Παναγιώτης Κουνάδης: «Η Μπέλλου ήταν μάγκας. Ο Τσιτσάνης ήταν θεός»

Παναγιώτης Κουνάδης Facebook Twitter
«Ο συλλέκτης που είναι μόνο συλλέκτης πάσχει από ασθένεια βαριά». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
0

Γεννήθηκα τον Γενάρη του 1943 στα Διλινάτα της Κεφαλονιάς, ένα χωριό που, όπως λένε οι παλιοί περιηγητές, δεν υποτάχθηκε ποτέ στους Άγγλους. Ήταν μεγάλο, με 4.000 κατοίκους τότε. Αυτά ξέρω για το χωριό μου, αλλά δυστυχώς εγώ και όλη η οικογένεια, που ήταν μια οικογένεια καλών ανθρώπων, φύγαμε από εκεί για να έρθουμε στην Αθήνα και να σπουδάσουν τα αδέλφια μου, όταν ήμουν δύο χρονών.

• Όταν ήρθαμε στην Αθήνα το 1945, εγκατασταθήκαμε στη Νέα Φιλαδέλφεια σε δυο σπίτια που ήταν απέναντι, μιας θείας, ετεροθαλούς αδελφής της γιαγιάς μου από τη Ρωσία, και μιας μακρινής θείας που ήταν στη Νότιο Αφρική. Στην Κεφαλονιά πήγα ξανά για διακοπές το 1952 – το 1953 έγινε ο σεισμός και τέρμα. Πήγα ξανά το 1985 για διακοπές. Κάτσαμε σε μια ταβέρνα και την ώρα που θα πληρώναμε τον λογαριασμό, μας λένε «πληρωμένα»· οι ιδιοκτήτες ήταν συμμαθητές των αδελφών μου. «Άκουσε, Παναγή», μου είπαν, «ο πατέρας σου δεν μας άφησε να πεθάνουμε από την πείνα στην Κατοχή». Ο πατέρας μου είχε επτά παιδιά στην Κατοχή, είχε και το πρώτο σούπερ μάρκετ στο Αργοστόλι, κάνανε εισαγωγές από διάφορες χώρες. Βέβαια, δεν ήταν άνθρωπος του εμπορίου. Το κατάλαβα αργότερα, όταν στο Βαρβάκειο ο σπουδαίος φιλόλογος, ο Τζουγανάτος, μου είπε «Παναγή, ο παππούς σου έκανε το μεγαλύτερο έγκλημα, πήρε τον Λεονάρδο –έτσι έλεγαν τον πατέρα μου– από το σχολείο, τον καλύτερο μαθητή, να τον κάνει έμπορο».

• Ο πατέρας μου είχε το πάθος της μεγάλης οικογένειας. Ο πρώτος αδελφός μου γεννήθηκε το 1925 και εγώ το 1943, είμαι ο τελευταίος. Έγινε συμβούλιο όταν έμεινε έγκυος η μάνα μου σε μένα, πήρε την έγκριση των μεγάλων παιδιών του. Έξι αγόρια και ένα κορίτσι-έργο τέχνης, πρώτη στο σχολείο, πρώτη στο πανεπιστήμιο, καταπληκτική φαρμακοποιός, με μεγάλωσε σαν μάνα. Όλη η οικογένειά μας ήταν στα γράμματα.

«Οι ρεμπέτες συνθέτες γράψανε για τις γυναίκες τραγούδια που δείχνουν ότι ήθελαν την ανεξαρτησία τους, να μη τις δυσκολεύουν οι άντρες. Η Μπέλλου ήταν μάγκας, από τις παλιές που γνώρισα, η Ρόζα ήταν ένα αγαθό πλάσμα».

• Όταν ήρθαμε εδώ, στην Αθήνα, ο πατέρας μου άνοιξε μια αποθήκη ψιλικών, έγινε χονδρέμπορος. Βγαίνανε κάποια λεφτά, δεν θέλαμε και πολλά πράγματα, ζούσαμε πολύ μετρημένα. Η μάνα μου, που ήταν για μένα ένα πρόσωπο ιερό, δεν μπορώ ακόμα να καταλάβω πώς έβγαζε τριάντα μερίδες φαγητό την ημέρα, γιατί ήμασταν πολλές ψυχές – αυτό είναι ένα μυστήριο της ελληνικής οικογένειας. Η δική μου οικογένεια τάιζε όλη τη γειτονιά, καμιά φορά αργότερα κοίταζα τις κατσαρόλες τις αλουμινένιες και έλεγα «ρε φίλε, πώς ταΐζουν με αυτή την κατσαρόλα».

