Οι Aphrodite’s Child υπήρξαν μία από τις κορυφαίες μπάντες του ευρωπαϊκού rock. Για δυόμισι χρόνια (από τα μέσα του ’68, έως περίπου τα τέλη του ’70) ο Βαγγέλης Παπαθανασίου, ο Ντέμης Ρούσσος και ο Λουκάς Σιδεράς πρωταγωνιστούσαν με τα τραγούδια τους σε όλη την Ευρώπη, γνωρίζοντας τεράστια εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία. Με αφορμή τον απροσδόκητο θάνατο του μεγάλου τραγουδιστή τους Ντέμη Ρούσσου, ας θυμηθούμε τη διαδρομή τους…

 

Η πρώτη φορά που ακούστηκε κάτι για το… αγέννητο ακόμη Παιδί της Αφροδίτης ήταν τον Ιανουάριο του 1967 στο τεύχος 73 των Μοντέρνων Ρυθμών (Μ.Ρ.). Ο Νίκος Μαστοράκης έγραφε:

«Το πρώτο εξαγώγιμο ελληνικό συγκρότημα άρχισε να σχηματίζεται, σαν σκίτσο, μέσα στο δυναμικό της MplusM (σ.σ. εταιρεία του Μαστοράκη). Η αρχή του δεν ήταν καθόλου θορυβώδης, αλλά δημιούργησε ένα σωρό φασαρίες. Πριν απ’ όλα γιατί ο Ντέμης των WeFive, έφυγε από το συγκρότημα, ακριβώς για να προσχωρήση στο καινούργιο φρούτο. Βεβαίως η προσπάθεια είχε φόντα. Είχε μία εγγύησι που την λένε Βαγγέλη Παπαθανασίου, και κάθε μουσικός θα εγκατέλειπε τα πάντα προκειμένου να παίξη με τον Βαγγέλη. Τόσον καιρό μόνος του, ο Παπαθανασίου φορμάρισε ένα είδος μουσικής κι ένα ήχο, που θα μπορή άνετα ένα δικό μας συγκρότημα να παρουσιάση στο εξωτερικό, ακόμη και μπροστά στο πιο δύσκολο κοινό. Έτσι το συγκρότημα-βόμβα του 1967 προχωρεί με πολύ γρήγορο ρυθμό. Ο Βαγγέλης είναι λήντερ και τα δύο μόνα γνωστά μέλη του είναι ο Ντέμης μπάσο, τραγούδι και… τρομπέτα και ο Λουκάς Σιδηράς [sic]».

 

Το «Marie Jolie» είναι ίσως η ωραιότερη μπαλάντα των Aphrodite's Child. Σύνθεση του Παπαθανασίου σε στίχους του Francis, δίνει τη δυνατότητα στον Ντέμη Ρούσσο για μιαν ακόμη εντυπωσιακή ερμηνεία, προαναγγέλοντας αν θέλετε το ύφος των τραγουδιών της προσωπικής καριέρας του.


Η πρώτη δισκογραφική εμφάνιση της… Orchestra di Vag. Papathanassiou ήταν στο 45άρι της Ζωής Κουρούκλη (ως Zoe) «Ciao amore, ciao/ Non pensare a me» [Pan-Vox], που κυκλοφόρησε την άνοιξη του ’67. Στο τεύχος 87 των Μ.Ρ. (Αύγουστος του ’67) πάλι ο Μαστοράκης γράφει για κάποιο τρίο του Βαγγέλη Παπαθανασίου ονόματι Last Five, ενώ λίγο πιο κάτω στο ίδιο τεύχος γίνεται λόγος για τον Βαγγέλη Παπαθανασίου που… «παίζει με το δικό του τρίο κάθε βράδυ στο μπαρ Γκάλαξυ συνοδεύοντας τη νέγρα τραγουδίστρια Βάιολετ Μάυ και την Βίλμα (σ.σ. Λαδοπούλου) σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία».

