορμή του ρεαλισμού μέσα από κείμενα φρέσκα, που γράφτηκαν ειδικά για αθηναϊκές παραστάσεις. Το «Στέλλα κοιμήσου» του Γιάννη Οικονομίδη, ο «Άγριος Σπόρος» , το «Άνθρωποι και Ποντίκια» και φέτος ο ξεχωριστός «Πατέρας» είναι από τις επιλογές που βρήκαν γόνιμο έδαφος.


Η Κατερίνα Ευαγγελάτου, με προτάσεις όπως το δυστοπικό «1984», η δροσερή «Κωμωδία των Παρεξηγήσεων» και τώρα ο «Άμλετ», είδε με μια φρέσκια ματιά κλασικά κείμενα που προορίζονται για απαιτητικό κοινό. Στα νέα της καθήκοντα ως διευθύντριας του Φεστιβάλ Αθηνών θα έχει την ευκαιρία να μπολιάσει με αυτό το πνεύμα τον σημαντικό θεσμό.


(Στο νέο σκηνικό της Αθήνας συμβάλλει η σοβαρότητα του Εθνικού, σε σχέση με παλιότερες δεκαετίες, οπότε αποτελούσε μόνιμο θέμα συζήτησης, όπως και η προσήλωση της Στέγης σε εγχειρήματα που ξεχωρίζουν).

 

Φαίνεται ότι υπάρχει και ένα κοινό που περιμένει την ιδιαίτερη ματιά της Κατερίνας Ευαγγελάτου που φέτος, με τον «Άμλετ», έχει την ευκαιρία να μοιραστεί αυτά που νιώθει ότι πήρε από τον πατέρα της, Σπύρο Ευαγγελάτο.
Φαίνεται ότι υπάρχει και ένα κοινό που περιμένει την ιδιαίτερη ματιά της Κατερίνας Ευαγγελάτου που φέτος, με τον «Άμλετ», έχει την ευκαιρία να μοιραστεί αυτά που νιώθει ότι πήρε από τον πατέρα της, Σπύρο Ευαγγελάτο.

 

Ρεαλισμός σε γερές δόσεις

Μοιάζει με αντίδοτο στα χρόνια της κρίσης και των μνημονίων η νέα ορμή του ρεαλισμού (πείτε τον νεορεαλισμό, αν θέλετε) μέσα από κείμενα φρέσκα, που γράφτηκαν ειδικά για αθηναϊκές παραστάσεις (ακόμα και αν η αρχική ιδέα κάποιων βασίστηκε σε έργα του Ξενόπουλου ή του Στρίντμπεργκ). Το «Στέλλα κοιμήσου» του Γιάννη Οικονομίδη, ο «Άγριος Σπόρος» (τελευταίος πρωταγωνιστικός ρόλος του Τάκη Σπυριδάκη ‒ συνεχίζει για 5η χρονιά με τον Στάθη Σταμουλακάτο), το «Άνθρωποι και Ποντίκια» και φέτος ο ξεχωριστός «Πατέρας» είναι από τις επιλογές που βρήκαν γόνιμο έδαφος. Το επιβεβαίωσε και το κοινό με κατηγορηματικό τρόπο, που έδειξε αντοχή και επιμονή, μια ευχάριστη όαση όλα αυτά τα χρόνια της αναστάτωσης και της λιτότητας. Δεν είναι ομοιογενές, αλλά οι επιλογές του δείχνουν πως ένα μεγάλο μέρος του αντιστέκεται στην κατιούσα της TV και στην ολοένα αυξανόμενη εξάρτηση από τις σειρές τύπου Netflix.

