Τα τελευταία χρόνια η ζωή στην Αθήνα έχει γίνει πολύ ακριβή, σε σημείο που λες πως δεν παλεύεται. Έχουμε φτάσει να μετράμε τα ευρώ εμμονικά σαν λιρίτσες, όπως η Ελένη Βλαχάκη στο «Κωνσταντίνου και Ελένης», καθώς προσπαθούμε να τα βγάλουμε πέρα στην καθημερινότητά μας. Σήμερα αυτό που αποκαλούμε «ανεξάρτητη διαβίωση» είναι συνώνυμο της λέξης «πολυτέλεια». Ενοίκια, σούπερ μάρκετ και βασικά έξοδα έχουν αυξηθεί, ενώ οι μισθοί δεν ακολουθούν με τον ίδιο ρυθμό, με τον κατώτατο μισθό στην Ελλάδα να βρίσκεται γύρω στα 780 ευρώ.
Για όσους δεν έχουν δικό τους σπίτι στην πόλη, το μεγαλύτερο βάρος πέφτει στο ενοίκιο, το οποίο σήμερα, για ένα μικρό διαμέρισμα στο κέντρο της Αθήνας, φτάνει περίπου τα €600-1.200, ενώ ακόμη και ένα δυαράκι σπάνια πέφτει κάτω από τα 500. Για πολλούς εργαζόμενους αυτό σημαίνει ότι το σπίτι απορροφά σχεδόν το 50% του εισοδήματός τους.
Στους ρυθμούς της ακρίβειας κινείται και το σούπερ μάρκετ, με τις τιμές να ανεβαίνουν σταθερά. Ενδεικτικές τιμές για τα βασικά προϊόντα: το γάλα κοστίζει πάνω κάτω €1,70 το λίτρο, μια εξάδα φρέσκα βιολογικά αυγά κάπου €4,50 και το συσκευασμένο φιλέτο κοτόπουλου ανέρχεται πλέον στα €13,50.
Συνολικά, εκτιμάται ότι ένας άνθρωπος που ζει μόνος του στην Αθήνα χρειάζεται περίπου €1.200 για να πει ότι έχει υπό έλεγχο τα μηνιαία του έξοδα, χωρίς βέβαια να κάνει αποταμίευση ή να σκεφτεί το budget των διακοπών.
Ακόμη κι αν είναι μετρημένα τα πράγματα που θα βάλει στο καλάθι του κάποιος, έστω κι αν ζει μόνος του, χρειάζεται τουλάχιστον €250-300 τον μήνα μόνο για τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης, όπως το χαρτί υγείας. Σε αυτά προστίθενται τα πάγια έξοδα (λογαριασμοί ρεύματος, νερού και ίντερνετ, που συχνά φτάνουν τα €120-180 τον μήνα), καθώς και οι μετακινήσεις ή άλλα καθημερινά έξοδα. Κι αν προκύψει κάτι απρόοπτο, π.χ. επίσκεψη σε οδοντίατρο, αυτό σημαίνει αυτόματα μια μικρή οικονομική καταστροφή.
Συνολικά, εκτιμάται ότι ένας άνθρωπος που ζει μόνος του στην Αθήνα χρειάζεται περίπου €1.200 για να πει ότι έχει υπό έλεγχο τα μηνιαία του έξοδα, χωρίς βέβαια να κάνει αποταμίευση ή να σκεφτεί το budget των διακοπών. Η ζωή σε μια τόσο ακριβή πόλη όπως η Αθήνα σημαίνει ότι για έναν νέο εργαζόμενο ή κάποιον που ζει μόνος του η καθημερινότητα μετατρέπεται σε μια διαρκή άσκηση ισορροπίας: περιορισμός εξόδων, λιγότερες έξοδοι, κυνήγι προσφορών από σούπερ μάρκετ σε σούπερ μάρκετ, ατελείωτο περπάτημα και συχνά επιστροφή στη συγκατοίκηση ή στο πατρικό.
Η Έλενα είναι 28 ετών, δουλεύει σε μια εταιρεία παραγωγής και αμείβεται με τον βασικό μισθό, ενώ τα Σαββατοκύριακα δουλεύει σε μια καφετέρια για έξτρα εισόδημα. Τον Οκτώβριο του 2025 έφυγε από το οικογενειακό της σπίτι και πλέον συγκατοικεί με τον φίλο της, Ανδρέα, στην περιοχή της πλατείας Αμερικής. Όπως εξηγεί, η συγκατοίκηση προέκυψε κυρίως για οικονομικούς λόγους. «Μένω με τον Ανδρέα τους τελευταίους μήνες, είμαστε φίλοι εδώ και κάποια χρόνια, οπότε η απόφαση ήταν πιο εύκολη», λέει.
