Αν κάτι έγινε εξ αρχής σαφές με την περίπτωση του Ντόναλντ Τραμπ ήταν ότι η σχέση του με τα media θα ήταν εξαιρετικά περίπλοκη και σίγουρα προβληματική. Πολύ πριν εκλεγεί πρόεδρος των ΗΠΑ είχε τον δικό του τρόπο να περνά τα μηνύματα του, να αντιπαρατίθεται με τους δημοσιογράφους, να αποπνέει έναν αέρα ιδιοκτησίας τηλεοπτικών προϊόντων, ακόμη και ενημερωτικών διαύλων. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας κι από την εκλογή του και μετά, ιστοσελίδες όπως το Politico αναρωτιούνται ανοιχτά μήπως έχει χαθεί ο έλεγχος: οι αυθόρμητες τηλεοπτικές εμφανίσεις του, τα πρωινά του tweets, οι κραυγές του για τις δημοσκοπήσεις, η εμμονή του (εμμονή κι απέχθεια μαζί) για κάποια Μέσα συγκροτούν ένα ολότελα νέο μοντέλο συμπεριφοράς πολιτικού απέναντι στα ΜΜΕ. 

 

Όλο αυτό το πλέγμα και τη δυναμική της σχιζοφρενούς σχέσης αγαπομίσους του Τραμπ με τα media αποφάσισε να καλύψει το "BuzzFeed", μία ιστοσελίδα ποικίλης ύλης που μισεί ο νέος Πρόεδρος των ΗΠΑ. Για την ακρίβεια την έχει χαρακτηρίσει "αποτυχημένο σωρό με σκουπίδια". Γι' αυτό και οι επικεφαλής της αποφάσισαν να μην αφιερώσουν απλώς ένα εκτενές ρεπορτάζ, να μην εξαντλήσουν το κεφάλαιο "Τραμπ" σε ένα μεγάλο αφιέρωμα, αλλά να προσλάβουν δημοσιογράφο ακριβώς γι' αυτό τον λόγο. Έναν ρεπόρτερ που θα ασχολείται με όρους πλήρους απασχόλησης με τη σχέση του Τραμπ με τα media. Ο λόγος για τον Steven Perlberg, δημοσιογράφο της Wall Street Journal, που από τώρα και για την επόμενη 4ετία έχει μία δουλειά: τον Τραμπ.  Πρόκειται για πρωτοτυπία του συγκεκριμένου Μέσου, σε μία προσπάθεια να καλυφθεί πλήρως η δράση αυτής της περσόνας που βρέθηκε στο υψηλότερο πολιτικό και πολιτειακό αξίωμα και προκύψει μία πιο εγκυκλοπαιδική προσέγγιση των όσων θα αφήσει πίσω του. Επί της ουσίας, το "Buzzfeed" φιλοδοξεί να φτιάξει κομμάτι - κομμάτι τους τόμους της πολιτικής -και όχι μόνο- βιογραφίας ενός παράφρονα Προέδρου ως παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές. 

 

Πρακτικά, οι άνθρωποι του site οραματίζονται (και λειτουργούν προνοητικά) όλα εκείνα τα μεγάλα ρεπορτάζ που θα προκύψουν από τη σχέση του Τραμπ με τη Google, με το Twitter, με τους συμβιβασμούς και τις υποχωρήσεις στις οποίες θα εξαναγκαστούν μεγάλα και μικρά Μέσα, για να αντιμετωπίσουν και κυρίως για να επιβιώσουν από κάποιον που ξέρει καλά τους όρους των media - και τους έμαθε καταπατώντας τους προς όφελός του. Επίσης, προνοούν για την πλήρη κάλυψη και καταγραφή του φαινομένου που ανατέλλει και ακούει στο όνομα alt-right..

