ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΠΟΤΕ να φανταστεί η Σιμωνέτα (παρατσούκλι ενός αστείου και ευφάνταστου γκέι άνδρα της Θεσσαλονίκης του Μεσοπολέμου) έναν –σχεδόν– αιώνα μετά ότι θα γινόταν πρωταγωνίστρια ενός μυθιστορήματος με θέμα τα καλλιστεία που οργάνωσε με την παρέα της στην «ταβέρνα του Κουφού» ως απάντηση στα πρώτα «επίσημα» καλλιστεία που διοργάνωσε η Ένωση Συντακτών στη Θεσσαλονίκη το 1929 στο θρυλικό ξενοδοχείο Méditerranée της παραλίας;
Ο συγγραφέας Μανώλης Μελισσάρης «ανασταίνει» τον υποδηματοποιό Σίμο, σκιαγραφεί έναν μικρόκοσμο γύρω του και μας αφηγείται μια απολαυστική ιστορία που δεν απέχει πολύ από τα πραγματικά γεγονότα. Άλλωστε, μαζί με τους ήρωες (πραγματικούς και επινοημένους) του μυθιστορήματός του «Καλλιστεία» (εκδ. νήσος) ζωντανεύει και μια ολόκληρη εποχή μέσα από την οποία ξεπηδάνε τα πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα που την καθόρισαν, από την έκρηξη στην Μπανκ Οτομάν και την απαγωγή του πλούσιου γόνου Αλφρέδου Άμποτ στον αρχιληστή Γιαγκούλα, και από την εθνικιστική οργάνωση ΕΕΕ (Εθνική Ένωσις Ελλάς) στα πρώτα φεμινιστικά κινήματα και την «Εφημερίδα των Γυναικών».
Δεν ήθελα να γράψω ένα ιστορικό μυθιστόρημα, ούτε οι χαρακτήρες να είναι οικουμενικά περιγράμματα. Ήθελα απλώς να μιλήσω για το πώς όλων μας η ζωή είναι πλούσια στις λεπτομέρειές της – μέσα όμως σε ένα ιστορικό πλαίσιο.
― Ποιο ήταν το αρχικό ερέθισμα για να γράψετε ένα βιβλίο για τα queer καλλιστεία του 1929;
Όταν διάβασα για το περιστατικό με τα γκέι παρενδυτικά καλλιστεία στο βιβλίο του Μαρκ Μαζάουερ για την ιστορία της Θεσσαλονίκης, μου έκανε τρομερή εντύπωση το γεγονός ότι στη Θεσσαλονίκη του 1929 θα μπορούσαν να υπάρχουν άνθρωποι που κυκλοφορούσαν σχετικά ελεύθεροι και είχαν το κουράγιο να κάνουν αυτό το πάρτι. Φυσικά, είχα τη βεβαιότητα ότι μόνο εκεί θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο εκείνο τον καιρό.
― Γιατί το λέτε αυτό;
Γιατί η Αθήνα ήταν ακόμα ένα χωριό, μια πολύ συντηρητικότερη και πολύ μικρότερη πόλη. Η Θεσσαλονίκη, αντιθέτως, ήταν μια οικουμενική μητρόπολη, η οποία όμως από την προσάρτηση της στην Ελλάδα και μετά άρχισε να παρακμάζει. Ο οθωμανικός πληθυσμός είχε φύγει, γενικότερα ο μη ελληνικός πληθυσμός είχε αρχίσει να αραιώνει, και η πόλη είχε αρχίσει να ομογενοποιείται όλο και περισσότερο. Ο εβραϊκός πληθυσμός μειωνόταν επίσης.
― Δεν ανθούσε η εβραϊκή κοινότητα τη δεκαετία του 1920;
Είχε ήδη αρχίσει να λιγοστεύει, κάτι που συνεχίστηκε κυρίως με τα πογκρόμ της δεκαετίας του ’30 και φυσικά κορυφώθηκε και ολοκληρώθηκε με το Ολοκαύτωμα. Με ενδιέφερε πολύ το πώς θα μπορούσαν αυτοί οι άνθρωποι να ζήσουν τη ζωή τους εν μέσω όλης αυτής της κατάστασης, ότι μπορεί να συνέβη μέσα σε αυτό το συγκείμενο ένα τέτοιο πάρτι. Σαν μια τελευταία αναλαμπή της Θεσσαλονίκης ως πολυεθνικής και πολυπολιτισμικής μητρόπολης. Έκανα λίγη παραπάνω έρευνα και εντόπισα τις πηγές του Μαζάουερ, ειδικά στα βιβλία του Κώστα Τομανά, τα οποία είναι μικροί θησαυροί για τη Θεσσαλονίκη εκείνων των δεκαετιών. Βρήκα λίγα περισσότερα πράγματα για τα καλλιστεία, επιβεβαίωσα δηλαδή ότι πράγματι συνέβη το περιστατικό.