 

Δύο μήνες αργότερα (Οκτώβριος ’67) στο τεύχος 90 των Μ.Ρ. ο Παπαθανασίου, απογοητευμένος μάλλον από την πορεία των γκρουπ, δηλώνει: «Δεν σκοπεύω να ξανασχηματίσω άλλο συγκρότημα. Θα συνεχίσω μόνος την καριέρα μου, ίσως φύγω σύντομα για την Αγγλία». Παρά ταύτα το τρίο (Παπαθανασίου, Ρούσσος, Σιδεράς), που έχει μετατραπεί εν τω μεταξύ σε κουαρτέτο με την προσθήκη του κιθαρίστα Αργύρη Κουλούρη, εξακολουθεί να εμφανίζεται στο Galaxy του Hilton, όπως διαβάζω στο τεύχος 92 των Μ.Ρ. (Νοέμβριος ’67).

 

 

 

Τον Δεκέμβριο κάνει την εμφάνισή του στην Ελληνοαμερικανική Ένωση ένα ακόμη (τζαζ) σχήμα αποτελούμενο εκ των Βαγγέλη Παπαθανασίου πιάνο, Χάρη Χαλκίτη μπάσο και Γιώργο Λαβράνο ντραμς. Στις αρχές του ’68 κανένα από αυτά τα συγκρότημα δεν φαίνεται να υπάρχει. Ο Ντέμης Ρούσσος παίζει με την ορχήστρα του Γεράσιμου Λαβράνου, ενώ ο Παπαθανασίου βρίσκεται στο Λονδίνο προς αναζήτηση προοπτικών. Από το τεύχος 99 των Μ.Ρ. (Φλεβάρης ’68) μαθαίνουμε πως… «Ο Βαγγέλης Παπαθανασίου επέστρεψε από το Λονδίνο και ετοιμάζει ένα νέο συγκρότημα που σύντομα αρχίζει εμφανίσεις σε γνωστά κοσμικά κέντρα».

 

Τέλη Φεβρουαρίου του 1968 το συγκρότημα είναι έτοιμο και είναι τετραμελές (Παπαθανασίου, Ρούσσος, Σιδεράς, Κουλούρης), παίρνοντας μέρος στην ηχογράφηση του άλμπουμ του Γιώργου Ρωμανού «In Concert & In the Studio» [Zodiac] –πιθανώς το LP να κυκλοφόρησε τον Μάιο του ’68, ή και λίγο πιο μετά– με τον Αργύρη Κουλούρη να μένει στην Ελλάδα προκειμένου να εκπληρώσει τις στρατιωτικές υποχρεώσεις του και τους υπόλοιπους τρεις να φεύγουν με προορισμό το Λονδίνο (εκεί που είχε προλειάνει το έδαφος ο Παπαθανασίου).

 

 

 

Κάποια γραφειοκρατικά προβλήματα εμποδίζουν το πέρασμα του γκρουπ στην Αγγλία και λόγω των γενικών απεργιών που δοκίμαζαν τότε τη Γαλλία το συγκρότημα «κολλάει» στο Παρίσι (μέσα στα γεγονότα του Μάη), ξεκινώντας από ’κει μιαν αναπάντεχη καριέρα. Δεν είμαι σίγουρος πότε ακριβώς ηχογραφήθηκε στην Αθήνα και με τη συμμετοχή του Αργύρη Κουλούρη (στις αρχές του ’68 πάντως) το demo με τα τραγούδια τους «Plastics nevermore» και «The other people», που βγήκε σε 45άρι μόνο στην Αμερική [Philips] και που αποτέλεσε το… βιογραφικό τους, αλλά το «Rain and tears/ Don’t try to catch a river» [FR. Mercury] ήταν το δισκάκι από το οποίο ξεκίνησαν όλα.

