Κρούσματα βίας, καταλήψεις, ξυλοδαρμοί καθηγητών, τραυματισμοί φοιτητών, εισβολή κουκουλοφόρων σε αίθουσες διδασκαλίας ή στο γραφείο του υπουργού, διάρρηξη με αλυσοπρίονο, βιασμοί, ένοπλες ληστείες, μαχαιρώματα, κλοπές, παρεμπόριο, εμπρησμοί, διακίνηση ναρκωτικών, κλειστές σχολές, προπηλακισμοί, είναι όσα συνθέτουν τη σημερινή εικόνα των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων.


Παρά τις συνεχείς εκκλήσεις των πρυτανικών αρχών και των φορέων, η κατάσταση στα πανεπιστήμια χειροτερεύει, κανείς όμως δεν έχει λάβει μέτρα αντιμετώπισης της θλιβερής απαξίωσης των πανεπιστημίων.

 

Την πρωτιά με 113 περιστατικά έχει το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ακολουθεί το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών με 70, το Μετσόβιο Πολυτεχνείο με 37, το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών με 36 και, τέλος, το Πάντειο Πανεπιστήμιο με 10 περιστατικά.


Γιατί η Πολιτεία δεν θορυβείται; Τι πάει λάθος με την τριτοβάθμια εκπαίδευση; Ποιοι είναι οι λόγοι που τα πανεπιστήμια παραμένουν ανοχύρωτα και πώς μπορεί να συνεχίσουν απρόσκοπτα την εκπαιδευτική τους λειτουργία;

 

Χαρακτηριστικά είναι όσα είχε πει στη LiFO ο καθηγητής Γλωσσολογίας και τέως πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών Γιώργος Μπαμπινιώτης: «Πρέπει να υπάρξει φύλαξη των πανεπιστημίων και να μπαίνεις σε αυτά με τη φοιτητική σου ταυτότητα. Να υπάρχει ένας έλεγχος του ασύλου από τον πρύτανη. Κάποτε είχε νόημα το άσυλο ως διαφύλαξη της διακίνησης των ιδεών. Τώρα έχουμε ξυλοδαρμούς, ναρκωτικά, εγκληματικότητα και πολλές ομάδες εξωπανεπιστημιακών».

 

Πράγματι, σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, κατά τη διάρκεια της εξαετίας 2011-2017 καταγράφηκαν 358 περιστατικά ανομίας σε 19 ελληνικά ιδρύματα, με τις επιθέσεις κατά πανεπιστημιακών να αποτελούν ένα σημαντικό ποσοστό.


Επίσης, τα τελευταία επτά χρόνια έχουν καταγραφεί 107 παρεμποδίσεις δραστηριότητας, 96 καταλήψεις πανεπιστημιακών χώρων, 76 εισβολές, 45 απειλές κατά προσώπων, 44 καταστροφές εντός ΑΕΙ, 38 επιθέσεις και 35 προπηλακισμοί, 31 ματαιώσεις εκλογών, 30 περιστατικά διακίνησης ναρκωτικών εντός πανεπιστημίων, 2 βιασμοί, 6 διαρρήξεις, 10 εμπρησμοί και περιστατικά ηλεκτρονικής βίας, 17 περιστατικά ξυλοδαρμού και 10 ομηρίας, μία περίπτωση πυροβολισμού, ένα κρούσμα σεξουαλικής παρενόχλησης, 24 σοβαροί τραυματισμοί, ένας φόνος, 23 συλλήψεις, ενώ έχουν εντοπιστεί ακόμη και όπλα.


Την πρωτιά με 113 περιστατικά έχει το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ακολουθεί το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών με 70, το Μετσόβιο Πολυτεχνείο με 37, το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών με 36 και, τέλος, το Πάντειο Πανεπιστήμιο με 10 περιστατικά.