• Η Φιλαδέλφεια τότε ήταν πολύ ωραία, την κατοικούσαν πρόσφυγες της μεσαίας τάξης. Ακόμα βλέπω τους συμμαθητές μου, όλοι παιδιά προσφύγων. Από το 2012 βρισκόμαστε οι συμμαθητές του δημοτικού μία φορά τον μήνα, όλοι περιμένουμε με λαχτάρα τη μέρα που θα συναντηθούμε.

• Στο σχολείο ήμασταν πέντε οι καλύτεροι μαθητές, οι τρεις περάσαμε στο Πολυτεχνείο. Πήγα στο Βαρβάκειο, που μου άνοιξε πολλούς δρόμους. Ήταν ένα σχολείο σοβαρό με πολύ καλούς καθηγητές, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων. Δεν μπορούσες να αντιπαρατεθείς με τους καθηγητές, ήταν ο αφρός της εποχής. Κρίνοντας εκ των υστέρων, θα έλεγα ότι καλός μαθητής έγινα στο φροντιστήριο.

Παναγιώτης Κουνάδης Facebook Twitter
«Ο πατέρας μου είχε το πάθος της μεγάλης οικογένειας. Έξι αγόρια και ένα κορίτσι-έργο τέχνης». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

• Τι ήθελα να γίνω; Ένα πρόσωπο που να μην εξαρτάται από την εξουσία, με την οποία βρισκόμασταν απέναντι. Τα τρία επαγγέλματα που τότε ήταν στην πιάτσα ήταν γιατρός, δικηγόρος και μηχανικός. Επειδή ο αδελφός μου ο Σπύρος είχε περάσει στο Πολυτεχνείο, έκανε μαθήματα σ’ εμάς τους μικρότερους – εγώ, λοιπόν, και οι άλλοι «μαθητές» του περάσαμε στο Πολυτεχνείο. Επίσης είχα ένα προνόμιο που λειτούργησε θετικά, ήμουν το πιο δυνατό παιδί και αυτή η δύναμη με έκανε να είμαι δίκαιος, δεν άφηνα να γίνονται ζαβολιές. Δεν επέτρεπα να πειράζουν τους πιο αδύναμους, τους μικρόσωμους.

• Αν ξεκινήσουμε να μιλάμε για την αγάπη μου για τη μουσική, θα βάλουμε στην ιστορία τον αδελφό μου τον Γιάννη· από αυτόν επηρεάστηκα και ξεκίνησε και η αγάπη μου για το ρεμπέτικο. Στο σπίτι μας είχαμε ένα πολύ μεγάλο ραδιόφωνο, που μας το είχε αφήσει ο αδελφός της μάνας μου που ζούσε στην Αμερική – είχε έρθει στην Ελλάδα με την οικογένειά του, τους έπιασε εδώ ο πόλεμος και έφυγε ξανά στην Αμερική το 1945. Το βάζαμε κοντά στο παράθυρο και άκουγε όλη η γειτονιά ειδήσεις, έπαιζε και κανένα λαϊκό τραγουδάκι. Ο Γιάννης, λοιπόν, ήταν 15-16 χρονών και έβγαζε παράνομα ένα χειροποίητο περιοδικάκι, το «Ζιζάνιο», έγραφε εκείνος τους στίχους και το ζωγράφιζαν δύο συμμαθητές του – εγώ το έπαιρνα κρυφά και το διάβαζα. Ήταν και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου των υπαρξιστών που έστησε ο Σίμος Τσαπνίδης όταν τελείωσε το σχολείο, που ήταν σύλλογος κανονικός. Στην Παράγκα του Σίμου εμφανίστηκε πρώτη-πρώτη η Μπέλλου και με τον Γιάννη γίνανε κολλητοί. Ο Γιάννης έπιασε δουλειά ως δημοσιογράφος στην «Ακρόπολη» και την «Απογευματινή», μεγάλες τότε εφημερίδες, και έμεινε εκεί 40 χρόνια. Αργότερα συνάντησα την Μπέλλου ξανά σε ένα μαγαζί που τραγουδούσε. Πηγαίναμε παρέες από το Πολυτεχνείο και χάρη στον Γιάννη κάθε φορά τραγουδούσε στο τραπέζι μας.

• Όταν έγιναν οι εκλογές το 1961, ακούγαμε Θεοδωράκη που τον θαυμάζαμε πολύ. Τραγουδούσαμε φοβερά πράγματα, τον «Επιτάφιο». Είναι πολύ μεγάλος συνθέτης, παρά τις αντιπαραθέσεις που είχα μαζί του. Έφυγε ο Θεοδωράκης το 1962 και κάναμε εμείς με τον αδελφό του τον Γιάννη μια συνάντηση των φίλων του Θεοδωράκη σε μια ταβέρνα στη Φειδίου, στα Βαρέλια, και ήρθαν 150 άτομα. Κάναμε και δεύτερη συνεστίαση, όπου ήρθε και ο Μίκης, τον Ιανουάριο του 1962. Έφερε και τον Μπιθικώτση από τη Μυρτιά όπου τραγουδούσε με την ορχήστρα του. Ήμασταν μέσα στη μουσική – εγώ είχα μπει από πιο νωρίς, από τα 12, όταν μπήκα στη Φιλαρμονική της Φιλαδέλφειας και έπαιζα τούμπα. Δεν υπερηφανεύομαι, είχα καλές γνώσεις μουσικής.