 

"Το τελευταίο τρίμηνο υπήρξε μία υψηλής έντασης συζήτηση για το είδος της σχέσης που αναπτύσσεται ανάμεσα στα media και την πολιτική και για τον τρόπο που όλο αυτό καλύπτεται δημοσιογραφικά", εξηγεί η Katherine Miller, μία από τις αρχισυντάκτριες του site. Τι κάνει, όμως, τον Τραμπ ένα συναρπαστικό στόρι; Μα η ίδια η εμμονή του γι' αυτά. Το πάθος του με το Twitter. Το ότι παρακολουθεί ώρες ολόκληρες τηλεόραση και σχολιάζει (σχεδόν τα πάντα). Το ότι ακριβώς από αυτά τα σχόλιά του επιχειρεί να παράξει πολιτική και πολιτικές αποφάσεις. Λόγου χάριν, όταν πριν από λίγες ημέρες παρακολουθούσε το δελτίο ειδήσεων του Fox και συγκεκριμένα ένα ρεπορτάζ για την εγκληματικότητα στο Σικάγο, δεν είχε κανένα πρόβλημα να τουϊτάρει ότι ήταν έτοιμος να διατάξει να... μπουκάρουν στο σημείο του ρεπορτάζ οι ομοσπονδιακοί... 

 

Σε κάθε περίπτωση, στον Τραμπ και τους ανθρώπους του οφείλεται η αυξανόμενη δυσπιστία μίας μεγάλης μερίδας του κόσμου προς τα παραδοσιακά ΜΜΕ, δυσπιστία που αποτυπώνεται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα μέσω δημοσκοπήσεων που αφορούν την αξιοπιστία διαδικτυακών Μέσων, εφημερίδων και τηλεόρασης.

 

Για να μην αναφερθεί το γεγονός ότι τις 4 πρώτες μέρες της προεδρίας του τις πέρασε διεξάγοντας κανονικό πόλεμο στο Twitter εναντίον των Μέσων που ασκούσαν κριτική για τον τρόπο διεξαγωγής των εκλογών και καταμέτρησης των ψήφων. Σχεδόν πωρώνει τους υποστηρικτές του εναντίον των παραδοσιακών Μέσων Ενημέρωσης γράφοντας ξανά και ξανά ότι δεν τα εμπιστεύεται και την ίδια στιγμή συναντιέται με διευθυντές και αρχισυντάκτες, επιχειρώντας να τους πείσει ή να τους πιέσει να του φιλοτεχνήσουν ένα πιο κολακευτικό προφίλ στο επόμενο πρωτοσέλιδο. Αν αυτό κάτι θυμίζει, κάτι εγχώριο και ενοχλητικό, ακόμη δεν έχει ξεδιπλωθεί όλη η μαεστρία του Τραμπ, που διατείνεται ότι οι ελιγμοί και οι χειρισμοί των media είναι το δυνατό του χαρτί.  Ακόμη και κατά τη διάρκεια σοβαρών συναντήσεων είναι ικανός να διακόψει για να παρέμβει στη συζήτηση κάποιας ενημερωτικής εκπομπής -όπως έκανε πρόσφατα με το MSNBC- αφήνοντας άφωνους τους παρουσιαστές να συνέρχονται από την επίθεση. 

 

Και φυσικά δεν είναι μόνο αυτό. Τη μία νοιάζεται βαθύτατα για την ποιοτική δημοσιογραφία των New York Times, αποκαλώντας την εφημερίδα "το μεγαλύτερο αμερικανικό στολίδι" και ώρες αργότερα τη χαρακτηρίζει "αποτυχία". Κάνει νάζια περνώντας από το ζεστό στο κρύο με την ίδια ευκολία, επιχειρεί να χειραγωγήσει τους δημοσιογράφους και μαζί άλλους ηγέτες για το ποιο Μέσο να εμπιστευθούν για ένα πορτρέτο, μια συνέντευξη, ένα σχόλιο. 

 

Η σχιζοφρενική σχέση των λαϊκιστών ηγετών με τα media: Η περίπτωση Τραμπ και το ελληνικό παράδειγμα
Το να αποκαθηλωθούν τα media στη συνείδηση των Αμερικανών είναι μία κεντρική στρατηγική των ανθρώπων που πλέον βρίσκονται στον Λευκό Οίκο. Αυτό κάνει την κάλυψη της επικαιρότητας -τον τρόπο με τον οποίο παράγονται και καταναλώνονται οι ειδήσεις- πιο σημαντική από ποτέ

 

