Οι δόσεις του αίματος

(το Schloss Salem της νιότης μας).

 

της Θέτιδας Σκόνδρα

 

 

Η Louise Brooks στην ταινία Tagebuch einer Verlorenen (Ημερολόγιο μιας παραστρατημένης) του Georg Wilhelm Pabst.
Η Louise Brooks στην ταινία Tagebuch einer Verlorenen (Ημερολόγιο μιας παραστρατημένης) του Georg Wilhelm Pabst.

 

Παρότι τελικά οι δόσεις του αίματος ήταν αυτές που καθόριζαν τη Γερμανικότητά μας, ήμασταν Γερμανίδες όμως όλες στο τέλος της ημέρας κι είχαμε σχεδόν τις ίδιες εμμονές. Μας τρόμαζε ό, τι παρέκλινε από την έμφυτη αυτάρκεια και τη διδαγμένη επάρκεια και δεν άντεχε την αποδιοργάνωση ούτε ένα κύτταρο του σώματός μας. Εγώ και η Δάφνη-Ελισάβετ-Γεωργία, νομίζαμε ότι όλος ο κόσμος είναι τακτοποιημένος και με μια έντιμη διευθέτηση σαν αυτή του Σλός Σάλεμ. Ήμασταν μεγαλωμένες στα πούπουλα, χωρίς ιδέα για την αληθινή ζωή και για τον μέσο άνθρωπο, αν και ανθρωποκεντρικές θέση και φύση, και ας είχαν μείνει μέσα μας βαθιά τα ψήγματα του αλληλοσπαραγμού που έχουν όλοι οι άνθρωποι με λεφτά ή καλό όνομα, αλλά δεν έχουν ένα χέρι να τους κρατήσει. Πιστεύαμε ακράδαντα ότι τα δείπνα σερβίρονται παντού στις 7.30 ακριβώς και περιέχουν μια καλή αναλογία πρωτεΐνης, υδατάνθρακα και σύνθετων φυτικών ινών. Και ναι, ότι όλος ο κόσμος, σταματάει να απασχολεί τα δάχτυλά του την ώρα του τσαγιού, για να πιεί ερλ γκρέϋ καπνιστό συνοδεία τούρτας Σαρλότ. Δεν φταίγαμε, γεννηθήκαμε από όμορφους γονείς με απαιτήσεις και το τίμημα για μας ήταν να ζούμε στο μυθικό και μυστικιστικά σχεδόν παγερό Σλος Σάλεμ, χωρίς την αγκαλιά της μάνας μας, όταν χτυπούσαμε στα σπορ ή απλώς στη γωνία του καρυδένιου κομοδίνου μας. Ο υπόλοιπος κόσμος, οι εξωγενείς παράγοντες, οι μικροαστοί της ανατολικής Βάδης Βουδεμβέργης, πίστευαν, με την πίστη που έχουν οι καθολικοί στην Παναγία της Λούρδης, ότι ήμασταν άπιαστες, ελαφίσιες, απρόσιτες αριστοκράτισσες δίχως αγάπη για τον άνθρωπο, που λύναμε ασκήσεις στα μαθηματικά σαν να μην υπάρχει αύριο, που παίζαμε τα γερμανικά και τη φιλοσοφία στα δάχτυλα. Κι όμως, είχαν μια μισαλλόδοξη άγνοια για τα βασανιστήριά μας. Ξυπνούσαμε βιαίως στις 6 το πρωί. Στρώναμε με υποδεκάμετρα τα κρεβάτια μας μόνο και μόνο για να μας επιτηρήσουν, πηγαίναμε στις 6.45 για πρωινό, πλούσιο, με ντίνκελμπρότ, γερμανικά αλλαντικά και τυρί των Άλπεων, και καταλήγαμε στα καθιερωμένα μαθήματα κολύμβησης ή μπαλέτου.