 

Σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, κατά τη διάρκεια της εξαετίας 2011-2017 καταγράφηκαν 358 περιστατικά ανομίας σε 19 ελληνικά ιδρύματα, με τις επιθέσεις κατά πανεπιστημιακών να αποτελούν ένα σημαντικό ποσοστό. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFOΦωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, κατά τη διάρκεια της εξαετίας 2011-2017 καταγράφηκαν 358 περιστατικά ανομίας σε 19 ελληνικά ιδρύματα, με τις επιθέσεις κατά πανεπιστημιακών να αποτελούν ένα σημαντικό ποσοστό. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFOΦωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


Ενδεικτική είναι η ανακοίνωση της κοσμητείας της Φιλοσοφικής Σχολής, στην οποία αναφέρεται ότι «εξωπανεπιστημιακά άτομα, τα οποία αυτοπροσδιορίζονται ως Ελληνική Σοσιαλιστική Αντίσταση (ΕΣΑ), εισήλθαν στον χώρο της σχολής, ανέγραψαν συνθήματα με την επωνυμία ΕΣΑ και σχεδίασαν αγκυλωτό σταυρό στην πόρτα και τους τοίχους της αίθουσας 516, καθώς και σε παρακείμενους χώρους. Προέβησαν, επίσης, σε ρίψη σχετικού έντυπου υλικού.

 

Η κοσμητεία της Φιλοσοφικής Σχολής καταδικάζει έντονα τις συγκεκριμένες ενέργειες, οι οποίες συνδέονται με την πρόσφατη κατάληψη του εν λόγω χώρου από την αναρχική συλλογικότητα "Ρουβίκωνας". Δεδομένης της παρατηρούμενης κλιμάκωσης, προκαλείται μεγάλη ανησυχία για την ασφάλεια φοιτητών/φοιτητριών, εργαζομένων και υποδομών της Σχολής. Η κοσμητεία απαιτεί η αυτοαποκαλούμενη ΕΣΑ και κάθε εξωπανεπιστημιακό στοιχείο να μείνουν μακριά από τη Σχολή, η δε αναρχική συλλογικότητα "Ρουβίκωνας" να σταματήσει κάθε δραστηριότητά της εντός της Σχολής και να αποχωρήσει αμέσως από αυτήν».

 

Όποια ώρα της ημέρας και να περάσει κάποιος από την οδό Μασσαλίας στο κέντρο θα αντικρίσει λερωμένα χαρτομάντιλα, σύριγγες και τοξικομανείς να κάνουν δημοσίως χρήση, θέτοντας σε κίνδυνο την υγεία και την ασφάλεια φοιτητών και διδασκόντων.

 

«Από το 2012 έχουμε καταθέσει μηνυτήρια αναφορά προς τις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για ζήτημα εξαιρετικής φύσης που πρέπει να αντιμετωπισθεί κατ' απόλυτη προτεραιότητα. Έκτοτε, έχουμε προσφύγει με κάθε μέσο σε όλες τις αρμόδιες αρχές: καταγγελίες, επιστολές, επισκέψεις, προφορικές και έγγραφες διαμαρτυρίες στην Εισαγγελία Αρείου Πάγου (2015, 2016, 2017), στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη (2015), στη Διεύθυνση Ασφάλειας Αττικής (2016, 2017) και στον δήμο (2015, 2016, 2017). Η ανταπόκριση ήταν μηδαμινή.

 

Κλοπές, παρεμπόριο, εμπρησμοί, διακίνηση ναρκωτικών, κλειστές σχολές, προπηλακισμοί, είναι όσα συνθέτουν τη σημερινή εικόνα των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Κλοπές, παρεμπόριο, εμπρησμοί, διακίνηση ναρκωτικών, κλειστές σχολές, προπηλακισμοί, είναι όσα συνθέτουν τη σημερινή εικόνα των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


Διαμαρτυρόμαστε για την ακατανόητη αδράνεια των αρμοδίων και τη διαχειριστική μετάθεση ευθυνών, ενώ το ζήτημα αφορά τα παιδιά όλων μας. Από τύχη και μόνο δεν έχουμε θρηνήσει θύματα και δεν έχουν γίνει βαρύτερες συμπλοκές ή θανατηφόρα επεισόδια σε βάρος φοιτητών μας» ανέφεραν πριν από λίγο καιρό σε οξύτατη επιστολή τους 93 καθηγητές της Νομικής Σχολής.