― Tην «ταβέρνα του Κουφού» δεν την επινοήσατε;
Υπήρχε, ίσως κάπου κοντά στην Καμάρα, εκεί έγιναν τα καλλιστεία.
― Το πιο ενδιαφέρον βέβαια είναι η περίπτωση της «Σιμωνέτας», του περίφημου υποδηματοποιού Σίμου και διοργανωτή των πρώτων ενδεχομένως queer καλλιστείων.
Ο Σίμος υπήρξε πραγματικό πρόσωπο της πόλης. Τον αναφέρει και ο Γιώργος Ιωάννου στη συλλογή χρονογραφημάτων του «Το δικό μας αίμα», αν θυμάμαι καλά, κάπως υποτιμητικά όμως.
― Προφανώς δεν ήταν ούτε φιλόλογος ούτε διανοούμενος. Όπως και οι υπόλοιποι της παρέας που παρελαύνει στο μυθιστόρημά σας. Πρόκειται για φανταστικά πρόσωπα, έτσι δεν είναι;
Ναι, εκτός από τη Σιμωνέτα και την Πατρίκα, που ήταν οι καλύτεροι φίλοι και μάλιστα πέθαναν κοντά ο ένας με τον άλλον. Η Σιμωνέτα πέθανε στην Κατοχή, και λίγο αργότερα ακολούθησε, από τη θλίψη της που έχασε τον φίλο της, η Πατρίκα. Αυτά σύμφωνα με τις διηγήσεις του Τομανά.
― Πιστεύετε ότι η Σιμωνέτα οργάνωσε τα δικά της καλλιστεία το 1929 ως αντίδραση στα επίσημα καλλιστεία της Ένωσης Συντακτών ή σαν να ήθελε να τα σατιρίσει;
Υποθέτω πως δεν ήταν τυχαίο. Το πιθανότερο είναι ότι ήθελαν να γελάσουν με τον δικό τους τρόπο, σατιρίζοντας τους αστούς συμπολίτες τους.
― Διαβάζοντας το βιβλίο σας, είχα την αίσθηση ότι δημιουργήσατε μια παρέα απόκληρων που ο καθένας στηρίζει τον άλλον σε ένα εχθρικό περιβάλλον.
Ναι, κάπως έτσι. Αλλά δεν τους βλέπω ως περιθώριο. Όχι τουλάχιστον με την έννοια την παρακμιακή, της decadence. Περισσότερο ως έναν θύλακα σχεδόν αναρχίας.
― Κοινωνικής αναρχίας, παραδοξότητας;
Άνθρωποι που μπαινοβγαίνουν στην κοινωνία της «κανονικότητας» με σχετική άνεση αλλά έχουν και τη δική τους γωνιά.
― Ο Σίμος θεωρούνταν καταπληκτικός υποδηματοποιός, αλλά κρατούσε απολιτίκ στάση. Στον Μαζάουερ διάβασα ότι ο ίδιος έλεγε πως «αυτά τα πράγματα δεν είναι για γυναίκες».
Δεν τον ήθελαν να ανακατεύεται με τα συνδικαλιστικά, αυτό είναι αλήθεια. Όμως, ούτε κι εκείνος είχε ιδιαίτερη όρεξη γι’ αυτά.
― Η Θεσσαλονίκη πάντως ήταν πολιτικοποιημένη και «αγωνιούσε» να εξελληνιστεί και να συντονιστεί με την πρωτεύουσα. Αυτή δεν ήταν η κατάσταση;
Δεν ξέρω αν αγωνιούσε να εξελληνιστεί. Πάντως ήταν σε εξέλιξη η διαδικασία τού να γίνει οργανικό κομμάτι της ελληνικής πολιτικής επικράτειας και μάλιστα ως κεντρικό σημείο αναφοράς.
