Πώς μπορεί να «διαβάσει» κανείς σήμερα μια συλλογή που άρχισε να συγκροτείται πριν από 60 χρόνια; Και κατά πόσο αυτή η συλλογή προάγει την τέχνη, όπως ήταν ο αρχικός στόχος του νεοσύστατου το 1964 Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης; Σε αυτά τα ερωτήματα θα μπορούσε να δώσει απαντήσεις η έκθεση «60 χρόνια ΜΙΕΤ: Αναγνώσεις μιας συλλογής» που θα διαρκέσει μέχρι τις 24 Απριλίου 2026.
Ο επισκέπτης έχει τη δυνατότητα να εκτιμήσει την ποικιλία και την ποιότητα της συλλογής έργων τέχνης του ιδρύματος, ενώ ταυτόχρονα κάνει μια ουσιαστική περιήγηση στην ελληνική τέχνη του 20ού αιώνα. Παράλληλα, μπορεί να αντιληφθεί πώς προέκυψαν οι εικαστικές επιλογές των καλλιτεχνών μέσα στον χρόνο, να διακρίνει τις συγγένειες και τις διαφορετικές αντιλήψεις αλλά και να διαμορφώσει ο ίδιος την περιήγησή του στην έκθεση.
Ένα μικρό χρονικό της συλλογής
Το 1966, στο πλαίσιο του εορτασμού των 125 χρόνων της Εθνικής Τράπεζας, ιδρύεται, με απόφαση του τότε διοικητή Γεωργίου Μαύρου (1964-1966), το Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ), με πρώτο διευθυντή τον Εμμανουήλ Χ. Κάσδαγλη. Ως στόχος του νεοσύστατου ιδρύματος ορίζεται «η προαγωγή των γραμμάτων, των επιστημών και των τεχνών», και μία από τις πρώτες φροντίδες του είναι η δημιουργία μιας όσο το δυνατόν πιο αντιπροσωπευτικής συλλογής έργων ελληνικής τέχνης. Τότε γίνονται και οι πρώτες αγορές έργων για τη συλλογή.
Στο πλαίσιο των 60 χρόνων από την ίδρυση του ΜΙΕΤ, στόχος της έκθεσης είναι, μεταξύ άλλων, να προσφέρει στον επισκέπτη την ευκαιρία να απολαύσει έργα τέχνης που παρουσιάζονται για πρώτη φορά στο κοινό.
Κατά τη Μεταπολίτευση, οι αγορές όχι μόνο αυξήθηκαν σημαντικά αλλά είχαν πιο συγκεκριμένη στόχευση, ώστε να καλυφθούν τα κενά και να αποκτήσει η συλλογή μεγαλύτερο εύρος. Ταυτόχρονα, χάρη σε μεγάλες και μικρότερες δωρεές έργων τέχνης, εμπλουτίστηκε δυναμικά. Σήμερα, αριθμεί πάνω από 2.000 έργα, τα περισσότερα εκ των οποίων είναι ζωγραφικά και χαρακτικά. Η γλυπτική εκπροσωπείται με σημαντικά έργα, ενώ περιλαμβάνονται επίσης ψηφιδωτά και ταπισερί. Στα παραπάνω πρέπει να προστεθούν και τα εικονογραφημένα από καλλιτέχνες βιβλία, που επίσης αποτελούν ένα ιδιαίτερα αξιόλογο τμήμα της συλλογής.
Γράφει ο επιμελητής της έκθεσης, Κωνσταντίνος Παπαχρίστου: «Tην άνοιξη του 1988, διοργανώθηκε στην Εθνική Πινακοθήκη η έκθεση “ΜΙΕΤ: Νεοελληνική τέχνη: Απολογισμός μιας Συλλογής 1975-1987” (7 Μαρτίου-3 Απριλίου 1988), η οποία ήταν και η πρώτη προσπάθεια ολοκληρωμένης παρουσίασης της Συλλογής του ΜΙΕΤ. Στο μικρό συνοδευτικό φυλλάδιο, ο Σ.Π. Παναγόπουλος, διοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος την περίοδο εκείνη και πρόεδρος του Μορφωτικού Ιδρύματος, επεσήμαινε ότι “η έκθεση από τη φύση της δεν μπορεί να έχει την αναγκαία ενότητα”, αλλά είναι “ενδιαφέρουσα” και “διδακτική”, ενώ επίσης “απηχεί, κατά κάποιον τρόπο, τις σύγχρονες τάσεις στις εικαστικές τέχνες”.