«Μόνο μια βόλτα έξω από τη Νομική αρκεί για να διαπιστώσει ο καθένας εικόνες που αποδεικνύουν ότι δεν οδηγούμαστε απλώς στην πλήρη απαξίωση αλλά έχουμε φτάσει ήδη σε αυτό το σημείο» επισημαίνει στη LiFO ο συγγραφέας και καθηγητής Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Κώστας Κωστής.


Σύμφωνα με τον γνωστό ιστορικό δεν πρόκειται για μεμονωμένο φαινόμενο που εντοπίζεται μόνο στα πανεπιστήμια. Όπως τονίζει: «Είναι γενικότερης φύσεως και εντοπίζεται στην απουσία συλλογικών κανόνων σε διάφορους οργανισμούς του Δημοσίου. Και το ότι δεν υπάρχει κανείς να τους επιβάλει ή έστω να τους εφαρμόσει έχει ως αποτέλεσμα να είμαστε θεατές όλης αυτής της θλιβερής κατάστασης.


Έχει επικρατήσει μια λογική του τύπου "δεν ακουμπάμε τίποτα" και "δεν πρέπει να ενοχλούμε κανέναν". Όποιος διατηρεί μια στοιχειώδη επαφή με την τριτοβάθμια εκπαίδευση θα καταλάβει ότι το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να αδιαφορήσει.

 

Όταν οι αρμόδιες αρχές δεν ασχολούνται με το πρόβλημα, τι να κάνουν οι φοιτητές; Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Όταν οι αρμόδιες αρχές δεν ασχολούνται με το πρόβλημα, τι να κάνουν οι φοιτητές; Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


Όταν απέναντί σου βρίσκονται διάφοροι τραμπούκοι ή αλήτες, πώς να αντιδράσεις; Όταν οι αρμόδιες αρχές δεν ασχολούνται με το πρόβλημα, τι να κάνουν οι φοιτητές; Ό,τι και να λέει ο υπουργός, η λύση αυτών των προβλημάτων δεν είναι θέμα των φοιτητών. Αυτά τα ζητήματα άπτονται του κοινού ποινικού δικαίου. Το πρόβλημα αυτό, όπως και εκείνο στην οδό Μασσαλίας, δεν υπήρχε τα προηγούμενα χρόνια. Εμφανίστηκε κάποια στιγμή όταν ξέσπασε η κρίση.


Επομένως, ίσως και να μην είναι άσχετο με τα προγράμματα της μεθαδόνης και της μείωσης της χρηματοδότησής τους. Επίσης, ούτε το ότι όλοι αυτοί βρίσκονται κοντά στα πανεπιστήμια, όπου υπάρχει το δήθεν άσυλο κι έτσι πιστεύουν ότι μπορούν να προστατευτούν, είναι τυχαίο. Τα προβλήματα τα γνωρίζουμε, τις λύσεις επίσης, αλλά νομίζω ότι αρκούμαστε σε αυτό. Οι λύσεις σε καμία περίπτωση δεν θα είναι εύκολες και είναι σίγουρο ότι θα δυσαρεστήσουν πάρα πολλούς».


Την ίδια στιγμή οι πρυτανικές αρχές του Οικονομικού Πανεπιστημίου έχουν αντιδράσει ουκ ολίγες φορές, σημειώνοντας ότι «η καθημερινή παρουσία των τοξικοεξαρτημένων ατόμων στο ίδρυμα δημιουργεί αυξημένους κινδύνους για την υγεία και την ασφάλεια των μελών της κοινότητας, αποθαρρύνει τους φοιτητές που δεν προσέρχονται στις αίθουσες διδασκαλίας, βλάπτει την ακαδημαϊκή εικόνα και προσβάλλει το κύρος του Πανεπιστημίου, η λειτουργία του οποίου εν τέλει καθίσταται δυσχερής έως και αδύνατη υπό τις συνθήκες αυτές».


«Οι τοξικομανείς κάνουν αγοραπωλησίες και χρήση ναρκωτικών ακόμα και με σύριγγες έξω ακριβώς από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μερικές φορές τους συναντάμε στις τουαλέτες, στους διαδρόμους και στις σκάλες των κτιρίων» λέει στη LiFO ο καθηγητής στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Οικονομικών Σπουδών του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Πάνος Τσακλόγλου.