• Τέλειωσα το Πολυτεχνείο, αλλά με άφησε στην ίδια τάξη ένας φασίστας καθηγητής, που η χούντα τον έκανε τότε πρόεδρο του Τεχνικού Επιμελητηρίου. Στο τρίτο έτος κάναμε Στατική, ένα μάθημα που, αν δεν το μάθαινες, δεν γινόσουν πολιτικός μηχανικός. Ο αδελφός μου μού έλεγε, «τρέξε, κάνε συνδικαλισμό, αλλά να μάθεις Στατική». Ήμουνα τόσο προσηλωμένος στο μάθημα, που τις σημειώσεις μου τις έκαναν βιβλίο και το μοιράσαμε στους σπουδαστές τζάμπα. Έκανα και τα βιβλία των επόμενων ετών, με μεγάλη προσοχή. Η μόνη πολιτική μου δράση είναι σε δυο περιόδους πολύ μικρές. Η πρώτη ήταν το 1961 μετά τις εκλογές. Από τη Φιλαδέλφεια είχαμε περάσει στο πανεπιστήμιο πενήντα παιδιά. Ήμασταν όλοι αντιδεξιοί και φτιάξαμε τη Νεολαία της ΕΔΑ, που εξελίχθηκε στην πιο μεγάλη νεολαία της Ελλάδας – ήμουν γραμματέας. Το βράδυ της κηδείας του Λαμπράκη έκανα πρόταση να μην ενταχθούμε στη Νεολαία Λαμπράκη. Και η οργάνωση της Φιλαδέλφειας δεν προσχώρησε ποτέ στη Νεολαία Λαμπράκη.

• Η δεύτερη ήταν το 1962· είχαμε αποφασίσει να κάνουμε για την Πρωτομαγιά μια εκδήλωση στη Φιλαδέλφεια, στο γήπεδο της ΑΕΚ, με τον Θεοδωράκη και με νέα παιδιά τότε, τη Φαραντούρη, τον Λοΐζο, τον Σαββόπουλο, τον Μαρκόπουλο, που ήταν στον Σύλλογο Φίλων Ελληνικής Μουσικής. Πρότεινα να βρούμε και τους παλιούς ρεμπέτες, αρχίσαμε να τους επισκεπτόμαστε και ένας-ένας δέχτηκαν να πάρουν μέρος. Τότε για πρώτη φορά γνώρισα τον Τσιτσάνη, τον Παπαϊωάννου, τον Χιώτη, τη Χρυσάφη – ο Μάρκος δεν έπαιζε το 1962, έτσι δεν τον βρήκαμε. Ο Θεοδωράκης έστειλε τότε ένα μήνυμα, «δεν θα ’ρθω». Πήγαμε όλοι και τον βρήκαμε, δέχτηκε, αλλά μετά τα γύρισε ότι είχε υποχρεώσεις με τον Κρίτα, τον μάνατζερ. Θύμωσα τότε πάρα πολύ, κάναμε να μιλήσουμε χρόνια, έτσι αυτή η εκδήλωση, που θα ήταν κάτι μοναδικό, δεν έγινε.

Παναγιώτης Κουνάδης Facebook Twitter
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Παναγιώτης Κουνάδης Facebook Twitter
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

• Θα σας πω πώς ματαιώθηκε η πρώτη ομιλία μου για το ρεμπέτικο στις 21 Απριλίου 1967 στον Σύλλογο Φοιτητών Νέας Φιλαδέλφειας. Είχα γράψει είκοσι-τριάντα σελίδες και το πρωί της μέρας που θα γινόταν η ομιλία πήγα να πάρω τηλέφωνο και ήταν νεκρό. Βάζω ραδιόφωνο, ακούω «περνάει ο στρατός», χούντα. Πήγα στο Πολυτεχνείο και ήταν εκεί ο Χρήστος Παπαδόπουλος, ο γιος του δικτάτορα, ένα καλό παιδί, που ήρθε και μου είπε «πάρε αυτό το τηλέφωνο, είναι του σπιτιού, να το έχεις γιατί θα σε πιάσουνε», και μου έβαλε ένα χαρτάκι στην τσέπη. Κρυβόμουνα για έναν μήνα αλλά με πιάσανε, με πήγαν στον Καραπαναγιώτη, έφεραν τον φάκελό μου, με ρωτούσε, δεν απαντούσα. Έβγαλα το χαρτάκι με το τηλέφωνο και πήρα και στην εφημερίδα για να μιλήσει ο αδελφός μου στον Σάββα Κωνσταντόπουλο, τον θεωρητικό της χούντας, να με αφήσουν. Τελικά με άφησαν γιατί ο Κραβαρίτης, αυτός ο σκληρός βασανιστής, υπηρετούσε στον στρατό με αξιωματικό τον αδελφό μου τον Βαγγέλη. Ο Κραβαρίτης ήταν αυτός που μου έβγαλε το διαβατήριο για να φύγω έξω, απίστευτα πράγματα.