 

Πάντως, όνομα το γκρουπ απέκτησε ως φαίνεται στην Αμέρικα, αφού στο 45άρι της Philips πρωτοεμφανίστηκε το… Aphrodite’s Child. Πώς; Πιθανώς ο παραγωγός τής Mercury (στον ίδιο όμιλο ανήκε και η Philips) Lou Reizner (ή κάποιος συνεργάτης του τέλος πάντων) να επιλήφθηκε του θέματος βαφτίζοντας το γκρουπ με τον τίτλο ενός τραγουδιού του Dick Campbell, που υπήρχε στο άλμπουμ «Sings Where It’s At» [USA. Mercury, 1966]. Παρένθεση. Ο Campbell εξηλέκτριζε το folk α λα Bob Dylan και στο LP του συμμετείχαν οι Mike Bloomfield, Paul Butterfield, Mark Naftalin, Sam Lay, Pete Cetera και διάφοροι άλλοι! Κλείνει η παρένθεση.

 

 


Το συγκρότημα φθάνοντας στο Παρίσι τον Μάιο του ’68 (πιθανώς και δίχως να γνωρίζει το όνομά του), πέφτει συν τω χρόνω στα χέρια της παραγωγής. Τους βρίσκουν, τους ανακαλύπτουν, κάποιοι executives είναι μιλημένοι από τις μητρικές εταιρείες; Αυτά λίγη σημασία έχουν, όταν οι επαγγελματίες πιάνουν δουλειά και παράγουν, αμέσως, αποτελέσματα. Ο παραγωγός τής Philips Pierre Sberro τους προτείνει να ηχογραφήσουν ένα κομμάτι που να βασίζεται σ’ έναν δημοφιλή κανόνα ενός οργανίστα του μπαρόκ από τον 17ον αιώνα, του Γερμανού Johann Pachelbel.

 

Και όντως. Το «Rain and tears» ως σύνθεση δεν είναι άλλο από μια διασκευή τού «Canon in D major» του Pachelbel, με τους στίχους φυσικά του Boris Bergman. Το κομμάτι ήταν εντυπωσιακό. Ο Παπαθανασίου ήταν στο στοιχείο του στα πλήκτρα, ο Ρούσσος τραγουδούσε με την άνεση που του παρείχε η φωνάρα του, ο Σιδεράς κρατούσε ωραία το ρυθμό, η παραγωγή τα έχωσε προσθέτοντας έγχορδα, φωνές και δεν ξέρω τι άλλο ακόμη. Το τραγούδι, που κυκλοφόρησε τον Μάιο του ’68 (είναι ένα από τα… hits του γαλλικού Μάη δηλαδή) τραγουδιόταν το καλοκαίρι και το φθινόπωρο εκείνης της χρονιάς σ’ ολόκληρο τον κόσμο (Γαλλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Ελλάδα, Δυτική Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία, Νορβηγία, Τουρκία, Γιουγκοσλαβία, Αυστραλία, Βραζιλία, Μεγάλη Βρετανία, Περού, Νότια Αφρική, Ροδεσία, Καναδάς, ΗΠΑ, Ιαπωνία, Καμπότζη, Πορτογαλία, Ισραήλ, Ιράν…), καταλαμβάνοντας πολύ υψηλές θέσεις στα περισσότερα από τα τοπ. Πλέον, ο δρόμος ήταν ανοιχτός.

 

 

 

Τον Νοέμβριο του ’68 κυκλοφορεί το πρώτο LP τους «End of the World/Rain & Tears» [FR. Mercury] και λίγο αργότερα, τέλη ’68-αρχές ’69, το 45άρι «End of the world/ You always stand in my way» [FR. Mercury], που και αυτό καταγράφει μεγάλη επιτυχία. Το άλμπουμ έβγαλε άλλο ένα 45άρι, που πέρασε απαρατήρητο, το «Valley of Sadness/ Mister Thomas» [FR. Mercury], αλλά εκεί που πρέπει να σταθεί κανείς είναι στο LP… και πιο ειδικά στα ψυχεδελικά διαμάντια «The grass is no green» και «Day of the fool», στο μανιακό «You always stand in my way», μα ακόμη και στο ελληνοπρεπές «The shepherd and the moon».