Στο ίδιο εισαγωγικό κείμενο, ο Παναγόπουλος διαιρούσε το πρόγραμμα των αγορών σε δύο περιόδους: “Στην πρώτη (1975-1979) την πρωτοβουλία είχε ο τότε γενικός γραμματέας του ΜΙΕΤ Παντελής Πρεβελάκης, καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, και στη δεύτερη (1980-1987), Καλλιτεχνική Επιτροπή από δύο μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου μαζί με τον διευθυντή του Ιδρύματος”. Στον κατάλογο των έργων που ακολουθούσε, ένας αστερίσκος διέκρινε τα έργα που αγοράστηκαν κατά τη δεύτερη περίοδο από αυτά που αποτελούσαν επιλογές του Πρεβελάκη, επισημαίνοντας ίσως με τον τρόπο αυτόν τα διαφορετικά κριτήρια μεταξύ των δύο περιόδων. Επίσης, ενδιαφέρον έχει η απόφαση να μη συμπεριληφθούν στην έκθεση εκείνη “έργα που είχαν αγοραστεί πριν από το 1975 ή είχαν προσφερθεί”, παρότι, όπως μας πληροφορεί ο σχετικός κατάλογος που υπάρχει στο φυλλάδιο, ανάμεσά τους υπάρχουν μερικά από τα πιο αξιόλογα έργα της συλλογής.
Σε κάθε περίπτωση, η πρόθεση των διοργανωτών ήταν να δώσουν το στίγμα μιας συλλογής πλούσιας και κατά το δυνατόν αντιπροσωπευτικής: η λέξη “απολογισμός” που χρησιμοποιήθηκε στον τίτλο, δίνει την αίσθηση ότι έχουμε να κάνουμε με μια συλλογή ήδη διαμορφωμένη.
Ενδιαφέρουσα είναι και η χρονολογία που τίθεται ως αφετηρία, αφού κατά πάσα πιθανότητα η επιλογή της οφείλεται στα εγκαίνια της “Πινακοθήκης της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών και του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης”, τα οποία πραγματοποιήθηκαν στις 16 Ιουνίου του 1975, στον έκτο όροφο του κτιρίου της Εταιρείας στη Θεσσαλονίκη. Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, στο ομότιτλο άρθρο του στο περιοδικό “Διαγώνιος”, προσέφερε μια πλήρη καταγραφή των καλλιτεχνών που συμμετείχαν στην έκθεση της Θεσσαλονίκης και κατέθετε σημαντικές πληροφορίες για το ιστορικό της συλλογής και της πρώτης παρουσίασής της.
Εξέφραζε την άποψη ότι “όλα τα κομμάτια είναι πάνω από το μέτριο, καλύπτοντας τα εχέγγυα μιας σχετικής ποιότητας”, ενώ ξεχώριζε, ως πιο σημαντικά, τα έργα των Παπαλουκά, Βιτσώρη, Φωτάκη, Στέρη, Βαρλάμου, Τόμπρου και Απέργη. Ενδιαφέρουσα είναι επίσης η παρατήρησή του σχετικά με την “πενιχρή αντιπροσώπευση των Θεσσαλονικέων” και η συνακόλουθη προτροπή για τον μελλοντικό εμπλουτισμό της Πινακοθήκης, ο οποίος “θα πρέπει να γίνει κυρίως με βάση ντόπιο υλικό”, έχοντας βεβαίως κατά νου τη μόνιμη παραμονή της συλλογής στη Θεσσαλονίκη. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι η έκθεση της Εθνικής Πινακοθήκης είχε παρουσιαστεί, σε μια συντομότερη εκδοχή, έναν χρόνο νωρίτερα, σε περίπτερο της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης, στο πλαίσιο των ΚΒ΄ Δημητρίων (21 Οκτωβρίου-15 Νοεμβρίου 1987, περίπτερο 2 ΔΕΘ).
Σχεδόν δύο χρόνια μετά την έκθεση της Εθνικής Πινακοθήκης, κυκλοφόρησε ο τόμος “Συλλογή Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Πολιτιστικό Κέντρο Βορείου Ελλάδος (Θεσσαλονίκη 1990)”, με εισαγωγή, σχολιασμό και τεκμηρίωση της Ματούλας Σκαλτσά. Πρόκειται για την πρώτη και μοναδική ως σήμερα έκδοση του πλήρους καταλόγου της συλλογής, η οποία τότε αριθμούσε 223 έργα από 172 καλλιτέχνες. Η έκδοση πραγματοποιήθηκε με την ευκαιρία της μόνιμης έκθεσης της συλλογής στην πρόσφατα ανακαινισμένη από την Εθνική Τράπεζα Βίλα Καπαντζή, στη Θεσσαλονίκη.
