Έχουν περάσει πάνω από είκοσι χρόνια κι όμως υπάρχουν άνθρωποι που μιλούν ακόμα με ατάκες «Απαράδεκτων». Ζουν ανάμεσά μας. Για την ακρίβεια, είμαι ένας απ' αυτούς.


Λόγω ηλικίας, ήταν η πρώτη μου τηλεοπτική επαφή με κάτι στ' αλήθεια χιουμοριστικό. Ο ιδιότροπος Γιάννης, η αφελής Δήμητρα, ο αριστερός Σπύρος, ο φευγάτος Βλάσσης, ο συμφεροντολόγος Βασίλης, η κενή Ρένια, είναι μακράν οι πιο εύστοχοι χαρακτήρες που έχω συναντήσει ποτέ στην τηλεόραση (όχι μόνο την ελληνική), ακριβώς επειδή τους συναντάω συχνά-πυκνά και έξω από αυτή.


Η σειρά σηματοδοτεί το καθοριστικό σημείο όπου το αθώο χιούμορ της παλιάς ελληνικής ταινίας μετουσιώθηκε σε κάτι που σου έκλεινε το μάτι χωρίς να χάσει την αθωότητά του. Αυτό πέτυχαν οι «Απαράδεκτοι» - τουλάχιστον στο βαθμό που μπορούσε να σηκώσει η ελληνική τηλεόραση, η οποία δεν σήκωσε ποτέ για μεγάλο διάστημα, ας πούμε, το βάρος ενός καλλιτέχνη όπως ο Πανούσης. Και βέβαια επρόκειτο για ένα αεράκι που θα καταλάγιαζε σύντομα. Αφενός γιατί οι σειρές άρχισαν να ανακυκλώνουν τα ίδια θέματα και αφετέρου γιατί η ιδιωτική τηλεόραση γενικώς έχασε την αθωότητά της. Πέσανε χοντρά λεφτά και την πλάκωσαν.


Οι «Απαράδεκτοι» δεν προσπαθούν να σε κάνουν να γελάσεις. Το σενάριο της Παπαδοπούλου δεν κυνηγάει την περισπούδαστη ατάκα, βγάζει γέλιο μέσα από τα αστεία που προκύπτουν σε μια παρέα, αστεία που αν κάτσεις να τα γράψεις στο χαρτί ως επί το πλείστον δε στέκουνε.


Προσωπικά, μέχρι σήμερα, όταν είμαι στεναχωρημένος το χιούμορ των «Απαράδεκτων» είναι ο πιο σύντομος τρόπος για να φτιάξει το κέφι μου. Και δεν είμαι ο μόνος: Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, το επεισόδιο «Θα τον φάω τον Παρασκευά» (με guest star τον Κωνσταντίνο Τζούμα) μετράει στο youtube περισσότερες από 117.000 προβολές.