Το ενοίκιο του σπιτιού τους είναι €600 και το μοιράζονται, όπως και τα περισσότερα πάγια έξοδα. Αν και θεωρεί ότι είναι σχετικά καλή τιμή για την Αθήνα, η εύρεση του σπιτιού δεν ήταν εύκολη. «Ψάχναμε περίπου δύο μήνες συνεχώς μέχρι να το βρούμε. Τα έξοδα που μοιραζόμαστε είναι τα κοινόχρηστα, που βγαίνουν περίπου στα €15-20, και το ίντερνετ, στα €23 τον μήνα. Μοιραζόμαστε επίσης τα είδη υγιεινής, τα καθαριστικά, πράγματα του σπιτιού, κάποια φαγητά. Έπειτα ο καθένας έχει τα προσωπικά του έξοδα».
Παρά το μοίρασμα των εξόδων, η πραγματικότητα παραμένει πιεστική. «Προσωπικά, κάθε μήνα βγαίνω μείον. Δηλαδή ο μισθός μου δεν καλύπτει τις ανάγκες μου», λέει.
Η ίδια κάνει δύο δουλειές για να φτάσει περίπου τα €900 τον μήνα – και κάποιους μήνες ούτε αυτό δεν είναι σίγουρο, καθώς οι βάρδιες στο καφέ δεν είναι πάντα αρκετές. Όπως περιγράφει, οποιοδήποτε απρόοπτο μπορεί να ανατρέψει τον μηνιαίο της προϋπολογισμό.
«Αυτόν τον μήνα, για παράδειγμα, έληγε το ΚΤΕΟ του αυτοκινήτου μου, έπρεπε να ανανεώσω την ασφάλεια και να πάω τον σκύλο μου στον κτηνίατρο για τα ετήσια εμβόλια. Προφανώς δεν μπορώ να τα πληρώσω όλα αυτά τον ίδιο μήνα, οπότε θα βάλω προτεραιότητες».
Αν χρειαστεί να δανειστεί χρήματα για να καλύψει τέτοια έξοδα, μπαίνει σε έναν νέο κύκλο πίεσης. «Μετά θα πρέπει να αποπληρώνω το δάνειο για δύο ή τρεις μήνες. Οπότε, πέρα από τα πάγια έξοδα και τα απρόοπτα, θα έχω και αυτό. Αυτό σημαίνει ακόμη λιγότερα χρήματα».
Η ίδια προσπαθεί συνεχώς να μειώνει τα έξοδά της. Έχει περιορίσει τις μετακινήσεις με το αυτοκίνητο για να ξοδεύει λιγότερα σε βενζίνη, κάτι που όμως σημαίνει περισσότερο χρόνο στις μετακινήσεις και λιγότερο προσωπικό ελεύθερο χρόνο μέσα στη μέρα. «Καταλήγω να δουλεύω και να μετακινούμαι μόνο, αυτή είναι η βασική μου καθημερινότητα», λέει.
Τα μηνιαία έξοδά της είναι ήδη αρκετά περιορισμένα. Με το που μπει ο μήνας, €300 φεύγουν στο ενοίκιο, ενώ πληρώνει περίπου €30-40 για ρεύμα και περίπου €10-12 το δίμηνο για νερό. Η συνδρομή της για την προπόνηση στο ποδόσφαιρο είναι €30, ενώ για την τροφή του σκύλου της, του Λίον, υπολογίζει περίπου €50-60 το δίμηνο.
«Έχω βρει ένα site από το εξωτερικό που έχει καλύτερες τιμές στις τροφές, αλλά επειδή υπάρχει ελάχιστη παραγγελία και μεταφορικά, τελικά πληρώνω περίπου 70-€80 κάθε δύο μήνες για την τροφή του και τα απαραίτητα».
Παράλληλα, πληρώνει τουλάχιστον €50 τον μήνα στην πιστωτική της, καθώς έχει αγοράσει με δόσεις κάποια βασικά έπιπλα για το σπίτι. Για το σούπερ μάρκετ υπολογίζει περίπου €100 τον μήνα ή και παραπάνω, αν προκύψουν μικροέξοδα, κάποιο σνακ ή έτοιμο φαγητό. «Ας πούμε ότι μπορεί να φτάσουν τα €150 συνολικά», λέει. Στη βενζίνη ξοδεύει άλλα €40-50 τον μήνα, μετά από πολλές περικοπές.