• Έφυγα στο Παρίσι την τελευταία μέρα προτού παρουσιαστώ στον στρατό. Ήταν εκεί ο αδελφός μου ο Ζάκης και έπρεπε να γραφτώ σε μια σχολή για να πάρω αναβολή λόγω σπουδών. Τελικά τα καταφέραμε και φύγαμε μαζί με τη γυναίκα μου – είχα εν τω μεταξύ παντρευτεί με την Ελισάβετ, το κορίτσι μου, αλλιώς δεν θα ερχόταν μαζί μου. Πώς φτάσαμε στο Παρίσι; Στον Πειραιά ήταν το «Μεσόγειος», ένα κρουαζιερόπλοιο όπου ήταν μαρκόνης ο Νίκος Καββαδίας. Ξανάδα έτσι και τον Καββαδία, που όταν έφτανε στην Αθήνα κάναμε βραδιές με αυτόν και τον Ρήγα Καπάτο. Βγήκαμε σε ένα λιμάνι στην Ιταλία και με ένα εμπορικό τρένο φτάσαμε στο Παρίσι μέσα στον Μάη του ’68. Ο αδελφός μου και κάτι άλλοι είχαν καταλάβει τότε το ελληνικό περίπτερο και κοιμηθήκαμε κι εμείς εκεί. Εκεί έγινε και η πρώτη ομιλία για το ρεμπέτικο· ήταν ο Φέρρης, θυμάμαι, ο Θεοφίλου, ο Στάθης Δαμιανάκος, που έγραψε την Κοινωνιολογία του ρεμπέτικου.

• Στο Παρίσι καθίσαμε πέντε χρόνια. Βρήκα εύκολα δουλειά, έπαιρνα καλά χρήματα και είχα γραφτεί σε τρεις σχολές, σπούδαζα Πολεοδομία, Οικονομικά και Εθνομουσικολογία. Στο Παρίσι συνδεθήκαμε με όλους τους Έλληνες και με όλες τις οργανώσεις και είχαμε και μια ομάδα ισχυρή με την οποία κάναμε συναντήσεις γύρω από το ρεμπέτικο. Είχα αγοράσει πεντακόσιους δίσκους και τους έφερα όταν επέστρεψα, μαζί με ένα Σιτροέν βάτραχο και μια κόρη, την Ελίτα. Πες μου, ποιος πήγε να σπουδάσει έξω και έφερε τόσα πράγματα;

Παναγιώτης Κουνάδης Facebook Twitter
«Τι ήθελα να γίνω; Ένα πρόσωπο που να μην εξαρτάται από την εξουσία». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

• Το 1972 είχα υποστεί σοκ γιατί εκείνη τη χρονιά πέθαναν ο Βαμβακάρης, ο Παπαϊωάννου, ο Χιώτης, ο Μάτσας, ο Παγιουμτζής στην Αμερική και δυο-τρεις ακόμα. Είπα «θα γυρίσουμε κι ας είναι χούντα». Σκέφτηκα: «Θα πεθάνουν και δεν θα προλάβω κανέναν να μιλήσει». Έτσι, επέστρεψα στην Ελλάδα το 1973. Δούλευα ως πολιτικός μηχανικός και την υπόλοιπη μέρα έκανα επισκέψεις στους παλιούς ρεμπέτες, που είχα αρχίσει να τους καταγράφω. Μέχρι σήμερα έχω επιμεληθεί 153 δίσκους και CD με υλικό από το αρχείο μου. Θεώρησα εξαρχής ότι πιο σημαντικό από τους δίσκους ήταν να βρούμε αυτούς που έκαναν το ρεμπέτικο. Ήδη από το 1964 είπα να βρούμε τον Βαμβακάρη. Πήρα το μαγνητόφωνο του αδελφού μου και μαζί με τον Νέαρχο Γεωργιάδη άρχισα να μαγνητοφωνώ τον Μάρκο, από το 1964 μέχρι το 1967. Κολλήσαμε στον Μάρκο γιατί δεν πίστευες ότι ένας άνθρωπος της Δ΄ Δημοτικού έχει τέτοια αφηγηματικότητα. Επισκεπτόμασταν τότε και τον Μπάτη, τον Κερομύτη, τον Παγιουμτζή, τη Ρόζα. Αυτά μέχρι τη χούντα. Αυτό το υλικό το πήρε ο Νέαρχος στην Κύπρο, αλλά έγινε η εισβολή, μπήκαν στη Μόρφου, πήραν το σπίτι του, πάει και το υλικό, 20-30 ώρες αφήγησης του Βαμβακάρη. Εγώ όταν ήμουν στο Παρίσι μιλούσα με τον Μάρκο στο τηλέφωνο και κάποια στιγμή βγήκε ένα μαγνητόφωνο Siemens, το αγόρασα και λέω στη γυναίκα μου «πάρ’ το και πήγαινε στην Ελλάδα και βρες τον Μάρκο». Έτσι κι έγινε και διασώσαμε πέντε-έξι πολύ καλές αφηγήσεις του. Από τις αφηγήσεις αυτές, η πιο ωραία είναι της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου – και του Στελλάκη Περπινιάδη είναι καταπληκτική. Μπορεί κάποιος σήμερα να τις ακούσει, τις έχουμε ανεβάσει στο αρχείο. Όταν επέστρεψα στην Ελλάδα, συνάντησα μερικά πρόσωπα που δεν τα είχε αναζητήσει ποτέ κανένας, αγνοούσαν την ύπαρξή τους: τον Τζον Μηλιάρη και τον Χρήστο Τσαγκαράκη. Ένα θα σας πω: η τριάδα Μηλιάρης - Σαβαρής - Λυσιέν (Μηλιάρης) έχουν ηχογραφήσει 200 τραγούδια, από όπερα μέχρι χασικλίδικα.