 

Το μπαλέτο ήταν μια πονεμένη ιστορία στις τακτοποιημένες ζωές μας, σαν αυτή της Άννα Καρένινα και του Αλεξεί Βρόνσκυ, μόνο που δεν πέφταμε στο τρένο για λύτρωση από το τέλμα του έρωτος, αλλά στα χέρια της Αλεκσάντρα Ρίζοβα. Δευτέρες και Τετάρτες η Κυρία Αλεκσάντρα Ρίζοβα, εκ Σόφιας ορμώμενη, μας προπονούσε στα πλιέ, τα μπατμέν και μετά στο κέντρο, στα σοτέ και τα αντάζ, και τις τρίτες πέμπτες στο χορό με πουέντ. Τα μαλλιά μας ήταν πάντα καλοχτενισμένα. Ήταν μαζεμένα σε κότσους σινίον σαφώς και ήμασταν πάντα ντυμένες καταλλήλως. Η Δάφνη-Ελισάβετ-Γεωργία και εγώ είχαμε φυσική χάρη στις αραμπέσκ και στα πα ντε σα, κάτι που συνέδραμε στον ακαριαίο προβιβασμό μας κι αξιωθήκαμε να εγκαταλείψουμε τις ροζ τουτού και να καθιερωθούμε σύντομα στην ακαταμάχητη γοητεία της αυστηρότητας του μπλέ φονσέ, αυτό που φορούσαν στο σύστημα Βαγκάνοβα οι προχωρημένοι. Ήταν μια τέτοια καταξίωση, Θεέ μου. Εγώ ήμουν μια κόρη κατά το ήμισυ μετανάστη, η Δάφνη-Ελισάβετ-Γεωργία μια σχεδόν Γαλλίδα με γερμανικό επίθετο και μοναδικό της διαβατήριο στην καλή κοινωνία και είχαμε γίνει άσσοι στο θρυλικό Βαγκάνοβα, στο πιάνο και στο σωστό σταυροπόδι, αυτό που επιτρέπει να δεις λίγα, αλλά να φαντάζεσαι πολλά. Μάτωναν τα δάχτυλα, πείσμωνε η θέληση, καμιά φορά μας έβρισκε μια θολή μεταμέλεια και παραιτούνταν το σώμα, κι άμα συνέχιζε ήταν για να το φιλήσει ο ρώσος Πιανίστας , που έπαιζε μηχανικά, αλλά κι αμήχανα μαζί, μετά από τις προσταγές της αυστηρής, ανορεκτικής, γερασμένης Κυρίας Ρίζοβα.

 

Αγνοώ το όνομα του πιο πλούσιου Ανθρώπου στη Βαβυλώνα. Στο Σλός Σάλεμ, δεν άρεσαν οι αγγλοσάξονες συγγραφείς και εγώ ανάμεσα στα αναγνώσματα του Κούρτ Τουχόλσκυ και του Μάξ Φρίς, διάβαζα το βιβλίο του Κυρίου Τζόρζ Σ. Κλάσον, ο οποίος ευστόχως και μέσα από παραβολές εξήγησε διδακτικώς - όπως άλλωστε αρέσκονται - στους Αμερικανούς πώς να πλουτίσουν. Όμως εμείς δεν ήμασταν Αμερικανοί, ήμασταν αναθεματισμένοι Γερμανοί, δεν είχαμε το ίδιο πείσμα για ζωή, σέρναμε τα παπούτσια μας όπως σερνόταν η τελειωμένη μας αριστοκρατία και ξέραμε να κάνουμε μια δουλεία σωστά, υπολογιστικά, αυτιστικά, μονότονα, αλλά γαμημένα ολόσωστα, χωρίς φόβο και σίγουρα χωρίς πάθος. Γιατί στα ευκατάστατα κορίτσια του Σλός Σάλεμ, δεν επιτρεπόταν να έχουν πάθος. Ήταν υποχρεωμένα να' ναι κομψά, με μια υπόνοια αυταρέσκειας, αλλά έπρεπε μιας και ήταν καλοαναθρεμμένα να παντρευτούν τραπεζίτες, πολιτικούς ,δικηγόρους, στη χειρότερη αρχιμηχανικούς της εταιρίας Σίντλερ, αυτής που φτιάχνει αγόγγυστα για χρόνια τώρα ασανσέρ στη δυτική και στην ανατολική Γερμανία, αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο. Αυτή ήταν η για άλλους καλή και άλλους κακή μοίρα μας, να πάμε σε ελίτ πανεπιστήμια μετά το Σλός Σάλεμ, να καλοπαντρευτούμε, να γεννήσουμε, όμορφα, παχουλά, ξανθουλά Γερμανάκια και να κάνουμε το καθήκον απέναντι στην χιλιοπονεμένη ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας πληρώνοντας το φόρο μας, στηρίζοντας την εκκλησία ένθεν κείθεν, μαθόντας την υποταγή, την υπακοή, την ομογενοποίηση. Να επαναλάβουμε όλα αυτά που μας οδήγησαν σε δύο παγκοσμίους πόλεμους κι αυτά που γέννησαν την πιο σπουδαία φιλοσοφία της Γής, μετά την ελληνική.