 

Σε αυτή την περιοχή κινήθηκαν κι άλλα έργα όπως ο «Αρίστος» (η υπόθεση του δράκου του Σέιχ Σου), ο «Εθνικός Ελληνορώσων» κ.λπ. Το κέρδος απ' όλες αυτές τις παραστάσεις ελληνικού «νεορεαλισμού» είναι τριπλό. Πρώτον, αναδεικνύουν κάτι που έχει ανάγκη το νεοελληνικό θέατρο, μια νέα γενιά συγγραφέων που γράφουν δικά τους έργα ή διασκευάζουν «επιθετικά» κάποιο γνωστό. Δεύτερον, δίνουν την ευκαιρία σε ηθοποιούς που έχουν δώσει μάχη με το ταλέντο τους για να παραμείνουν στον χώρο της υποκριτικής (ο Σταμουλακάτος δουλεύοντας ως κούριερ, ο Βασίλης Μπισμπίκης περνώντας από πολλά και διάφορα και καταλήγοντας, όπως ο ίδιος μου έχει πει, σε μια κολεκτίβα). Τρίτον, διαμορφώνεται ένα κοινό που ενδιαφέρεται για τον ρεαλισμό, γιατί μέσα από αυτήν τη διάσταση ζει ή ξορκίζει πολλά από αυτά που βίωσε τα προηγούμενα χρόνια.

 
Α, υπάρχει και ένα τέταρτο σημείο. Παρά τα πενιχρά μέσα, τις λιτές σκηνές και τη σκληρή ανεργία που έχει περάσει το σινάφι των ηθοποιών, πάντα βρίσκεται τρόπος να εντοπίζονται τα στοιχειώδη μέσα που επιτρέπουν να μη χάνεται ούτε το ταλέντο ούτε το κοινό που ψάχνεται. Η μαζική προαγορά εισιτηρίων από το Viva ήταν και είναι βασικός αιμοδότης. Η επί της ουσίας αυτοχρηματοδότηση πολλών ομάδων που φτιάχνουν μια παράσταση ως αντίδοτο στην ανεργία μοιάζει με λότο: κάποια από αυτά τα εγχειρήματα τόλμης ή ανάγκης κερδίζουν το στοίχημα.

 

Το «Στέλλα κοιμήσου» του Γιάννη Οικονομίδη ήταν από τις παραστάσεις του που προτίμησε το  αθηναϊκό κοινό. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Το «Στέλλα κοιμήσου» του Γιάννη Οικονομίδη ήταν από τις παραστάσεις του που προτίμησε το αθηναϊκό κοινό. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Show me the money

Την περσινή, αλλά κυρίως τη φετινή χρονιά φάνηκε ότι, εκτός από τους μοναχικούς ή μικρούς θεατρικούς παραγωγούς, υπάρχουν πλέον περί τους οκτώ παραγωγούς που ανταποκρίνονται στην αυξημένη ζήτηση που παρατηρείται στην Αθήνα. Υπάρχει πια περισσότερη οικονομική ασφάλεια κι έτσι μπορούν να πάρουν μεγαλύτερο ρίσκο, αφού έχουν συγκεντρώσει και την απαραίτητη τεχνογνωσία.


Παράγοντες που ενδιαφέρονται να επεκτείνουν τη σκηνή της πόλης πέρα από το θέατρο πρόζας, που δεν έχει πολλά περιθώρια, σημειώνουν δύο δυσκολίες: στην Ελλάδα δεν υπάρχει επάρκεια ούτε σε χώρους ούτε σε καλλιτέχνες με επιδόσεις και στην υποκριτική, και στον χορό, και στο τραγούδι (τουλάχιστον στο επίπεδο που έχουν γειτονικές χώρες ‒ μέχρι και η Ρουμανία).


Να δούμε αν η καινούργια διοίκηση του (κρατικού πλέον) Μεγάρου Μουσικής θα βρει τον τρόπο ώστε οι χώροι του να είναι πιο ανοιχτοί σε παραστάσεις, γιατί οι όροι που έθετε μέχρι πρόσφατα ήταν αποτρεπτικοί για πολλές παραγωγές, καθώς στην ουσία το κόστος εκτοξευόταν και δεν υπήρχε καμία ευελιξία σε περίπτωση επιτυχίας μιας παράστασης. Η δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία του το φορτώνει με έλλειμμα και ακυρώνει έναν σημαντικό πολυχώρο παραστάσεων.


Νέα δεκαετία λοιπόν, με ταλέντο που επιβίωσε τα πέτρινα χρόνια, κάποια κεφάλαια που μπορούν να φέρουν πιο φιλόδοξα εγχειρήματα και μια Αθήνα που μπορεί να αναζητήσει κάτι καλύτερο από μια απλή «καλή προσπάθεια».