• Παράλληλα με αυτό το υλικό, άρχισαν να μαζεύονται και οι δίσκοι. Το καλοκαίρι του ’73 πήγα διακοπές στη Μυτιλήνη και διαπίστωσα ότι ήταν ένα παρθένο έδαφος. Γύρισα 47 χωριά και μάζεψα 1.200 επιλεγμένους δίσκους, έτσι έγινα ο πρώτος και ο πιο μεγάλος συλλέκτης ρεμπέτικων. Αυτή η πρώτη παρτίδα είχε μόνο ρεμπέτικα, μετά μάζευα και δημοτικά και ελαφρά. Μεγάλος συλλέκτης ήταν και ο Ανδρέας Κρόκος. Κάποια στιγμή με πήρε και μου είπε «πουλάω τη συλλογή μου» – μάζεψα τα λεφτά και την αγόρασα. Με αυτά τα κομμάτια, που ήταν 1.000, μαζεύτηκαν 4-5.000 δίσκοι – σήμερα έχουμε 10.000. Από μια δισκογραφία που αρχίζει με 8 τραγούδια τα οποία ηχογραφήθηκαν στην Αμερική το 1897, από τον Μιχάλη Αραχτίντζη, ένας δίσκος έχει βρεθεί, με ένα-δυο λαϊκά ελληνικά. Αυτόν τον δίσκο τον είχε o Hugo Strötbaum, ο Ολλανδός φίλος μου, που πέθανε πριν από έναν μήνα. Ήταν καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης και έχει κάνει πολύ σοβαρή δουλειά, μας έχει δώσει πληροφορίες πολλές από τα αρχεία της ΕΜΙ στην Αγγλία κ.λπ.

• Από εκεί και μετά αρχίζει η δισκογραφία στην Αμερική χαλαρά και η μεγάλη παραγωγή αρχίζει στην Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη από το 1905-6 μέχρι το 1912 που άρχισε ο πόλεμος – πρέπει να έχουν γραφτεί και 2.000 δίσκοι. Από αυτούς έχουμε μαζέψει τους πιο πολλούς, πρώιμα ρεμπέτικα και ελαφρά και επιθεωρησιακά τραγούδια. Στην Αμερική η μεγάλη άνθηση παρατηρήθηκε από 1916 μέχρι το 1930, με την κυρία Κούλα πρώτη-πρώτη το 1917, μια φοβερή γυναίκα που έκανε μετά και δική της εταιρεία. Ακολούθησαν η Παπαγκίγκα, ο Δημητριάδης, ο Κατσαρός.