«Πριν από μερικούς μήνες είχαμε ορκωμοσία και οι γονείς και οι φοιτητές που έφταναν στο πανεπιστήμιο για την τελετή βρισκόντουσαν μπροστά σε χρήστες ναρκωτικών σε διάφορα σημεία της σχολής. Η κατάσταση είναι ανεξέλεγκτη. Το πανεπιστήμιο υπάρχει για να παράγει γνώση αλλά και για να τη μεταδίδει.


Πώς, όμως, μπορείς να ασκείς τα καθήκοντά σου όταν επικρατούν αυτές οι απαράδεκτες συνθήκες; Σε ώρα διαλείμματος μπήκαν σε αίθουσα και έκλεψαν από συνάδελφό μου το laptop που χρησιμοποιούσε για τη διάλεξή του.


Φυσικά, τίποτα δεν εξιχνιάσθηκε. Αναρίθμητες είναι οι φορές που ο πρύτανης έχει καλέσει την αστυνομία και δεν έρχεται. Κατά τη γνώμη μου, το πρόβλημα ξεκινά από τη λανθασμένη χρήση της έννοιας του "πανεπιστημιακού ασύλου". Αν ανατρέξουμε στο παρελθόν θα διαπιστώσουμε ότι κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, αλλά και νωρίτερα, η έννοια του ασύλου είχε παραβιαστεί βάναυσα: η αστυνομία μπορούσε να μπει στα πανεπιστήμια, να παρακολουθεί φοιτητές και γενικώς κυριαρχούσε ένα ανελεύθερο καθεστώς.

 

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


Αυτό που επιδιώχθηκε μεταπολιτευτικά ήταν να διαφυλαχθεί η ελευθερία της έκφρασης μέσω της κατοχύρωσης του ασύλου. Σταδιακά, όμως, στην εφαρμογή της η έννοια του ασύλου επεκτάθηκε σε διάφορους άλλους τομείς πέρα από την ελευθερία του λόγου και της έκφρασης. Αυτό το εκμεταλλεύτηκαν κάποιοι και σήμερα, κάτω από το μανδύα του ασύλου, καλύπτονται διάφορες έκνομες δραστηριότητες.


Προφανώς, αν υπήρχε η περίφημη "πολιτική βούληση", θα μπορούσαμε να έχουμε λύσει αυτά τα προβλήματα. Άλλωστε, φαινόμενα σαν αυτά δεν παρατηρούνται σε κανένα σοβαρό, ή λιγότερο σοβαρό, πανεπιστημιακό ίδρυμα στον κόσμο.


Το καλοκαίρι με επισκέφθηκε ένας δημοσιογράφος από έγκυρη βρετανική εφημερίδα, ο οποίος είδε διάφορους τοξικομανείς σε άσχημη κατάσταση γύρω αλλά και εντός του κτιρίου του πανεπιστημίου όπως και το παζάρι κλεψίτυπων προϊόντων έξω από το κτίριο του πανεπιστημίου και σοκαρίστηκε. Μου ήταν πολύ δύσκολο να του εξηγήσω την κατάσταση.


Το νομικό πλαίσιο για την πάταξη αυτών των φαινομένων υπάρχει, αλλά δεν εφαρμόζεται. Άρα, το ζήτημα είναι και πολιτικό. Τα πανεπιστήμια στις ανεπτυγμένες χώρες είναι αυτοδιοικούμενα, με ειδικό σώμα επιφορτισμένο με την ασφάλεια του πανεπιστημίου και των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας, που συνεργάζεται στενά με την αστυνομία, χωρίς να κινδυνεύει η ελευθερία του λόγου.


Άλλωστε, στις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες η ελευθερία του λόγου προστατεύεται παντού, όχι μόνο στα ακαδημαϊκά ιδρύματα. Δυστυχώς, στην περίπτωση της χώρας μας επικρατεί η άποψη ότι το άσυλο καλύπτει τα πάντα και δεν είναι μόνο άσυλο διακίνησης ιδεών. Αυτό μας έχει οδηγήσει στη σημερινή απαξίωση» προσθέτει.