 

Η μητέρα μου, ήταν μια γυναίκα ηθική, ξανθιά, μετρίου αναστήματος, με βαθιά καθολική πίστη και είχε στόχο της ζωής της εκτός από το να με στείλει στο Σλός Σάλεμ και να σκάει περί τα 100.000 μάρκα δυτικής Γερμανίας, να κάνω φοβερές σπουδές, να γίνω κομψή και αιθέρια και λίγο λεσβία. Σε κάθε περίπτωση, θα πέθαινε αν στα μουλωχτά έτρωγα με τα χέρια ή δεν απεχθανόμουν κάθε είδος λίπους και αποδεχόμουν ως συντροφιά λούμπεν τύπους που διάβαζαν οτιδήποτε πέραν του Χάιντεγκερ ή του Γκάνταμερ και δεν είχαν πατήσει το πόδι τους στην Αλμπερτίνα της Βιέννης. Η μητέρα μου είχε άπειρες θεωρίες για τη ζωή, όμως μου δίδασκε με τη σιγουριά που διδάχτηκα το πυθαγόρειο θεώρημα, ότι δεν είμαστε τάμπουλα ράζα στη ζωή αυτή κι ότι ξέρει από καλά κρύσταλλα μόνο όποιος έχει γεννηθεί μέσα σ αυτά. Δίκιο είχε. Όσα λεφτά και να βγάλεις, όσα πατέ και να φας, φαίνεται αν τα έτρωγες από μικρός, αν στα τάισε η μάνα σου. Η Δάφνη-Ελισάβετ-Γεωργία ήταν ορφανή μητρός, αλλά είχε γεννηθεί κι αυτή μέσα στα ακριβά κρύσταλλα, με παππούδες ξεπεσμένους αριστοκράτες και ιδιοκτήτες όμορφων σπιτιών στο 14ο αροντισμάν. Μεγάλωσε μαζί μου στο Σλός Σάλεμ και έκλαιγε στις αγκαλιές ξένων γυναικών, όπως και γω πού η μητέρα μου ήταν ζώσα και ακμαία ακόμη τότε και είχε μια ροπή στην αδιαλλαξία. Όταν βγάζαμε την στολή του Σλος Σάλεμ, ντυνόταν αμερικάνικα, με τάση στο πρίτυ κάζουαλ. Εγω είχα ασπαστεί από παιδίσκη το μποχίμιαν σίκ και δεν υπήρχε περίπτωση να το αλλάξω ούτε κι αν κατέβαινε κάποιος Θεός στη Γή ούτε κι αν ξαναγεννιόταν ο Κάιζερ Βίλχεμ και μου το ζήταγε επισταμένως, ούτε αν ξανακτίζονταν ο Ναός του Σολόμωντος και οι Σιωνιστές έβγαιναν αληθινοί. Ήμουν ένα ξεροκέφαλο Γερμανόπουλο με πατέρα 'Ελληνα, και εκτός από ελληνικά είχα μάθει πώς να μην αλλάζω γνώμη.

 