 

Για να ενδυναμώσουν την παρουσία τους στην Ιταλία (χώρα στην οποίαν εμφάνισαν μεγάλη επιτυχία) οι Aphrodite’s Child σκοπεύουν να πάρουν μέρος στο Sanremo 69, τον Ιανουάριο εκείνης της χρονιάς, τραγουδώντας το «Lontano dagli occhi» ή το «Quando l’amore diventa poesia». Τι δουλειά είχε όμως ένα κορυφαίο συγκρότημα, με τρανή επιτυχία σε όλο τον κόσμο, σ’ ένα μουσικό διαγωνισμό, ακόμη και αν αυτός ήταν του Sanremo;

 

Το «Rain and tears» ως σύνθεση δεν είναι άλλο από μια διασκευή τού «Canon in D major» του Pachelbel, με τους στίχους φυσικά του Boris Bergman. Το κομμάτι ήταν εντυπωσιακό. Ο Παπαθανασίου ήταν στο στοιχείο του στα πλήκτρα, ο Ρούσσος τραγουδούσε με την άνεση που του παρείχε η φωνάρα του, ο Σιδεράς κρατούσε ωραία το ρυθμό, η παραγωγή τα έχωσε προσθέτοντας έγχορδα, φωνές και δεν ξέρω τι άλλο ακόμη.

 

Οι Aphrodite’s Child δεν θα συμμετάσχουν τελικά και αντ’ αυτών τα τραγούδια θα τα ερμηνεύσουν η Mary Hopkin (το πρώτο – θα κατελάμβανε τη 2η θέση) και η Orietta Berti με τον Massimo Ranieri (το δεύτερο – θα κατελάμβανε τη 10η θέση). Πάντως, για να μη χαλάσουν τις καρδιές των Ιταλών θα τα ηχογραφήσουν κι εκείνοι στο δισκάκι «Lontano dagli occhi/ Quando l’amore diventa poesia” [IT. Mercury] – κι είχε ένα κάποιο ενδιαφέρον το ν’ ακούς τον Ντέμη Ρούσσο να αποδίδει στην ιταλική. Το πρώτο ήταν μία σύνθεση του Sergio Endrigo σε στίχους Sergio Bardotti και το δεύτερο ανήκε στο ντούο Piero Soffici/Mogol.


Τον Απρίλιο του ’69 το συγκρότημα βρίσκεται στη Γαλλία και κυκλοφορεί ένα ακόμη επιτυχημένο 45άρι το «I want to live/ Magic mirror» [FR. Mercury]. Η συνταγή του «Rain and tears» επαναλαμβάνεται κι εδώ με εξ ίσου καλά αποτελέσματα. Το «Plaisir d'amour» είναι ένα κλασικό γαλλικό τραγούδι αγάπης του Jean Paul Égide Martini γραμμένο το 1780. Ο Παπαθανασίου το διασκευάζει ως «I want to live» (στίχοι ο Boris Bergman) και ο Ρούσσος το απογειώνει. Το «Magic mirror» που ήταν στη δεύτερη πλευρά ήταν όμως ωραιότερο (πιο ροκάδικο δηλαδή). Σύνθεση του Παπαθανασίου σε στίχους ενός βρετανού λιμπραρίστα, του John Fiddy. Τραγουδούσε ο Λουκάς Σιδεράς (και ο Ντέμης Ρούσσος), με τον Παπαθανασίου να κάνει τρομερή δουλειά στα keyboards.