Επιπλέον, σε πρόσφατη ανάρτησή της η καθηγήτρια Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Βάσω Κιντή, σημείωνε: «Για να σταματήσει η κάθε μορφής βία και αυθαιρεσία στα πανεπιστήμια χρειάζεται αφενός πανεπιστημιακές αρχές με σθένος και αποφασιστικότητα και αφετέρου πολιτική βούληση από την κυβέρνηση. Αυτή η στάση πρέπει να έχει βάθος, να είναι συστηματική και επίμονη, να μη γίνεται με θεατρινισμούς για ίδιον όφελος (όπως έχει συμβεί στο παρελθόν) και να υπάρχει συνεργασία.


Οι πανεπιστημιακοί θα μπορούσαν να διεκδικήσουν ένα άλλο ακαδημαϊκό περιβάλλον, σαν αυτό που βρίσκει κανείς ακόμα και σε τριτοκοσμικές χώρες, αλλά έχουν κουραστεί από τις πολλές αντιδικίες και αντιπαραθέσεις.


Προσπαθούν να βρουν λίγη ησυχία για να κάνουν το καθήκον τους και, κυρίως, έχουν συμφιλιωθεί, όπως και η πλειονότητα των φοιτητών, με την παρακμή. Είναι θλιβερό, αλλά μοιρολατρικά έχουμε αποδεχτεί ότι ελάχιστα μπορούν να αλλάξουν.


Πρέπει να αποκτήσουν τα πανεπιστήμια τον ρόλο που τους αξίζει, δηλαδή να είναι χώροι μάθησης, μελέτης και έρευνας, ελεύθερης διακίνησης ιδεών και συζητήσεων και όχι χώροι ανομίας, βίας και αυθαιρεσίας».


Σύμφωνα με όσα καταγγέλλουν καθηγητές, οι ακραίες μορφές παραβατικότητας ενισχύονται και από την ύπαρξη ομάδων συμφερόντων, από γιάφκες που έχουν δημιουργηθεί στα ιδρύματα αλλά και κατειλημμένους χώρους που προκαλούν σημαντικές δυσκολίες στις πρυτανικές αρχές.

 

Στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο αντικρίσαμε ένα ίδρυμα έρημο από φοιτητές, με λουκέτα στις εισόδους και καθηγητές να φοβούνται να διασχίσουν την οδό Αντωνιάδου, η οποία ήταν γεμάτη με ημιθανείς χρήστες ναρκωτικών.


Για παράδειγμα, στην επίσκεψή μας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο αντικρίσαμε ένα ίδρυμα έρημο από φοιτητές, με λουκέτα στις εισόδους και καθηγητές να φοβούνται να διασχίσουν την οδό Αντωνιάδου, η οποία ήταν γεμάτη με ημιθανείς χρήστες ναρκωτικών.
Οι φοιτητές, από τη δική τους πλευρά, εξέφραζαν παράπονα για το ότι δεν μπορούν να παρακολουθήσουν τα μαθήματα επειδή έχουν δεχτεί κατά καιρούς επιθέσεις από εξωπανεπιστημιακούς καθώς και διότι σε καθημερινή βάση δεν αισθάνονται ασφαλείς κατά την έξοδό τους από το κτίριο.


Παράλληλα, πολλοί πανεπιστημιακοί υποστηρίζουν ότι, πέρα από την ανομία και τη βία, είναι προφανές πως, γενικώς, η εκπαίδευση έχει οδηγηθεί σε τέλμα. Αλλεπάλληλες μεταρρυθμίσεις χωρίς κανένα αντίκρισμα, υποχρηματοδότηση, απουσία αξιολόγησης, αναστολή διδακτικών δραστηριοτήτων, μαθήματα που πραγματοποιούνται με όρους αγγαρείας, αδιαφορία για τη γνώση ή την πληροφορία, καθώς και ένα σκηνικό εγκατάλειψης έχουν συμβάλει στην περιθωριοποίηση των ελληνικών πανεπιστημίων.


«Το πανεπιστήμιο είναι ο τελευταίος σταθμός της εκπαίδευσης, οπότε οι φοιτητές και οι φοιτήτριες φτάνουν σε αυτόν κουβαλώντας όλες τις αμαρτίες της προηγούμενης θητείας τους.