• Ο συλλέκτης που είναι μόνο συλλέκτης πάσχει από ασθένεια βαριά. Εγώ σε 750 ώρες εκπομπών στο ραδιόφωνο έβγαλα 7.500 χιλιάδες τραγούδια. Αυτό ήθελα να κάνω, να τα διαδώσω. Έτσι, το 2008 ιδρύθηκε το Κέντρο Έρευνας και Μελέτης της Ελληνικής Δισκογραφίας που έχει στόχο τη συλλογή, ταξινόμηση, έρευνα, καταγραφή, μελέτη, διάσωση και διάδοση των τραγουδιών και της εν γένει μουσικής των Ελλήνων, καθώς και οποιασδήποτε σχετικής πληροφορίας. Αυτό το αρχείο αποτελείται από σπάνιο υλικό, το οποίο με κεντρικό άξονα τη μουσική αποτυπώνει ποικιλοτρόπως και σε διαφορετικά πεδία την πορεία του ελληνισμού –εντός και εκτός Ελλάδας– κυρίως τον 20ό αιώνα, με έμφαση στην περίοδο 1900-1960. Όλα αυτά τα χρηματοδοτούσα μόνος μου. Μπήκε σε αυτή την ιστορία και ο Λεονάρδος Κουνάδης, ο ανιψιός μου, που κρατάει το αρχείο, κάνει σοβαρή δουλειά και σχεδιάζει και πολύ σοβαρά πράγματα για το μέλλον. Πήραμε κάποια λεφτά από το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος και καταφέραμε να ψηφιοποιήσουμε το αρχείο, που είναι ανοιχτό στο κοινό. Για μένα αυτό είναι πολύ αισιόδοξο, γιατί είμαι σε μια ηλικία που σκέφτομαι πώς θα γίνει καλή χρήση του αρχείου και μετά από εμένα.

Παναγιώτης Κουνάδης Facebook Twitter
Ο Κατσαρός συζητά με τον Κουνάδη. Φωτ.: Φωτογραφικό Αρχείο Αργύρη Μπακιρτζή
Παναγιώτης Κουνάδης Facebook Twitter
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Παναγιώτης Κουνάδης Facebook Twitter
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

• Είναι απλό να καταλάβεις την αξία του ρεμπέτικου τραγουδιού: είναι ωραία τραγούδια που τα έγραψαν σπουδαίες προσωπικότητες. Πάρε για παράδειγμα τον Τούντα: δεν μπορεί κανείς να φανταστεί ότι αυτός ο τόσο μορφωμένος αστός, από την πλούσια οικογένεια, έγραψε την «Κουβέντα με το Χάρο», που λέει «τον Χάρο τον αντάμωσαν πέντε έξι χασικλήδες», αυτό το συγκλονιστικό τραγούδι. Μάλιστα, ήταν αγαπημένο του Χρήστου Λαμπράκη. Μου το είπε σε μια πρόβα, όταν το 2008, αυτός, που ήταν άνθρωπος της όπερας, έβαλε το ρεμπέτικο στο Μέγαρο και κάναμε μια καταπληκτική βραδιά. Απίστευτα πράγματα.

• Η καλύτερή μου φίλη ήταν η κόρη του Τούντα, η Ιωάννα, που μου εμπιστεύτηκε και τα δυο μαντολίνα του, που είναι μεγάλης αξίας, κατασκευασμένα από τον μεγαλύτερο κατασκευαστή μαντολίνων των αρχών του 20ού αιώνα. Μέσα στα χρόνια βρήκα τους απογόνους και τις οικογένειες αυτών των ανθρώπων, συνδεθήκαμε και εμπιστεύτηκαν στο αρχείο σπάνια όργανα, σπάνια προσωπικά αντικείμενα. Ασχολούμαι και με την ιστορία της μουσικής, από τον Αριστόξενο, τον Αλ-Φαράμπι, τον Αρχύτα μέχρι σήμερα.

• Εγώ ένα θέλω να σας πω: από όλους αυτούς που γνώρισα και τους απογόνους τους, με μια-δυο εξαιρέσεις μόνο, όλοι ήταν καλοί άνθρωποι. Θα σας πω ένα παράδειγμα για να εξηγήσω τον χαρακτήρα των ανθρώπων. Ο Τούντας αναλαμβάνει τη διεύθυνση της Οντεόν το 1923-1924. Το 1930 οι ιδιοκτήτες της, Αμπαρβανέλ και Μπενβενίστε, αποφασίζουν να αλλάξουν διευθυντή και παίρνουν τον Μίνω Μάτσα, που ήταν νέο παιδί, 27 χρονών, είχε κάνει Οικονομικά και είχε γράψει και τραγούδια με τον Χατζηαποστόλου και τον Τούντα. Τον Τούντα τον πήρε ο Λαμπρόπουλος στην Κολούμπια. Αν και ήταν ανταγωνιστικές εταιρείες, πολλά τραγούδια του Τούντα σε πρώτη εκτέλεση τα έδιναν και υπάρχουν στον Μάτσα. Αυτό το ξέρουν λίγοι και συνέβη γιατί οι σχέσεις μεταξύ τους ήταν ανθρώπινες· αν συνέβαινε σήμερα αυτό, θα σκότωνε ο ένας τον άλλο.

