Αρκετοί πολίτες ξαναγυρνάνε στα media, καθώς το χάος των fake news και η Βαβέλ των social media τους έχει κουράσει και τους έχει προβληματίσει. Αυτό είναι ένα από τα συμπεράσματα της παγκόσμιας έρευνας Trust Barometer της Edelman που παρουσιάζεται κάθε χρόνο στο Νταβός.


Αυτό είναι μια μεγάλη αλλαγή σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, όταν περίπου οι μισοί έλεγαν ότι δεν αντλούσαν πληροφόρηση από τα media. Αντίθετα, έπεσε αρκετά η αξιοπιστία των social media ως πηγής ειδήσεων.

 

Κατά την ίδια έρευνα, οι πολίτες εμπιστεύονται λιγότερο τα κυβερνητικά στελέχη και τις διοικήσεις των εταιρειών, αλλά θεωρούν περισσότερο αξιόπιστη την πληροφόρηση από κάποιον ειδικό, έναν ακαδημαϊκό, «ένα πρόσωπο σαν και μένα», αλλά και έναν απλό εργαζόμενο μιας επιχείρησης.

 

Oι πολίτες βλέποντας ότι δεν έχουν να περιμένουν πολλά από τις κυβερνήσεις, στρέφουν τις προσδοκίες τους προς τις εταιρείες και εκείνους που τους διευθύνουν. Περιμένουν από αυτούς, τόσο οι εργαζόμενοι όσο και οι καταναλωτές, να αναλάβουν πρωτοβουλίες.

 

Είναι χαρακτηριστικό ότι εκδηλώνεται διαφορετικός βαθμός εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς (κυβέρνηση, επιχειρήσεις, media, ΜΚΟ) από τους πολίτες ενός κάποιου μορφωτικού επιπέδου, σε σχέση με το ευρύ κοινό. Δεν είναι τυχαίο που στη Μ. Βρετανία ο απλός κόσμος είναι πολύ πιο δύσπιστος προς τους θεσμούς, σε σχέση με τους υψηλότερου μορφωτικού επιπέδου. Αυτό το χάσμα είναι πηγή αναστάτωσης και ανατροφοδότησης του λαϊκισμού.

 

Μόνο ο ένας στους πέντε πολίτες θεωρεί ότι το σύστημα ευνοεί την πρόοδό του, οι υπόλοιποι αισθάνονται ότι σε πέντε χρόνια αυτοί και η οικογένειά τους θα είναι σε πιο δύσκολη μοίρα. Γύρω στο 60% έχουν ανησυχία για τις δουλειές τους, από φόβο είτε για την αυτοματοποίηση είτε λόγω αλλαγής στις απαιτούμενες δεξιότητες.

 

Αυτή το κλίμα ανασφάλειας ήταν πιο έντονο φέτος στο Νταβός, απ' όσο πέρυσι, αν και είναι υπερβολικός ο πανικός που είδε ο συντάκτης του Guardian.

 

Είναι ενδιαφέρον το ότι οι γυναίκες είναι αρκετά πιο δύσπιστες προς τους θεσμούς. Γενικά, οι ομάδες που νιώθουν ότι είναι αδικημένες παίρνουν τις υποθέσεις τους στα χέρια τους, με πρωτότυπους τρόπους και όχι κατ' ανάγκην με παραδοσιακές συνδικαλιστικές πρακτικές.

 

Το #MeToo έδωσε ισχυρότερη φωνή στις γυναίκες, τα Κίτρινα Γιλέκα φάνηκαν σαν ξέσπασμα αλλά όλα δείχνουν ότι είναι μοντέλο που θα διατηρηθεί και θα διαδοθεί. Οι 20.000 εργαζόμενοι της Google που βγήκαν στον δρόμο για να ζητήσουν καλύτερες πολιτικές από την εταιρεία τους ήταν κάτι πρωτόγνωρο.

 

Η έρευνα δείχνει μια πολύ ενδιαφέρουσα διαφοροποίηση: οι πολίτες βλέποντας ότι δεν έχουν να περιμένουν πολλά από τις κυβερνήσεις, στρέφουν τις προσδοκίες τους προς τις εταιρείες και εκείνους που τους διευθύνουν. Περιμένουν από αυτούς, τόσο οι εργαζόμενοι όσο και οι καταναλωτές, να αναλάβουν πρωτοβουλίες.

 

Στο εξής θα δούμε περισσότερες καμπάνιες, δράσεις (και όχι μόνο διαφημίσεις), όπως αυτές της Nike και της πρόσφατης της Gillette για τον «τοξικό ανδρισμό». Και κάποιες εταιρείες θα ανταποκριθούν, παρότι τέτοιες ενέργειες έχουν ρίσκο.

 

 

Η πρόσφατη διαφήμιση της Gillette για τον «τοξικό ανδρισμό».

 

Η ανάπτυξη των social media μας έδωσε την ευκαιρία να έχουμε περισσότερες και πιο άμεσες σχέσεις με ειδικούς και «άτομα όπως εγώ». Τώρα, η παγκόσμια αναστάτωση και οι ποικιλόμορφες μορφές ακτιβισμού μάς επιτρέπουν να «ισοφαρίσουμε» τις αδυναμίες των κυβερνήσεων, ζητώντας πρωτοβουλίες από αυτούς που «ψηφίζουμε» κάθε μέρα: τους εργοδότες μας και τις εταιρείες που αγοράζουμε τα προϊόντα τους.

 

 

 

Έχουμε ολοένα και περισσότερη εμπιστοσύνη σε ειδικούς και σε «άτομα σαν και εμάς», ενώ είμαστε καχύποπτοι σε κυβερνητικά στελέχη, διοικήσεις εταιρειών.

 

 

 

Τα παραδοσιακά media θεωρούνται πιο αξιόπιστα από τα social media και μάλιστα σε μεγαλύτερο βαθμό απ' ό,τι πέρυσι. Οι μηχανές αναζήτησης διατηρούν υψηλό βαθμό εμπιστοσύνης, αλλά μικρότερο από τα media.