Αυτά τα ατέλειωτα σκαμπανεβάσματα δεν είναι ότι τα εφαρμόζει μόνο με τους δημοσιογράφους, αλλά και με τα ίδια τα Μέσα, παρατηρεί ο David Folkenflik, ανταποκριτής του NPR. Ο ίδιος μιλώντας στο "Politico", λέει ότι αυτή η σχέση δεν είναι τωρινή. Ο Τραμπ συμπεριφερόταν έτσι προς τα media πάντα. Είναι η τακτική που από μεγιστάνα τον έχρισε υποψήφιο για την προεδρία, κι από υποψήφιο, σημερινό Πρόεδρο των ΗΠΑ. Τους ίδιους χειρισμούς εφαρμόζει και εντός του Λευκού Οίκου, "ζυγίζοντας" τους συντάκτες αναλόγως του Μέσου που εκπροσωπούν, των όσων γράφουν και βάσει των πεποιθήσεων τους. Στο press room τα πράγματα έχουν αλλάξει, με τους αριστερόστροφους συντάκτες να παίρνουν τελευταίοι τον λόγο για ερώτηση. Σ' αυτό έχει παίξει τον ρόλο του και ο επικεφαλής στρατηγικού σχεδιασμού του Λευκού Οίκου, ο απολύτως αμφιλεγόμενος Στιβ Μπάνον, πρώην διευθυντής της ακροδεξιών απόψεων ιστοσελίδας Breitbart.com (σ.σ.: αν και ο ίδιος έχει χαρακτηρίσει το μέσο ως πλατφόρμα της alt-right).

 

Σε κάθε περίπτωση, στον Τραμπ και τους ανθρώπους του οφείλεται η αυξανόμενη δυσπιστία μίας μεγάλης μερίδας του κόσμου προς τα παραδοσιακά ΜΜΕ, δυσπιστία που αποτυπώνεται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα μέσω δημοσκοπήσεων που αφορούν την αξιοπιστία διαδικτυακών Μέσων, εφημερίδων και τηλεόρασης.  Το "Buzzfeed" στις αρχές του Ιανουαρίου υπήρξε θύμα αυτής της τάσης. Μετά τη δημοσιοποίηση ντοκουμέντων για τους πραγματικούς δεσμούς του Τραμπ με τη Ρωσία, το site βρέθηκε στο στόχαστρο του Προέδρου των ΗΠΑ και της ομάδας συνεργατών του. 

 

Σύμφωνα με τον Gabriel Sherman, δημοσιογράφο του περιοδικού "New York" όλο δεν είναι κυκλοθυμία ή κάποιου είδους εμμονής του Τραμπ με τα media. "Το να αποκαθηλωθούν τα media στη συνείδηση των Αμερικανών είναι μία κεντρική στρατηγική των ανθρώπων που πλέον βρίσκονται στον Λευκό Οίκο. Αυτό κάνει την κάλυψη της επικαιρότητας -τον τρόπο με τον οποίο παράγονται και καταναλώνονται οι ειδήσεις- πιο σημαντική από ποτέ", λέει, συμπληρώνοντας ότι η Αμερική δεν έχει δει τίποτα ακόμη από αυτή την εν εξελίξει σχέση του Τραμπ με τα media.

 

 