Το Σλος Σάλεμ ιδρύθηκε το 1920 και ο ευεργέτης του ήταν ο Κούρτ Χαν, ένας πλούσιος Εβραίος, με ιδέες φρέσκιες, ρεφορμιστικές, ήθελε να το κάνει τόπο μοντέρνας και ελεύθερης σκέψης, ήθελε να δημιουργήσει ένα κέντρο ανοχύρωτης σκέψης που θα γαλουχούσε τους μεταμοντέρνους Γερμανούς . Το 1933 οι Ναζί όμως τον ξαπόστειλαν στην Μεγάλη Βρετανία και έτσι το Σλος Σάλεμ έχασε τον μέγα ευεργέτη του. Φυσικά, δεν άργησε να βρει αντικαταστάτη το υπέροχο κι αγέρωχο Σάλεμ. Πολύ αργότερα μάθαμε ότι ο έτερος Εβραίος Λίραν Χέφελε - η οικογενεία του είχε γερμανοποιήσει το επίθετο της ύστερα από τον τρόμο και την ελεγεία που είχε προκαλέσει το Τρίτο Ράιχ σε όλους μας, Γερμανούς και μη - ανάλαβε τη χρηματοδότηση μυστικά. Εμείς, δύο ανυποψίαστες Γερμανιδούλες στο κάτω κάτω της Γραφής - λέω για μένα και τη Δάφνη-Ελισάβετ-Γεωργία - ιδέα δεν είχαμε από πραγματική ζωή, λεφτά στην τράπεζα και Εβραίους. Ξέραμε ότι πρέπει να σεβόμαστε τον Εβραϊσμό, αλλά τί στο καλό ήταν αυτός ο Εβραϊσμός, ούτε μας ένοιαζε ούτε που είχαμε διανοηθεί ότι χρειάζεται να μάθουμε. Πιστεύαμε ότι είμαστε όλοι Χριστιανοί, ίσως διαφορετικού δόγματος, αλλά γνήσιοι κατά τα άλλα Χριστιανοί, που τρώνε κανονικά χοιρινό και ψαρικά με γαλακτοκομικά μαζί.

 

Βάλαμε σταδιακά στη ζωή μας, στα έργα και τις ημέρες μας, τα προϊόντα Κόσερ όταν γνωρίσαμε την Τατιάνα Χέφελε. Η Τατιάνα, έγινε εκ του μη όντος συμμαθήτριά μας στο Σάλεμ. Ήταν καστανή, με πόδια λεπτά σαν ξύλα και είχε κάτι αορίστως σημιτικό. Την κάναμε φίλη και είδαμε φως στις σκοτεινές, βαρετές γερμανικές ζωές μας. Η Τατιάνα Χέφελε ήξερε τα καλύτερα πάρτι που λάμβαναν χώρα στα σπίτια εμπόρων της Έσσης και της Βάδης Βουδεμβέργης, μέθαγε με Σατό Λαφίτ - 175 ευρώ το μπουκάλι - φόραγε Κλοέ και Σελίν, είχε ένα σκασμό λεφτά, χόρευε σαν ξωτικό μπόσα νόβα και είχε χεσμένα τα Χαμπάτ, τα Σαμπάτ, την Τορά, το Ταλμούδ και έτρωγε κοσέρ για τα μάτια και μόνο του Εβραίου πατέρα της.

 