«Συνολικά, τα βασικά μου έξοδα φτάνουν περίπου τα €595. Με εισόδημα περίπου €900 τον μήνα, μου μένουν γύρω στα 200 για όλα τα υπόλοιπα: μια έξοδο για ποτό, ένα σινεμά, ένα δώρο σε φίλους, ένα κέρασμα στο ταίρι μου ή στους φίλους ή κάποιο προσωπικό έξοδο».
Ο συγκάτοικός της, ο Δημήτρης, είναι 26 χρονών και εργάζεται ως κομμωτής. Ο μισθός του είναι γύρω στα €1.000, που συμπληρώνονται από κουπόνια για το σούπερ μάρκετ. Μου εξηγεί ότι το σύστημα με τα κουπόνια τού φαίνεται εντάξει. Από την άλλη, η τοποθεσία του σπιτιού είναι κάπως άβολη: «Το ότι αναγκαστήκαμε να μείνουμε στην πλατεία Αμερικής βολεύει από οικονομικής πλευράς, ωστόσο είναι μακριά από τις περιοχές στις οποίες κινούμαι. Αυτό που δεν μου αρέσει καθόλου στην τωρινή μου φάση είναι ότι είμαι αναγκασμένος να παίρνω τον Ηλεκτρικό και να χαλάω χρήματα στα ταξί, πράγμα που δεν συνέβαινε όταν έμενα στο Μεταξουργείο. Πηγαίνω πολύ συχνά σούπερ μάρκετ, περισσότερο από την Έλενα. Μπορεί και τρεις φορές την εβδομάδα. Προσέχω τις τιμές και ψάχνω τις προσφορές, αν και έχω την τάση να ψωνίζω και λίγο παρορμητικά. Χθες πήγα και ουσιαστικά γέμισα δύο σακούλες με συμπληρωματικά πράγματα, όχι κάτι που θα εκτίνασσε το budget μου.
Πήρα ένα γάλα (€1,80), δημητριακά (€5,40), ψωμί του τοστ (€2) και γιαούρτι (€3,60). Καφέ φίλτρου για το σπίτι που, αν θυμάμαι καλά, έκανε €6, τρία πακέτα μακαρόνια γύρω στα €2 το ένα –ήταν σε προσφορά–, κοτομπουκιές που κοστίζουν περίπου €5, τυρί κρέμα στα €2,80 και ένα πακέτο βούτυρο, κι αυτό κάπου στα €3,20, πέντε μπανάνες κόστισαν κάτι λιγότερο από €2. Επίσης, πήρα αγγούρια (€1,50), ντομάτες (€2), παξιμάδια (€3,10), δύο πακέτα μπισκότα (€2,50) και ξηρούς καρπούς (€5). Για τις γάτες μου πήρα άμμο (€8 τα 10 κιλά), για τροφές που θα κρατήσουν έναν μήνα έδωσα €50 και για λιχουδιές €3-5». Θεωρεί ότι το κόστος ζωής είναι κάπως πιο διαχειρίσιμο όταν ζεις με κάποιον άλλον.
Ένα από τα πράγματα που θα ήθελε να κάνει, αλλά δεν έχει καταφέρει ακόμα, είναι να πάρει δίπλωμα για αυτοκίνητο ή μηχανάκι: «Δεν έχω μπορέσει ακόμα να βάλω στην άκρη λεφτά για τα μαθήματα». Στα έξοδα που προσπαθεί να αποφεύγει πλέον είναι τα ταξί, τα οποία χαρακτηρίζει ως «παγίδα», ειδικά όταν η απόσταση δεν είναι και τόσο μεγάλη.
«Όταν είναι μια ώρα μακριά με τα μέσα και με αμάξι είναι μόνο 20 λεπτά, το σκέφτομαι πολύ να πάρω ταξί, οπότε πλέον έχω πάρει την απόφαση ότι μέχρι να βγάλω δίπλωμα και να πάρω δικό μου μεταφορικό θα προσπαθώ να περπατάω όσο πιο πολύ μπορώ και, αν δεν μπορώ, θα παίρνω και τα μέσα περισσότερο. Το delivery είναι ακριβό σπορ, και είναι βαρύ να πρέπει να δώσεις 8 με 10 ευρώ για να φας μια ποιοτική μερίδα φαγητού, που στην τελική δεν ξέρεις και τι πρώτες ύλες έχει. Στην αρχή έτρωγα στη δουλειά, αλλά, βάζοντάς τα κάτω, κατάλαβα πόσα χρήματα μπορεί να σου φύγουν έτσι, οπότε έχω αυξήσει τις μέρες που μαγειρεύω και πλέον παίρνω μαζί μου πάντα κάτι για να φάω, έστω και κάτι ελαφρύ για να τσιμπήσω».
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.