Στην αναλυτική εισαγωγή της, η Ματούλα Σκαλτσά επιλέγει μια χρονολογική παρουσίαση των έργων, πρώτα της γλυπτικής και κατόπιν της ζωγραφικής. Αντίθετα, στις σελίδες του καταλόγου, η παρουσίαση των καλλιτεχνών γίνεται αλφαβητικά. Από κάθε καλλιτέχνη επιλέγονται συνήθως ένα έως δύο έργα, τα οποία παρουσιάζονται με τεχνοκριτικά σχόλια, με λίγες εξαιρέσεις κατά τις οποίες περιλαμβάνονται τρία, τέσσερα ή το πολύ πέντε έργα, όπως στην περίπτωση του Γιώργου Μαυροΐδη. Πρόθεση της επιμελήτριας ήταν να συμπεριληφθούν όλοι οι καλλιτέχνες και όσο το δυνατόν περισσότερα έργα, γεγονός αναμενόμενο και λογικό για την πρώτη, στην ουσία, τεκμηριωμένη παρουσίαση της συλλογής».
Μια περιήγηση στην έκθεση
Στο πλαίσιο των 60 χρόνων από την ίδρυση του ΜΙΕΤ, η έκθεση στοχεύει, μεταξύ άλλων, να προσφέρει στον επισκέπτη την ευκαιρία να απολαύσει έργα τέχνης που παρουσιάζονται για πρώτη φορά στο κοινό.
Η έκθεση ενός τόσο πλούσιου, αλλά ετερογενούς υλικού αποτελεί πάντοτε μια πρόκληση: καταρχάς, είναι απαραίτητο να παρουσιαστούν αναλογικά όλα τα είδη που περιλαμβάνονται σε αυτή. Επιπλέον, είναι απαραίτητη η εκπροσώπηση όλων των τάσεων, με συγκεκριμένα όμως ιστορικά, χρονολογικά αλλά και αισθητικά κριτήρια. Τέλος, αναγκαία είναι η επίλυση άλλων ζητημάτων, όπως για παράδειγμα η αντιμετώπιση των μεγάλων δωρεών προς το Ίδρυμα, αλλά και η ανάδειξη των σπουδαιότερων έργων.
«Η έκθεση που παρουσιάζεται σήμερα στο Μουσείο Μπενάκη υπαγορεύεται από μια διαφορετική λογική: σκοπός δεν είναι να παρουσιαστούν όσο το δυνατόν περισσότερα έργα, ή να συμπεριληφθούν όλοι οι καλλιτέχνες, έργα των οποίων περιλαμβάνονται στη συλλογή, κάτι ούτως ή άλλως αδύνατο, αν ληφθεί υπόψη το σημερινό μέγεθός της», σημειώνει ο Κωνσταντίνος Παπαχρίστου.
«Όμως, δεν πρόκειται απλώς για μια αναγκαστική επιλογή. Η έκθεση στόχο έχει να προσφέρει στον επισκέπτη τη δυνατότητα να εκτιμήσει την ποικιλία και την ποιότητα της Συλλογής του ΜΙΕΤ, δημιουργώντας ταυτόχρονα και τις συνθήκες μιας ουσιαστικής περιήγησης στην τέχνη του ελληνικού 20ού αιώνα. Έτσι, ο επισκέπτης μπορεί να αντιληφθεί πώς διαμορφώθηκαν οι εικαστικές επιλογές των καλλιτεχνών μέσα στον χρόνο, να διακρίνει τις συγγένειες και τις διαφορετικές αντιλήψεις ή και να διαμορφώσει ο ίδιος τους άξονες της περιήγησής του στην έκθεση, χωρίς μια αναγκαστική και εκ των προτέρων προδιαγεγραμμένη πορεία».
Τα ζωγραφικά έργα έχουν τοποθετηθεί σε θεματικές ενότητες, χωρίς αυστηρή χρονολογική σειρά. Στην πρώτη περιλαμβάνονται έργα στα οποία είναι παρούσα η ανθρώπινη μορφή, είτε στην εκδοχή του αυστηρού πορτρέτου είτε σε πιο ελεύθερες απεικονίσεις, στις οποίες η ανθρώπινη παρουσία έχει δευτερεύουσα σημασία. Στη δεύτερη κυριαρχεί το τοπίο σε όλες τις εκφάνσεις του, από κλασικές τοπιογραφίες μέχρι αναπαραστάσεις του αστικού τοπίου αλλά και πιο αφαιρετικές επιλογές. Τέλος, στην τρίτη ενότητα περιλαμβάνονται κατά κύριο λόγο νεκρές φύσεις και συνθέσεις με ανάλογα θέματα. Τα έργα της γλυπτικής βρίσκονται σε χωριστό, ανεξάρτητο χώρο, συγκροτώντας μια ιδιαίτερη ενότητα. Επίσης, η σημαντική θέση της χαρακτικής στη συλλογή αλλά και η σημασία της ως αυτόνομης τέχνης επισημαίνονται στην έκθεση τόσο με την ένταξή της στις μεγαλύτερες ενότητες, όσο και με μια ειδική παρουσίασή της σε ξεχωριστό χώρο.