Καθημερινά, ερχόμαστε σε επαφή με φοιτητές που επιτυγχάνουν την εισαγωγή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, αλλά τους λείπουν στοιχειώδεις γνώσεις. Ενδεικτικό της κατάστασης είναι το ζήτημα για το οποίο έγινε τόσος θόρυβος τελευταία με βάση μια ανάρτησή μου σχετικά με το πότε έγινε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, τι γιορτάζουμε στις 28 Οκτωβρίου.


Ακόμα τους λείπουν γνώσεις, όπως η αρχαία ελληνική γλώσσα και, ακόμα χειρότερα, η λατινική, που δύσκολα αποκτώνται πια σε αυτές τις ηλικίες. Το δυσκολότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει, όμως, ο δάσκαλος είναι η αδιαφορία. Τα παιδιά αναρωτιούνται: γιατί να μάθουμε; Η κοινωνία έχει αλλάξει. Αν άλλοτε με τη γνώση ανέβαινες κοινωνική βαθμίδα και είχες πρόσβαση σε μεγαλύτερο πλούτο, τώρα το κίνητρο αυτό έχει σχεδόν εκλείψει» δηλώνει στη LiFO η καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, Αγγέλα Καστρινάκη.


Και συμπληρώνει: «Σήμερα τα παιδιά μπορεί να ακούσουν δεκάδες φορές μια πληροφορία και να μην την εγγράψουν. Για κάποιον λόγο νομίζουν ότι η πληροφορία δεν τους αφορά. Από την άλλη, συγκρατούν δευτερεύουσες πληροφορίες, αλλά δεν μπαίνουν στη διαδικασία να τις συσχετίσουν με τις κύριες πληροφορίες ούτε μεταξύ τους. Ένα βασικό πρόβλημα της εκπαίδευσης είναι ότι οι μαθητές δεν μαθαίνουν να κάνουν συνάψεις. Το σχολείο έχει αποτύχει τρομερά σε αυτό το επίπεδο.


Το μεγάλο στοίχημα της εκπαίδευσης παραμένει η κινητοποίηση της κριτικής σκέψης. Παρατηρώ στους φοιτητές μια παθητικότητα, ακόμα και στους πιο επιμελείς. Κρατούν σημειώσεις, αλλά ως εκεί.

 

Έχει επικρατήσει μια λογική του τύπου «δεν ακουμπάμε τίποτα» και «δεν πρέπει να ενοχλούμε κανέναν». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Έχει επικρατήσει μια λογική του τύπου «δεν ακουμπάμε τίποτα» και «δεν πρέπει να ενοχλούμε κανέναν». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


Αν, για παράδειγμα, τους προτείνεις να ακούσουν ένα τραγούδι στο YouTube που έχει σχέση με το μάθημα, δεν θα το κάνουν. Δεν σπεύδουν προς τη γνώση ή την ενημέρωση. Δεν κινητοποιούνται. Για ποια θέματα ενδιαφέρονται; Μπορώ να πω για ποια δεν ενδιαφέρονται. Η δημοκρατία και ο ολοκληρωτισμός, ζητήματα τόσο κρίσιμα και επίκαιρα, συναντούν σχεδόν την απόλυτη αδιαφορία. Ακόμα και ο έρωτας, αν αυτό συνεπάγεται διάβασμα.


Κάποτε ζητώ από τους φοιτητές να διαβάσουν ένα ερωτικό μυθιστόρημα, ολόκληρο. Ελάχιστοι το πράττουν, προτιμούν μια περίληψη. Βαριούνται να διαβάσουν συνεχές κείμενο, και αναφερόμαστε σε φοιτητές φιλολογίας.


Ενδεχομένως τους ενδιαφέρουν θέματα όπως η ενδοοικογενειακή βία ή η υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος. Στατιστικά, πάντως, από τους διακόσιους φοιτητές που δεχόμαστε κάθε χρόνο, είναι ζήτημα αν οι είκοσι νιώθουν πραγματικό ενδιαφέρον για το αντικείμενο των σπουδών τους.


Όπως αντιλαμβάνεστε, η αναλογία είναι προβληματική και προκαλεί καθίζηση στο συνολικό επίπεδο μιας τάξης».