 

 

 

Το επόμενο δισκάκι ήταν το «Let me love, let me live/ Marie Jolie» [FR. Mercury] και βγαίνει τον Οκτώβριο του 1969. Ουσιαστικά είναι εκείνο που θα προετοιμάσει το δεύτερο LP των Aphrodite’s Child που είχε τίτλο «It’s Five o’ Clock» [FR. Mercury] και που θα κυκλοφορούσε λίγες μέρες αργότερα, μέσα στον Νοέμβριο. Το πρώτο τραγούδι είναι μια σύνθεση του Λουκά Σιδερά (ο ίδιος τραγουδάει) σε στίχους Richard Francis και αν για κάτι εντυπωσιάζει είναι για τον ήχο τής… κιθάρας, που λογικά προέρχεται από τα keyboards του Παπαθανασίου! Σήμερα μπορεί ν’ ακούγεται κοινό κάτι τέτοιο, αλλά το ’69 δεν ήταν. Το «Marie Jolie» είναι ίσως η ωραιότερη μπαλάντα των Aphrodite’s Child. Σύνθεση του Παπαθανασίου σε στίχους του Francis, δίνει τη δυνατότητα στον Ντέμη Ρούσσο για μιαν ακόμη εντυπωσιακή ερμηνεία, προαναγγέλοντας αν θέλετε το ύφος των τραγουδιών της προσωπικής καριέρας του.

 

Το δεύτερο LP των Aphrodite’s Child είναι ένα είδος best, καθότι περιέχει φοβερά ποπ τραγούδια όπως τα «It’s five o’clock», «Wake up», «Annabella», «Let me love, let me live», «Funky Mary», «Good time so fine», «Marie Jolie», «Such a funny night»… Με ήχο εντελώς δικό τους, με τον Παπαθανασίου να κάνει απίστευτα πράγματα στα πλήκτρα, τον Ρούσσο να γεμίζει αίθουσες με τη φωνή του, και τον Σιδερά σε ρόλο ποικίλο και ουσιώδη (ντράμερ, συνθέτης, τραγουδιστής), οι Aphrodite’s Child δεν ήταν τίποτα λιγότερο από ένα φαινόμενο της εποχής τους.

 

Προς τα τέλη του 1969 με αρχές του ’70 κυκλοφορεί το επόμενο δισκάκι «It’s five o clock/ Funky Mary» [FR. Mercury]. Τα τραγούδια προέρχονταν βεβαίως από το LP και ήταν, για ακόμη μία φορά, ξεχωριστά. Το «It’s five o’clock», άλλη μία σύνθεση των Παπαθανασίου/Francis, είναι ένα από τα σήματα κατατεθέντα του συγκροτήματος, κι ένα από τα ερμηνευτικά highlights του Ντέμη Ρούσσου. Πρόκειται για κλασικό τραγούδι. Το «Funky Mary» ήταν ένα απροσδόκητο track, γραμμένο από τους Παπαθανασίου/Σιδερά. Στηριγμένο σ’ ένα επαναλαμβανόμενο deep funk σχήμα, έδινε την ευκαιρία στον Σιδερά να δείξει τις ντραμιστικές ικανότητές του και στον Παπαθανασίου τον τρόπο να τζαζίζει με space vibes πάνω από μία ισχυρή ρυθμική βάση.

 

Τα στιχάκια που άλλοτε έχουν χαλαρή και άλλοτε πιο στενή σχέση με την Αποκάλυψη του Ευαγγελιστή Ιωάννη, τα παιξίματα των μουσικών και βεβαίως οι συνθέσεις κατατάσσουν το «666» μεταξύ των πιο σημαντικών progressive rock άλμπουμ, που άκουσε ποτέ ο κόσμος.


Η μπάντα είναι περιζήτητη σε όλη τη νότια Ευρώπη (Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία). Ακολουθεί περιοδεία κατά τα ειωθότα, αλλά χωρίς τον Παπαθανασίου που παραμένει στο Παρίσι και ασχολείται με τα δικά του (π.χ. το OST «Sex Power»). Οι Aphrodite’s Child έχουν φυσικά, για τις ανάγκες των live, αλλαγμένη line-up. Κάποια στιγμή στο team προστίθενται οι Δημήτρης Ταμπόσης, Λάκης Βλαβιανός και Χάρης Χαλκίτης και με την σταθερή παρουσία των Ρούσσου-Σιδερά φτιάχνουν ένα «ζωντανό» σχήμα, που θα διατηρηθεί για κανα χρόνο.