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

Τόσο στο εξωτερικό όσο και στη χώρα μας οι δημοσιογράφοι σπανίως ταξινομούνται στη συλλογική συνείδηση με θετικό πρόσημο. Από τη Μεταπολίτευση και μετά -και ειδικά στα Παπανδρεϊκά 80s των εκδοτικών λυκοφιλιών- ο δημοσιογράφος καταχωρίστηκε εν πολλοίς, ως ο (χρυσοπληρωμένος) σκλάβος της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας. Η "ελεύθερη ραδιοφωνία - τηλεόραση των 90s" νομιμοποίησε αυτού του είδους την καταχώρηση στη συνείδηση των πολιτών, μαζί με τη λέξη διαπλοκή. Βεβαίως, οι εναγκαλισμοί με την εξουσία δεν έχουν πάντα το επιθυμητό αποτέλεσμα. Αυτό που βιώνουν τηλεοπτικοί σταθμοί -ποιος ξεχνά το φιάσκο της αδειοδότησης των καναλιών;- και πάλαι ποτέ κραταιοί εκδοτικοί οργανισμοί δεν είναι παρά η διαχρονία, η ιστορική εξέλιξη και η κατάληξη της ασταθούς, σχεδόν σχιζοφρενούς σχέσης των media με την πολιτική στο ελληνικό πεδίο. Οι παλινδρομήσεις του ΣΥΡΙΖΑ με Μέσα που δεν τον "αγάπησαν" στο παρελθόν, αρχικά ερμηνεύθηκαν ως εκδικητικότητα. Ήταν έτσι, όμως; Τι πραγματικά δείχνει η στάση της ελληνικής κυβέρνησης στα media πέρα από το δια γυμνού οφθαλμού ορατό; Τι μήνυμα θέλει να περάσει ένας Έλληνας πρωθυπουργός του 2017, όταν δηλώνει «Καλά κάνετε να μη διαβάζετε εφημερίδες» και πώς συνδέεται αυτό με τον εναγκαλισμό του Ανδρέα Παπανδρέου με το πιό λούμπεν έντυπο της εποχής του, την Αυριανή, ή την συγκρουσιακή τακτική του Τραμπ ακόμη και απέναντι στην καλύτερη εφημερίδα του πλανήτη, τους New York Times;

 

Η σημερινή κυβερνητική εξουσία τάσσεται αναφανδόν υπέρ της εικονικής διάκρισης «συστημικών» και «αντισυστημικών» μέσων και θεωρεί τα πρώτα διεφθαρμένα, ξενόδουλα, αλλοτριωτικά. Επιθυμεί τη φίμωσή τους μέσω της οικονομικής ασφυξίας τους. Βλέπει την οικονομική κρίση και τα επιχειρηματικά σφάλματα των ισχυρότερων μέσων ως ευκαιρία εξάλειψης τους. Αντίθετα δεν φαίνεται να προβληματίζεται ολωσδιόλου για τη «νέα» ριζοσπαστική δημοσιογραφία που στηρίζεται στην ανωνυμία, σε αδιασταύρωτες φήμες, σε στημένα δημοσιεύματα, σε ασκήσεις μανιχαϊσμού και παραπληροφόρησης. ―Βασίλης Βαμβακάς. 

 

 

Σύμφωνα με τον Βασίλη Βαμβακά, Επίκουρο καθηγητή Κοινωνιολογίας της Επικοινωνίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, όλα ίσως ξεκινούν ιστορικά από τον βαθμό αυτονομίας των ελληνικών media.

 

"Τα ΜΜΕ στην Ελλάδα δεν έχουν μεγάλη ιστορία αυτονομίας. Αυτό οφείλεται εν πολλοίς στην καθυστερημένη υιοθέτηση της επιχειρηματικής-κερδοσκοπικής λογικής και την μακρόχρονη πρόσδεσή τους στον παραταξιακό πατριωτισμό και την κρατική εξάρτηση. Μόλις στη δεκαετία του '80 παρατηρούνται οι πρώτες τάσεις αυτονόμησης του Τύπου από την παράδοση αυτή, με αφορμή το μεγάλο σκάνδαλο Κοσκωτά. Αμέσως, όμως η απόκλιση από την παραταξιακή πίστη σημαδεύεται ως μια προδοτική καταρχήν και στη συνέχεια σκοτεινή πρακτική. Το γεγονός ότι από τη δεκαετία του '90 τα ΜΜΕ εξυπηρετούν μη πολιτικά, αλλά επιχειρηματικά συμφέροντα (εκδοτικά ή άλλα) δεν αντιμετωπίζεται ως μια θετική εξέλιξη, ενώ το καθεστώς τηλεκρατίας που επικρατεί με την άνθιση των ιδιωτικών μέσων ραδιοτηλεόρασης διατηρείται εσκεμμένα σε συνθήκες απορρύθμισης και δαιμονοποιείται ως μια μεγάλη συνωμοσία μεταξύ πολιτικού κατεστημένου και ιδιοκτητών των ΜΜΕ", λέει, μιλώντας στο LiFO.gr. 