― Αναφέρεστε και στην περίφημη «Εφημερίδα των Γυναικών», άρα και οι μορφωμένες γυναίκες έκαναν ανάλογους αγώνες.
Είναι βασισμένο σε πραγματικό γεγονός. Υπήρχαν φεμινιστικά φυλλάδια αλλά και εφημερίδες γυναικών που ήταν αντίθετες στον φεμινισμό. Αυτή την αίσθηση είχα για τη Θεσσαλονίκη της εποχής γράφοντας το βιβλίο και κάνοντας έρευνα.
― Μιλάτε και για το υδροπλάνο «Σίτι οφ Σαλόνικα», μια πολυτέλεια μόνο για τους αστούς. Γενικώς γράφετε πολλά τέτοια πικάντικα που σκιαγραφούν την κοινωνία, την εποχή και την πόλη. Στόχος σας ήταν να συνδυάσετε το χρονογράφημα με τη μυθοπλασία;
Το «Σίτι οφ Σαλόνικα» στην πραγματικότητα πέταξε έναν χρόνο αργότερα. Δεν ήθελα να γράψω ένα ιστορικό μυθιστόρημα, ούτε οι χαρακτήρες να είναι οικουμενικά περιγράμματα. Δηλαδή αρχέτυπα όπως ο γκέι άνδρας που είναι και ευφυής ή ο γκέι άνδρας που φιλοδοξεί να γίνει γυναίκα. Ήθελα απλώς να μιλήσω για το πώς όλων μας η ζωή είναι πλούσια στις λεπτομέρειές της – μέσα όμως σε ένα ιστορικό πλαίσιο. Γι’ αυτό χρησιμοποιώ τα ιστορικά στοιχεία.
― Θα το χαρακτηρίζατε queer μυθιστόρημα;
Δεν μπορώ να το πω με βεβαιότητα. Είναι queer με την έννοια ότι προσκαλεί το αναγνωστικό κοινό να εξερευνήσει έναν κόσμο πέρα από συμβατικούς ορισμούς και αντιλήψεις σχετικά με τη σεξουαλικότητα και την έμφυλη ταυτότητα.
Μανώλης Μελισσάρης, «Καλλιστεία»,
εκδόσεις Νήσος
― Ωστόσο κάνετε και σαφείς υπαινιγμούς για τον εθνικισμό και τον αντισημιτισμό. Τους νέους άνδρες που εμπλέκονται στην επίθεση εναντίον ενός νεαρού Εβραίου τους φαντάζεστε ως μέλη της 3 Έψιλον (ΕΕΕ) που έκαψε την εβραϊκή συνοικία Κάμπελ;
Ακριβώς. Σε αυτό αναφέρομαι. Ένα μαύρο κεφάλαιο στην ιστορία της πόλης και ολόκληρης της χώρας.
― Οπότε, σας ενδιέφερε ιδιαίτερα να αποκαλύψετε τον υφέρποντα φασισμό της εποχής;
Με ενδιέφερε ότι ήταν γενικά μια εποχή συγκρούσεων κατά την οποία ξαναγραφόταν η ιστορία της Θεσσαλονίκης και αυτοί οι άνθρωποι βρίσκονται στο κέντρο όλου αυτού.
― Τα καλλιστεία και όλο αυτό το πανδαιμόνιο που περιγράφετε το έχετε εμπνευστεί από τον κινηματογράφο;
Όχι από συγκεκριμένη ταινία, αλλά γράφοντας το δεύτερο μέρος, νομίζω ότι είχα στον νου μου, όχι πάντα συνειδητά, τις ταινίες του Φελίνι.
― Θα περίμενα να πείτε τις πρώιμες ταινίες του Αλμοδόβαρ με τις τρανς γυναίκες και τους πανκ….
Ναι, ίσως. Ο Φελίνι όμως είναι ο αγαπημένος μου σκηνοθέτης. Παίρνει αυτά τα τεράστια γκρουπ και τα σκηνοθετεί με τρομερή συνοχή, κάπως έτσι το είχα στο μυαλό μου.