«Εντούτοις, κάποια έργα παρουσιάζονται σχεδόν αυτόνομα, σε περίοπτες θέσεις μεταξύ των ενοτήτων. Η επιλογή αυτή έχει γίνει όχι μόνον λόγω της ποιότητας των έργων ή της αξίας της “υπογραφής” τους – άλλωστε ο όρος highlights, που δυστυχώς έχει επικρατήσει και στις εκθέσεις, οδηγεί σε μια στείρα πρόσληψη του έργου τέχνης, το οποίο απομονώνεται από τις ιστορικές και καλλιτεχνικές παραμέτρους που το συν-δημιουργούν», σημειώνει ο κ. Παπαχρίστου.
Στην έκθεση ξεχωρίζουν λόγω της τοποθέτησής τους στον χώρο έργα που αποτελούν σταθμούς στην εξέλιξη των καλλιτεχνών, γεγονός που μπορεί να συμβαίνει για δύο λόγους: ο πρώτος είναι διότι τα επιλεγμένα έργα αποτελούν τομή στη δημιουργία τους και σηματοδοτούν μια σημαντική αλλαγή στην εξέλιξή τους. Ο δεύτερος, μάλλον σε αντίθεση με τον προηγούμενο, προκύπτει όταν το έργο που παρουσιάζεται είναι ιδιαιτέρως σημαντικό στο χρονικό και ιστορικό πλαίσιο εντός του οποίου δημιουργείται, ανεξαρτήτως της επιρροής που άσκησε στο μετέπειτα έργο του καλλιτέχνη, όπως το «Κορίτσι που λύνει το σανδάλι του» του Γιάννη Μόραλη (1973), ένα από τα σπουδαιότερα έργα που διαθέτει η συλλογή, το οποίο ταυτόχρονα αποτελεί εξαιρετικό δείγμα της εξέλιξης του καλλιτέχνη, ή η «Σύνθεση με γυαλιά ηλίου» του Δημήτρη Μυταρά (1970), επίσης ένα σπουδαίο έργο, αλλά για διαφορετικό λόγο από το προηγούμενο.
Εντάσσεται σε μια μικρή σειρά έργων που ζωγραφίζει την περίοδο της δικτατορίας, τα οποία ακόμη και σήμερα θεωρούνται από τα λιγότερο γνωστά του ζωγράφου. Στα έργα αυτά, εξαιρετικό παράδειγμα των οποίων είναι αυτό του ΜΙΕΤ, ο Μυταράς αλλάζει εντελώς το εικαστικό ύφος και τη θεματολογία του. Άλλο παράδειγμα είναι το έργο της Κλεοπάτρας Δίγκα «Άνθρωπος στις ράγες» (2006) που προτείνει μια διαφορετική οπτική από αυτή που είχαμε συναντήσει τα προηγούμενα χρόνια, ειδικά από την εποχή της ομάδας «Νέοι Έλληνες Ρεαλιστές», με την αδρότητα της μορφής και τη βιαιότητα του περιβάλλοντος που την περικλείει να προκαλούν στον θεατή έντονη συναισθηματική φόρτιση, ενώ παράλληλα θίγονται σοβαρά προβλήματα της σύγχρονης κοινωνίας.
Όλα τα παραπάνω παραδείγματα υποδεικνύουν έναν τρόπο με τον οποίο μπορεί να «διαβαστεί» η έκθεση. Σίγουρα δεν είναι ο μοναδικός, διότι αυτή η έκθεση δεν έχει την πρόθεση ούτε να διδάξει ούτε να καθοδηγήσει τον επισκέπτη. Αντιθέτως, τον καθιστά συνοδοιπόρο σε μια διαδρομή εξήντα ετών, κατά την οποία αναδεικνύονται αντιφάσεις, προβληματισμοί, διάλογοι, αλλά και κορυφαίες στιγμές της νεοελληνικής τέχνης.