Το επόμενο single είναι η τελευταία ηχογράφηση του γκρουπ ως τρίο και μία από τις καλύτερές του. Πρόκειται για το «Spring, Summer, Winter and Fall/ Air» [FR. Mercury] που κυκλοφορεί τον Ιούνιο του 1970. Το πρώτο κομμάτι, σύνθεση των Παπαθανασίου/Francis, είναι άπαιχτο. Όλοι οι μουσικοί δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους, με τον Ρούσσο να καταθέτει μία ακόμη ξεχωριστή ερμηνεία. Το “Air”, που είναι σύνθεση του Σιδερά, είναι πολύ κοντά στο προσωπικό του στυλ, εκείνο που θα γινόταν περισσότερο σαφές στο άλμπουμ «One Day», το οποίο θα κυκλοφορούσε δύο χρόνια αργότερα.


Η μπάντα είναι φανερό πως βρίσκεται σ’ ένα μεταίχμιο. Ή θα συνεχίσει σ’ αυτό το πλούσιο ποπ στυλ ή θα παύσει να υπάρχει. Ο Παπαθανασίου είναι ο πρώτος που αποστασιοποιείται έχοντας κατά νου ένα τελευταίο άλμπουμ, που θα αποτελέσει, όπως ξέρουμε, το κύκνειο άσμα τους. Το διπλό concept «666» ηχογραφείται στο Studio Europa-Sonor στο Παρίσι, στο τέλος του 1970-αρχές ’71. Το συγκρότημα, επί της ουσίας, δεν υφίσταται ή, εν πάση περιπτώσει έχει μετεξελιχθεί σε μία ομάδα μουσικών συνασπισμένη, για τις ανάγκες της εν λόγω ηχογράφησης, γύρω από τον Βαγγέλη Παπαθανασίου.


Κι ενώ το «666» θα μείνει στο συρτάρι σχεδόν ενάμισι χρόνο ή και παραπάνω μέχρι το φθινόπωρο(;) του ’72, όταν και θα κυκλοφορήσει από τη βρετανική Vertigo, το φθινόπωρο του ’71 η Mercury θα δώσει ακόμη ένα single του γκρουπ, βγαλμένο από το δεύτερο LP, προκειμένου να συντηρήσει κάπως το ενδιαφέρον τού κόσμου. Το «Such a funny night» (Παπαθανασίου/ R. Adams) κυκλοφόρησε στη Γερμανία με το «Annabella» στην πίσω πλευρά [Mercury], στην Ολλανδία ντουμπλαρίστηκε με το «Don’t try to catch a river» [Mercury], στην Πορτογαλία με το «Wake up» [Mercury] κ.ο.κ. Ήταν φανερό πια πως οι παραγωγοί έκαναν ό,τι ήθελαν. Παρά ταύτα το «Such a funny night» (γραμμένο στο Λονδίνο το καλοκαίρι του ’69) για τις ανάγκες του δεύτερου LP του συγκροτήματος (το ξαναλέω), ήταν ένα καλό ελληνοπρεπές τραγούδι που εκτιμήθηκε και εμπορικώς, μπαίνοντας στη δεκάδα στο ολλανδικό chart.


Προπομπός του «666» φαίνεται πως ήταν ένα ακόμη δισκάκι, το τελευταίο υπό το όνομά τους, με τα κομμάτια «Break/ Babylon» [UK. Vertigo], αμφότερα συνθέσεις του Παπαθανασίου σε στίχους Κώστα Φέρρη βεβαίως. Πρόκειται για το τελευταίο και για το πρώτο κατ’ ουσίαν track του «666». Στο «Break» τραγουδά ο Λουκάς Σιδεράς, ενώ στο «Babylon» ο Ντέμης Ρούσσος. Ενδιαμέσως, τα σπουδαιότερα...