Η Τατιάνα Χέφελε έμελε να αλλάξει για πάντα τη ζωή μου. Όχι ακριβώς η πλούσια Τατιάνα, μα ο όμορφος, Εβραίος και με ωραία περιτομή αδελφός της, Τόμας Χέφελε. Ο Τόμας και γω πρωτοειδωθήκαμε στο Χαμπάτ του Βερολίνου, όταν η Τατιάνα μας έσυρε, εμένα και τη Δάφνη-Ελισάβετ-Γεωργία για να γιορτάσουμε το Πουρίμ. Η γιορτή του Πουρίμ στην Εβραϊκή παράδοση γιορτάζεται στη μνήμη της σωτηρίας των Εβραίων από ένα επιζήμιο διάταγμα που εξέδωσε ο πρωθυπουργός του Βασιλείου της Περσίας, ο Αμάν, την εποχή του Πέρση βασιλιά Αχασβερός. Όταν ο Εβραίος Μορδοχάι αρνήθηκε να προσκυνήσει τον Αμάν όπως τον διέταξαν, ο Αμάν αποφάσισε να εκδικηθεί και προσπάθησε να στρέψει τον βασιλιά κατά των Εβραίων. Εις μνήμην τόσων Εβραίων, καθίσαμε δίπλα δίπλα και σιωπούσαμε τιμητικά, μέχρι ο Ραβίνος να μοιράσει το κρασί και να σπάσει την Κάλα και μετά σε αρμονική σειρά, ακολουθήσαμε το πλήθος και πλύναμε παλαιοδιαθηκώς τα χέρια μας για να γευτούμε το καθιερωμένο δείπνο Σαμπάτ των τριών πιάτων - στην εβραϊκή πίστη οι αριθμοί είναι ατέρμονοι και σημαδιακοί - τα πλύναμε με νερό που έτρεχε από την ασημένια κανάτα της γυναίκας του αξιότιμου Ραβίνου, Ραχέλ, και τα σκουπίσαμε με πετσέτα λινή, όπως πρόσταζε η παράδοση , όπως το θέλησε η εβραϊκή πίστη. Ήμουν ευτυχής και λίγο Εβραία εκείνο το βράδυ του Πουρίμ. Το μπρίσκετ ήταν εύγεστο και καλής ποιότητος, σιγομαγειρεμένο, αγορασμένο και ειδικά απεσταλμένο από το Μάντσεστερ της Μ. Βρετανίας. Τα μάουλτασεν λίγο στεγνά, αλλά ποίος νοιαζόταν στην τελική για τα Μάουλτάσεν.. Όμως τον Τόμας Χέφελε, τον ερωτεύτηκα κανονικά και σύμφωνα με τον εβραϊκό νόμο, έπαθα δηλαδή για κείνον αρρυθμίες, ζαλάδες και λίγη καρδιακή ανεπάρκεια, τη μέρα που έγινε άνδρας, τη μέρα που γιορτάσαμε το Μπαρ Μιτσβά του. Ήμουν κατασυγκινημένη, με μάγουλα ροζ, φόρεμα άσπρο, όπως αρμόζει σε παρθένες του Σάλεμ και κράταγα κεριά. Μαζί με την Τατιάνα Χέφελε και την Δάφνη-Ελισάβετ-Γεωργία Βίλχεμσεν, κρατούσαμε ένα ανοιξιάτικο ψυχρό πρωινό στην όμορφη Συναγωγή Shtibel - Beit HaMidrash τα κεριά της ενηλικίωσης του. Ήμουν σχεδόν άϋλη και είχα έναν τέτοιο έρωτα, τέτοιο που ονειρευόμουν τη θάλασσα λιπόθυμη, τέτοιο που η συναγωγή μου μύριζε γιασεμί αντί για λιβάνι, τέτοιο που αν με άγγιζε ο Τόμας Χεφελε θα έσπαγα σε μια στιγμή.

 

Ο καιρός πέρασε, τη μέρα που τελειώσαμε το Αμπιτούρ κι αριστεύσαμε ομαδικώς και μάθαμε ότι θα πηγαίναμε όλοι σε καλά πανεπιστήμια, κλαίγαμε αγκαλιά. Εγώ κι ο Τόμας, μαζί. Αστεία λέξη το μαζί. Τι πάει να πει μαζί ; Υπάρχει τελικά τίποτα που να γίνεται πραγματικά μαζί ; Όλα μόνοι μας τα κάνουμε. Στον Τόμας Χέφελε πήρε μόνο ένα τέταρτο της 24ωρης γερμανικής του ημέρας και της δικής του μοναξιάς για να μου εξομολογηθεί ότι ο έρωτας και ο θάνατος είναι πράξεις μοναχικές και μέρη του ίδιου δράματος. Μου εξήγησε μεθοδικά ότι ο δικός μας - ο έρωτας - πήρε τη θέση του στο θάνατο. Δεν ήμουν Εβραία. Είχα ξανθά μαλλιά, πράσινα μάτια, κι είχα φάει δύο φορές μπρίσκετ όλο κι όλο στη ζωή μου. Τα παιδιά της οικογένειας Χέφελε έπρεπε να γεννηθούν από μια μάνα σίγουρα όχι ξανθιά και που ήξερε να φτιάχνει άψογο μπρίσκετ. Τον Οκτώβρη της ίδιας χρονιάς, εγώ πήγα στο Κέιμπριτζ. Ο Τόμας Χέφελε και η αδελφή του πήγαν στην Οξφόρδη. Η Δάφνη-Ελισάβετ Γεωργία πήγε στο Παρί Ντε και έγινε μητέρα. Καμιά φορά, τις Κυριακές όταν ακούω μπόσα Νόβα τους θυμάμαι. Όλους μαζί. Μόνο τότε. Δεν κλαίω. Βουρκώνω και λυπάμαι πάραυτα.


 

Tagebuch einer Verlorenen (1929).
Tagebuch einer Verlorenen (1929).