• Για μένα ο Τούντας είναι ο σημαντικότερος συνθέτης όλων των εποχών στο λαϊκό τραγούδι. Σε επίπεδο μελωδίας, γνώσεων, ο χειρισμός που έκανε στις κλίμακες ήταν μοναδικός. Θυμάμαι, βάλαμε με τη Χαρούλα, που είναι μεγάλη τραγουδίστρια, τρία τραγούδια του Τούντα στα «Τσίλικα». Αυτά τα τραγούδια έχουν τόσο δύσκολες κλίμακες, που η Χαρούλα, το θηρίο, έκανε δέκα με έντεκα ώρες πρόβα για να τα πει, γιατί αυτή η μουσική ήταν άλλη γλώσσα. Όταν ρώτησα τη Ρόζα «τον γνώρισες τον Τούντα;», είπε «ναι, τον έβλεπα τότε που πηγαίναμε λίγο πριν για να μάθουμε το τραγούδι». Αυτή την άλλη γλώσσα η Ρόζα την ήξερε.

Παναγιώτης Κουνάδης Facebook Twitter
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

• Ένας από τους γλυκύτερους ανθρώπους που γνώρισα ήταν ο Κώστας Τζόβενος. Είχε την εμπειρία του αρχηγού, από το 1926 μέχρι το 1940 ήταν πρόεδρος του σωματείου των μουσικών. Του είχα βάλει δυο τραγούδια στα «Τσίλικα» και όταν βγήκε ο δίσκος της Χαρούλας που πούλησε 100.000 αντίτυπα τον πήγα στην ΑΕΠΙ, που τον είχαν για πεθαμένο, να του δώσουν 500.000 δραχμές. Αυτός ήταν περίπτωση. Όταν παντρεύτηκε, το 1940, του είπε η γυναίκα του «ή εγώ ή το πάλκο». Και σταμάτησε να εμφανίζεται.

• Ο Τσιτσάνης ήταν θεός, όσα έλεγαν ήταν κουτσομπολιά, επειδή τον ζήλευαν. Δεν άφηνε κανέναν ο Τσιτσάνης χωρίς λεφτά. Τον λέγανε τσιγκούνη, αλλά έδινε σε όποιον είχε ανάγκη, στα παλιά του τα παπούτσια τα λεφτά. Λέγανε «ζει στη Γλυφάδα»· όταν πήρε ένα κτηματάκι προπολεμικά εκεί, ούτε αλεπούδες δεν περνούσαν. Δεν υπάρχει συνθέτης στον πλανήτη να έχει 600 μελωδίες πρωτότυπες. Ένα μόνο παλιό τραγούδι έχει πάρει, το «Βάρκα γιαλό». Ένα ελάττωμα είχε, δεν ήταν εύγλωττος όπως ο Μάρκος ή ο Κατσαρός, που λες όταν τον ακούς, «τι ελληνικά μιλάει», δεδομένου ότι δεν ξέρει να γράφει και να διαβάζει.

cover
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

• Είχα την τύχη να γνωρίσω τον μόνο ρεμπέτη που ήταν στο ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ, τον Ορφέα Κρεούζη, έναν τραγουδιστή που λόγω εξορίας και φυλακής έγραψε μόνο δέκα τραγουδάκια, αλλά βάλε το «Ηλιοβασίλεμα σωστό» να ακούσεις, μια φωνή που θα πεις «τι είναι αυτό το πράγμα». Το 1959 έφυγε για το Παρίσι και έκανε καριέρα εκεί – τον βρήκε ο Χατζιδάκις και του έδωσε τραγούδια. Αυτόν τον άνθρωπο τον βρήκα από τον ανιψιό του και η μόνη συνέντευξη που έχει δώσει είναι στο αρχείο μας. Λέει ότι «ο Μάρκος Βαμβακάρης ήταν για εμάς κάτι παραπάνω από πατέρας, ό,τι πρόβλημα και να είχαμε μάς βοηθούσε». 

• Οι ρεμπέτες συνθέτες γράψανε για τις γυναίκες τραγούδια που δείχνουν ότι ήθελαν την ανεξαρτησία τους, να μη τις δυσκολεύουν οι άντρες. Η Μπέλλου ήταν μάγκας, από τις παλιές που γνώρισα, η Ρόζα ήταν ένα αγαθό πλάσμα. Αυτές οι γυναίκες ήταν συντηρητικές ερωτικά οι περισσότερες, παντρεύτηκαν έναν άντρα, γιατί τότε, σε εκείνες τις εποχές, αν σου έβγαινε το όνομα, δύσκολα το μάζευες. Δεν είχανε την πουτανιά επάνω τους. Γενικά, από ό,τι έχω συζητήσει με τους άντρες μουσικούς, ήταν σεβαστές οι γυναίκες, αυτές οι μεγάλες τραγουδίστριες είχαν κυριαρχήσει σε επίπεδο καθημερινότητας, τις σεβόντουσαν. Με απασχόλησε η παρουσία τους στο ρεμπέτικο. Στο θέατρο Αγγέλων Βήμα κάνουμε κάθε Σάββατο την παράσταση Ρεμπέτισσες ψυχές για τις γυναίκες του ρεμπέτικου. Συμμετέχω εκεί ως ερευνητής και λέω ιστορίες. Ακόμα και εγώ, που η ζωή μου περιστρέφεται διαρκώς γύρω από αυτό το θέμα, κάθε φορά διαπιστώνω πόσο απίθανη είναι η ιστορία των ρεμπέτικων, όσο και η διείσδυσή τους σε απίθανους ανθρώπους.