 

 

 

Προσέξτε, όμως και τούτο το παράξενο. Αγόρασα το «666» στις αρχές της δεκαετίας του ’80, στη δεύτερη ελληνική εκτύπωσή του. Τόσο σ’ αυτή την έκδοση, όσο και στην πρώτη από το 1974 (στη χώρα μας το «666» κυκλοφόρησε δύο χρόνια αργότερα) ορισμένα tracks διαρκούσαν περισσότερο χρόνο απ’ όσο διαρκούν στην original βρετανική και ενδεχομένως σε κάθε άλλη! Φερ’ ειπείν το top-κιθαριστικό «The battle of the locusts» διαρκεί 45(!) δευτερόλεπτα παραπάνω, το «Altamont» 56 παραπάνω, το «The wedding of the lamb» 37 παραπάνω και το «Hic et nunc» 102(!) δευτερόλεπτα παραπάνω. Οπότε τι; Οπότε μην αποχωριστείτε ποτέ τις παλαιές ελληνικές εκδόσεις σας (όποιαν από τις δύο διαθέτετε – αν διαθέτετε).

 

Τι να πει κανείς για το «666»; Έχουν γραφτεί τα πάντα. Ας πω λοιπόν κι εγώ πως πρόκειται για ένα μεγαλειώδες concept άλμπουμ, για… «το soundtrack μιας τεράστιας θεατρικής παράστασης-συναυλίας, που ποτέ δεν ανέβηκε, για το οποίο γράφτηκε ένα ολάκερο (ανέκδοτο) βιβλίο και βεβαίως οι στίχοι», όπως έχει σημειώσει ο ίδιος ο lyricist του double LP o σκηνοθέτης Κώστας Φέρρης.

 

Τα στιχάκια λοιπόν, που άλλοτε έχουν χαλαρή και άλλοτε πιο στενή σχέση με την Αποκάλυψη του Ευαγγελιστή Ιωάννη, τα παιξίματα των μουσικών και βεβαίως οι συνθέσεις (άπασες του Παπαθανασίου) με κορυφαίες τις «Aegian Sea» και «The four horsemen» –και ακόμη μία τέταρτη space/prog πλευρά, η «All the seats were occupied», από τις πιο δυνατές «τέταρτες», που χαράχτηκαν ποτέ σε βινύλιο κι ας διαφωνούν οι… ρώσοι κριτικοί– κατατάσσουν το «666» μεταξύ των πιο σημαντικών progressive rock άλμπουμ, που άκουσε ποτέ ο κόσμος.

 

Στην εγγραφή είχαν πάρει μέρος οι: Βαγγέλης Παπαθανασίου πλήκτρα, φλάουτο, κρουστά, βιμπράφωνο, φωνητικά, Ντέμης Ρούσσος μπάσο, τραγούδι, Λουκάς Σιδεράς ντραμς, τραγούδι, Αργύρης Κουλούρης κιθάρες, κρουστά, Χάρης Χαλκίτης μπάσο, τενόρο σαξόφωνο, conga, φωνητικά, Michel Ripoche τρομπόνι, τενόρο σαξόφωνο, John Frost αφήγηση, Γιάννης Τσαρούχης αφήγηση και Ειρήνη Παππά φωνή («I was, I am, I am to come», στο περιβόητο «άπειρο»).

 

Από ’κει και κάτω τα πράγματα για όλους εξελίχτηκαν διαφορετικά. Είναι γνωστές οι προσωπικές καριέρες του Βαγγέλη Παπαθανασίου και του Λουκά Σιδερά (ίσως κάπως λιγότερο αυτή) και βεβαίως του Ντέμη Ρούσσου, ο οποίος βρήκε την ευκαιρία να ξεδιπλώσει στην πορεία το ανεπανάληπτο φωνητικό του τάλαντο, χαρίζοντας στο παγκόσμιο κοινό πανέμορφα τραγούδια…