 

O ίδιος εκτιμά ότι μεγάλο βαθμό πάνω σε αυτή τη θεωρία συνωμοσίας (τη λεγόμενη διαπλοκή), αναπτύσσεται και ενισχύεται την τελευταία δεκαετία η «εναλλακτική» διαδικτυακή και όχι μόνο δημοσιογραφία, η οποία επανασυνδέει την ιδιότητα του δημοσιολογούντος με την στρατευμένη ταυτότητα σε ιδεολογικές-κομματικές σκοπιμότητες.

 

Η σχιζοφρενική σχέση των λαϊκιστών ηγετών με τα media: Η περίπτωση Τραμπ και το ελληνικό παράδειγμα
Φωτο: Nick Paleologos / SOOC

 

"Η σημερινή κυβερνητική εξουσία τάσσεται αναφανδόν υπέρ της εικονικής διάκρισης «συστημικών» και «αντισυστημικών» μέσων και θεωρεί τα πρώτα διεφθαρμένα, ξενόδουλα, αλλοτριωτικά. Επιθυμεί τη φίμωσή τους μέσω της οικονομικής ασφυξίας τους. Βλέπει την οικονομική κρίση και τα επιχειρηματικά σφάλματα των ισχυρότερων μέσων ως ευκαιρία εξάλειψης τους. Αντίθετα δεν φαίνεται να προβληματίζεται ολωσδιόλου για τη «νέα» ριζοσπαστική δημοσιογραφία που στηρίζεται στην ανωνυμία, σε αδιασταύρωτες φήμες, σε στημένα δημοσιεύματα, σε ασκήσεις μανιχαϊσμού και παραπληροφόρησης. Η επιλογή της είναι σαφής. Ο Τύπος πρέπει να επιστρέψει στην εποχή των απόλυτων πολιτικών εξαρτήσεων και των παραδοσιακών προπαγανδιστικών τεχνικών. Τα ΜΜΕ με τη μεγαλύτερη απήχηση στο κοινό αποτελούν ατυχήματα της ιστορίας, η οποία μπορεί να ξαναγραφεί χωρίς αυτά. Η χαοτική, ανορθολογική, σκανδαλοθηρική διαδικτυακή δημοσιογραφία μπορεί να πάρει τα ηνία".

 

Την ίδια στιγμή, για την πολιτική συντάκτρια, Λίνα Κλείτου, τα πράγματα οι σχέσεις της παρούσας κυβέρνησης με τα media "δεν ξεφεύγουν από τη λογική της εκάστοτε εξουσίας, «μισώ ότι δεν μπορώ να ελέγξω απολύτως». Με έναν πρόσθετο επιβαρυντικό παράγοντα: τις εμμονές και τις ιδεοληψίες παρεκβατικών αριστερών". Όπως επισημαίνει, γνωρίζοντας και την εμπειρία της ΕΡΤ κατά το παρελθόν και από τη θέση της παρουσίασης ειδήσεων και ενημερωτικών εκπομπών, "δεν θα πρέπει να προκαλούν έκπληξη, οι επιθέσεις κατά των ΜΜΕ και η στόχευση δημοσιογράφων που ασκούν οξεία κριτική στα πεπραγμένα της «πρώτης φορά αριστερής» κυβέρνησης που συνέπραξε με το ακραία συντηρητικό και πατριδοκάπηλο αποσχισθέν κομμάτι της κεντροδεξιάς. Ούτε καν η επιμονή του βολικού νόμου για τον περιορισμό του αριθμού των τηλεοπτικών μέσων που κατέπεσε ως αντισυνταγματικός". 

 

Δεν είναι όμως αποκλειστικώς αμερικανικό, δικό μας ή ευρωπαϊκό το φαινόμενο. Τα πρόσφατα αποτελέσματα της Trust Barometer, με την έλλειψη εμπιστοσύνης προς κάθε επίσημο φορέα και κυρίως προς τα media σε παγκόσμιο επίπεδο απλώς μετρά την τάση, αυτή που εμφανώς πια υπαγορεύει αλλαγή πλεύσης όλων όσων επιχειρούν είτε να παίξουν ρόλο στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης ή ακόμη καλύτερα να αποκαταστήσουν την κατεστραμμένη εικόνα τους προς αυτήν.