vmrebetiko.gr

Βρείτε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση «Ρεμπέτισσες ψυχές» εδώ.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Μουσική
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Κύριε, δεν είμαι κελεπουράκι, είμαι για τον εαυτό μου»: η Σωτηρία Μπέλλου με δυο λόγια περιγράφει πώς έγινε τραγουδίστρια

Μια συναρπαστική αφήγηση / «Κύριε, δεν είμαι κελεπουράκι, είμαι για τον εαυτό μου»: η Σωτηρία Μπέλλου με δυο λόγια περιγράφει πώς έγινε τραγουδίστρια

Η μεγάλη λαϊκή τραγουδίστρια περιγράφει στον Ηλία Πετρόπουλο τη σημαδιακή εκείνη μέρα του '45 που κατέβηκε στενοχωρημένη σε ένα ταβερνάκι στα Εξάρχεια και έγινε τραγουδίστρια αυτοστιγμεί.
ΣΤΑΘΗΣ ΤΣΑΓΚΑΡΟΥΣΙΑΝΟΣ
Γιώργος Κατσαρός: Ένας ρεμπέτης, φαινόμενο μνήμης και αντοχής

Ντοκιμαντέρ / Γιώργος Κατσαρός: Ένας ρεμπέτης, φαινόμενο μνήμης και αντοχής

Το ντοκιμαντέρ «Στην Αμερική σαν πήγα» των Αργύρη Θέου και Άγγελου Κοβότσου αφηγείται τη συναρπαστική ιστορία του Έλληνα μουσικού και παράλληλα την ιστορία του ρεμπέτικου τραγουδιού και συνολικά των Ελλήνων μεταναστών και της ομογένειας.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Χάρις Αλεξίου

Οι Αθηναίοι / Χάρις Αλεξίου: «Ένα καθαρό σπίτι θέλω να είμαι, γεμάτο ζωή και αίσθημα»

Από το δημοτικό τραγούδι, στο «Δι' ευχών», στην «Οδό Νεφέλης», ως τις μεγάλες περιοδείες στην άκρη του κόσμου, η φωνή της δεν άφησε κανέναν ασυγκίνητο. Κι αν σήμερα την έχει κερδίσει το θέατρο και η τηλεόραση, αυτό δεν αλλάζει ούτε στο ελάχιστο την ιστορία που έχει γράψει στο ελληνικό τραγούδι. Η Χάρις Αλεξίου αφηγείται τη ζωή της στη LiFO.
M. HULOT
Argonauts: DJ set σε πρωτότυπα μέρη με ιστορία σε όλη την Ελλάδα

Μουσική / Οι Argonauts κάνουν live sessions στα πιο όμορφα μέρη της Ελλάδας

Ο Nicholas Vibes έφτιαξε ένα πρότζεκτ μοναδικό στην Ευρώπη. Στόχος του είναι να αναδείξει την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας μέσα από την ηλεκτρονική μουσική, και να οργανώσει ένα μεγάλο event στην Ακρόπολη.
M. HULOT
Ντίσκο εκ του ασφαλούς από τον Χάρι Στάιλς

Μουσική / Ο νέος Χάρι Στάιλς δεν είναι κακός, είναι απλώς βαρετός

«Τα περισσότερα tracks στο "Kiss all the time. Disco, occasionally" κυλούν χλιαρά, εγκλωβισμένα σε μια ευγενική, σχεδόν υπνωτιστική μετριοπάθεια. Τίποτα δεν είναι πραγματικά κακό, αλλά τίποτα δεν είναι και αρκετά καλό και αξιομνημόνευτο»
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Γιώργος Κατσαρός: Ένας ρεμπέτης, φαινόμενο μνήμης και αντοχής

Ντοκιμαντέρ / Γιώργος Κατσαρός: Ένας ρεμπέτης, φαινόμενο μνήμης και αντοχής

Το ντοκιμαντέρ «Στην Αμερική σαν πήγα» των Αργύρη Θέου και Άγγελου Κοβότσου αφηγείται τη συναρπαστική ιστορία του Έλληνα μουσικού και παράλληλα την ιστορία του ρεμπέτικου τραγουδιού και συνολικά των Ελλήνων μεταναστών και της ομογένειας.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