― Το αποθεωτικό φινάλε υπογραμμίζει το πόσο βαρετό θα ήταν το κοσμικό γεγονός του Méditerranée. Είναι στοχευμένοι οι σχολιασμοί σας και οι παραλληλισμοί με τα σημερινά δεδομένα;
Ασφαλώς. Το βλέπω με τα σημερινά δεδομένα και γι’ αυτό είναι συνειδητό. Συνδέεται με μια εποχή, αλλά μπορεί να σχετίζεται και με ζητήματα του παρόντος.
― Δεν θεωρείτε ότι κάποιες επιλογές δεν είναι συμβατές με την πολιτική ορθότητα;
Σε μια προ-δικαιωματική εποχή, υπήρχαν απλά τρόποι ζωής. Και ο καθένας έκανε, όσο μπορούσε, το γούστο του.
― Φλερτάρατε με την ιδέα να χρησιμοποιήσετε καλιαρντά στις συνομιλίες των γκέι;
Δεν ήθελα να το κάνω γιατί δεν ήθελα να κάνω αναπαράσταση της εποχής και του τρόπου ομιλίας. Γιατί τότε θα έπρεπε να κάνω χίλια δυο πράγματα, να καταγράψω διαφορετικές προφορές ή διαφορετικά λεξιλόγια. Οπότε το έκανα ουδέτερο, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα που μιλάμε σήμερα και μιλιόταν εν πολλοίς και τότε από εφημερίδες και βιβλία της εποχής.
― Έχετε ζήσει στη Θεσσαλονίκη, τη γνωρίζετε καλά;
Όχι, δεν έχω ζήσει εκεί ποτέ, γι’ αυτό και χρειάστηκε να πάω για επιτόπια έρευνα, να περπατήσω την πόλη. Το σπουδαίο με τη Θεσσαλονίκη είναι ότι περπατιέται εύκολα. Δηλαδή, αν είσαι αποφασισμένος να την περπατήσεις, κάνεις αρκετά χιλιόμετρα αλλά τη βλέπεις όλη. Ήθελα να πάρω μια αίσθηση της γεωγραφίας της, αν και η σύγχρονη Θεσσαλονίκη διαφέρει πολύ από εκείνη του 1929. Ωστόσο κάποια πράγματα είναι σταθερά, όπως τα μνημεία της και οι εκκλησίες. Ας πούμε, η ταβέρνα του Κουφού ήταν κοντά στον Άγιο Γεώργιο, όπου βρισκόταν και το εργαστήριο του Σίμου.
― Ξέρετε ότι το περιστατικό με τον πλούσιο επιχειρηματία που πετάει στον Θερμαϊκό το πιάνο του ξενοδοχείου Méditerranée, το οποίο εντάσσετε οργανικά στο βιβλίο, αποτελεί αστικό μύθο της Θεσσαλονίκης;
Μου φάνηκε ενδιαφέρον το πώς κάτι που οι πλούσιοι αλλά παρηκμασμένοι πέταξαν μπορούσε να γίνει πολύτιμο για άλλους.
― Μετά τη στοχοποίηση του δικαιωματισμού στην Αμερική και την αναζωπύρωση του αντισημιτισμού λόγω των διεθνών πολιτικών εξελίξεων, μήπως το μυθιστόρημά σας είναι ένα παρακινδυνευμένο αφήγημα;
Αυτό που έχει ενδιαφέρον με όσους καταφέρονται εναντίον της υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι πως τα παρουσιάζουν λες και είναι κάτι καινούργιο. Σαν κάτι που δεν έχει παρουσιαστεί ξανά στην ανθρώπινη ιστορία, να υπάρχουν άνθρωποι που είναι τρανς ή έχουν διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό. Θεωρούμε πως έναν αιώνα πριν τα πράγματα ήταν «αγνότερα» επειδή δεν υπήρχε οτιδήποτε το διαφορετικό, αλλά αυτό είναι λάθος. Ας πάρουμε για παράδειγμα το Ινστιτούτο Σεξουαλικών Ερευνών στο Βερολίνο, που έκανε τρομερή δουλειά για τα τρανς άτομα και τους ΛΟΑΤΚΙ+, μέχρι που το έκλεισαν φυσικά οι ναζί. Αυτό ήταν στο πίσω μέρος του μυαλού μου, να δείξω ότι διαφορετικότητα υπήρχε πάντα και θα υπάρχει πάντα και απαιτεί σεβασμό και προστασία.